Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁ γέροντας Ἀμφιλόχιος Μακρῆς. Μιὰ σύγχρονη μορφὴ τῆς Πάτμου» ἔκδοση Ἑπτάλοφος, www.eptalofos.gr



* Τὸ νὰ παραμένεις πιστὸς στὸν Μοναχισμὸ θεωρεῖται μαρτύριο.
* Θέλει ὁ Χριστὸς νὰ σοῦ βγάλει τὰ ἀγκάθια, διότι εἶναι κηπουρὸς καὶ ἐσὺ θέλεις τὴν ἡσυχία σου.
* Ὁ Χριστὸς εἶναι κοντά μας, ἂς μὴ τὸν βλέπουμε… καμιὰ φορά μας δίνει καὶ κανένα μπάτσο ἀπὸ πολλὴ ἀγάπη.
* Πολλὲς φορὲς ἔρχεται ὁ Χριστός, σοῦ χτυπάει, τὸν βάζεις νὰ καθίσει στὸ σαλόνι τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐσὺ ἀπορροφημένος μὲ τὶς ἀσχολίες σου ξεχνᾶς τὸν μεγάλο ἐπισκέπτη. Ἐκεῖνος περιμένει νὰ ἐμφανιστεῖς, περιμένει καὶ ὅταν πλέον ἀργήσεις πολὺ σηκώνεται καὶ φεύγει. Ἄλλη φορὰ πάλι εἶσαι τόσο ἀπασχολημένος ποὺ τοῦ ἁπαντὰς ἀπὸ τὸ παράθυρο. Δὲν ἔχεις καιρὸ οὔτε ν᾿ ἀνοίξεις.
* Πρέπει νὰ χαίρεσαι. Καλλιτεχνικὴ σμίλη κρατάει στὰ χέρια του ὁ Ἰησοῦς. Θέλει νὰ σὲ ἑτοιμάσει ἕνα ἄγαλμα τοῦ οὐράνιου παλατιοῦ.
* Εἶστε βασιλικὰ πρόσωπα, προορίζεστε γιὰ τὸν οὐράνιο νυμφώνα.
* Ὅταν δεῖς ἄνθρωπο κουρασμένο (πνευματικῶς) μὴ τοῦ βάλεις ἄλλο φορτίο διότι τὰ γόνατα δὲν ἀντέχουν.
* Ἀγάπησε τὸν Ἕνα νὰ σὲ ἀγαποῦν καὶ τὰ θηρία.
* Ἀληθινὸς πλοῦτος γιὰ μένα εἶναι νὰ σᾶς δῶ στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
* Ὅταν ὑπάρχει ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης, ὅ,τι κακὸ πλησιάζει τὸ κατακαίγει.
* Ὁ ἄνθρωπος ὅταν δὲν ζητάει τὰ δικαιώματά του θὰ φωτίσει ὁ Θεὸς τὸν ἄλλον νὰ τοῦ τὰ δώσει.
* Τὸ φῶς τοῦ Κυρίου νὰ σὲ φωτίζει καὶ νὰ σὲ ὁδηγεῖ πάντοτε.
* Ἕνα πρᾶγμα μόνο μὲ κάνει νὰ θλίβωμαι, ὅτι κατηγοροῦν τὶς καλόγριες. Δία τὸν ἑαυτό μου δὲν μὲ νοιάζει ὅ,τι καὶ ἂν λένε.
* Ὁ διάβολος φρίττει ὅσο μάλιστα βλέπει νέες ὑπάρξεις νὰ κάθονται ἐδῶ γιὰ τὸν Χριστό.
* Ὅταν ἔχετε πειρασμοὺς τότε κατέρχεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Φαίνεται ὅτι τοῦ χαλᾶτε ( τοῦ πειρασμοῦ ) τὰ σχέδια.
* Ὁ ἄνθρωπος ἀγαπάει πνευματικὰ αἰσθάνεται προσευχόμενος, ὅτι βρίσκεται ἐντὸς τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του. Λυπᾶται ὅταν δὲν πορεύεται καλὰ ὁ ἀδελφός του καὶ προσεύχεται γιὰ τὴν πρόοδό του.
* Οὐδέποτε ἀλλάζει ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ποὺ ἔχει τὴν χριστιανικὴ ἀγάπη.
* Ὁ ἄνθρωπος ποὺ φωνάζει δὲν ἔχει δύναμη.
* Κρατῆστε ψηλὰ τὴ σημαία τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ ἔχετε πάντα τὸ τηλέφωνο τοῦ Γέροντά σας, ὅπου καὶ ἂν εἶστε.
* Ἡ διάθεση ἡ δικιά σας μοῦ ἀνάβει φωτιά. Εἶναι σὰν νὰ μοῦ ρίχνετε κάρβουνα σ᾿ αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει μέσα μου.
* Θέλω παιδί μου, νὰ ζεῖς γιὰ τὸ Χριστό, ὁλόκληρος νὰ δοθεῖς σ᾿ αὐτόν. Θέλω ὅταν τύχει ν᾿ ἀνοίξει κανεὶς τὴν καρδιά σου τίποτε ἄλλο νὰ μὴ βρεῖ, μόνο τὸ Χριστό.
* Ἐρώτηση: Ἀφοῦ βλέπετε, Γέροντα, τόσο καθαρὰ τὶς ἀδυναμίες μας, τὰ λάθη μας γιατί δέ μας τὰ ὑποδεικνύετε;
* Ἀπάντηση: Λυπᾶμαι γιὰ ὅσα βλέπω ὡς πατέρας, ἀλλὰ ἐλπίζω στὴν καλυτέρευση. Ὑποδεικνύω ὅσα πρέπει, ἀλλὰ πιὸ κερδισμένος εἶσαι, ὅταν χύσεις δυὸ ἢ τρία δάκρυα μπροστὰ στὸ Χριστὸ γι᾿ αὐτά, παρὰ νὰ πεῖς πολλὰ λόγια. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ γιατρὸς καὶ παιδαγωγός μας. Ὁ Χριστὸς ἐχθὲς καὶ σήμερα ὁ ἴδιος, ἀλλὰ ἐμεῖς κλείσαμε τὰ μάτια μας καὶ βλέπουμε σκοτεινά. Ἀφοῦ προχωρᾶμε ἔτσι, ἄλλοι λασπώνονται καὶ ἄλλοι σκοτώνονται.
* Πολλὲς φορὲς τὴν ἡμέρα ἔρχεται ὁ Χριστὸς καὶ σοῦ χτυπάει, ἀλλὰ ἐσὺ ἔχεις δουλειές…
* Ἐκεῖνος ποὺ ταράζεται δὲ σκέφτεται λογικά, ὀρθά. Κάνε ὑπομονὴ καὶ θὰ βραβευτεῖς μὲ στέφανο.
* Θέλω νὰ εἶστε ἤρεμες γιὰ νὰ συναντιόμαστε. Ἅμα εἶστε κουρασμένες δὲ λειτουργοῦν οἱ ἀσύρματοι.
* Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ μὴ φεύγει ἀπὸ τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά σας.
* Ὁ Κύριος νὰ σᾶς ἐνισχύει, νὰ κρατήσετε σταθερὰ τὴ σημαία τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἐγκράτειας.
* Ὁ Χριστιανὸς εἶναι πραγματικὰ ἄνθρωπος. Ξέρει ὅλους τοὺς τρόπους τῆς εὐγένειας.
* Ὅταν ἡ καρδιά μας δὲν ἔχει τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστὸ δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτα. Εἴμαστε σὰν πλοῖα ποὺ δὲν ἔχουν φωτιά, βενζίνη στὴ μηχανή τους.
* Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἁπλοποιεῖται, θεοποιεῖται. Γίνεται ἄκακος, ταπεινός, πράος, ἐλεύθερος, γίνεται… γίνεται…
* Αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε ( πολέμους, σεισμούς, καταστροφὲς ) εἶναι βροντὲς καὶ θὰ ἔρθει καὶ ἡ βροχή… Πρέπει λοιπὸν νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι πρὸς ἀπολογία καὶ μαρτύριο.
* Νὰ γίνετε ἄνθρωποι ἄξιοί της ἄνω Ἱερουσαλήμ.
* Ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐκπέμπει ἀκτίνες. Πρέπει ὅμως ὁ ἄλλος νὰ ἔχει καλὸ δέκτη γιὰ νὰ τὸ καταλάβει.
* Πρέπει νὰ ἔχουμε στὸν οὐρανὸ τὰ βλέμματά μας. Τότε δὲ θὰ μᾶς κλονίζει τίποτε.
* Παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ σᾶς ἁγιάσει, νὰ σᾶς ὁδηγήσει στὸν Παράδεισο. Αὐτὴν τὴν προίκα παρακαλῶ νὰ σᾶς δώσει ὁ Κύριος.
* Οἱ καρδιές σας εἶναι νέες καὶ θέλουν ν᾿ ἀγαποῦν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχει στὴν καρδιά μας μόνο ὁ Χριστός μας, ὁ Νυμφίος σας. Θέλει μόνο Αὐτὸν ν᾿ ἀγαπᾶτε.
* Στὴν Θεία Λειτουργία γιὰ νὰ ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ ἔχεις συγκέντρωση, εἰρήνη καὶ νὰ μὴ σκέφτεσαι τίποτα.
* Εἶμαι φτωχὸς πατέρας, ἀλλὰ πατρικὴ ἀγάπη ἔχω πολλὴ γιὰ σᾶς.
* Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀγαπάει τὸ Θεό, τόσο ἔχει ἀγάπη καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Τοὺς ἀγαπάει σὰν εἰκόνες Θεοῦ, μὲ σεβασμό, λεπτότητα καὶ ἁγιασμό.
* Καθημερινὰ προσεύχομαι νὰ σᾶς δῶ στὶς τάξεις τῶν ὁσίων γυναικών.
* Αὐτὸ ποὺ σᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεὸς πρέπει νὰ τὸ ἐκμεταλλευτεῖτε. Ἡ καρδιὰ τῆς γυναίκας εἶναι πλασμένη ν᾿ ἀγαπάει περισσότερο ἀπὸ τὸν ἄνδρα. Ὁ ἄνδρας, ὅσο καὶ νὰ θέλει, ποτὲ δὲ θὰ μπορέσει ν᾿ ἀγαπήσει τόσο λεπτὰ σὰν τὴ γυναίκα. Βλέπουμε ἐὰν προσέξουμε μία τραχύτητα στὴν ἀγάπη τῶν ἁγίων. Τώρα ποὺ εἶστε νέες ἀγαπῆστε «μανιακῶς» τὸν Νυμφίο σας. Πραγματικὴ φλόγα νὰ καίει στὰ σπλάγχνα σας.
* Παράδεισο χωρὶς ἐσᾶς παιδιά μου, δὲν τὸν θέλω.
* Ἐρώτηση: Πὼς κατορθώνετε νὰ ἔχετε τέτοια ὑπομονὴ καὶ καρτερία στὰ διάφορα;
* Ἀπάντηση: Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ βοηθάει. Πάντα πιστεύω παιδί μου στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ποὺ ὅλα τὰ μεταβάλλει καὶ τὰ ρυθμίζει πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς μας.
* Ὅταν θὰ δεῖτε τὰ δάκρυα, τότε εἶναι ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ στὴν προσευχή.
* Ὅταν κοινωνεῖς ὄχι μόνο παίρνεις δύναμη, ἀλλὰ φωτίζεσαι, βλέπεις ὁρίζοντες εὐρεῖς, αἰσθάνεσαι χαρά… Διαφορετικὴ νοιώθει ὁ καθένας, ἀνάλογα μὲ τὴ διάθεση καὶ τὴ φλόγα τῆς ψυχῆς του, ἄλλος αἰσθάνεται χαρὰ καὶ ξεκούραση, ἄλλος πνεῦμα ἀφομοιώσεως καὶ ἄλλος μία ἀνέκφραστη ἀγάπη πρὸς τοὺς πάντες. Ἔνοιωθα πολλὲς φορὲς κουρασμένος ἀλλὰ μετὰ τὴ Θεία Κοινωνία αἰσθανόμουν τὸν ἑαυτό μου σὰν νὰ μὴν εἶχα τίποτα.
* Ἡ ἀθωότητα εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ἰδιοφυίαν.
* Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἐγωισμὸ δὲν ἑλκύει κανένα. Καὶ ἂν κάποιον ἑλκύσει, γρήγορα θ᾿ ἀπομακρυνθεῖ. Ὁ πνευματικὸς σύνδεσμος γίνεται ἀδιάλυτος ὅταν συναντήσει παιδικὸ πνεῦμα, ἀθωότητα καὶ ἁγιασμό. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει Χριστὸ τὰ βλέπει ὅλα δύσκολα καὶ σκοτεινά.
* Πρέπει νὰ μάθουμε τὴ γλώσσα τοῦ Κράτους ἐκείνου (τοῦ Οὐρανοῦ), διότι ὅταν δὲν τὴν γνωρίζουμε θὰ μᾶς κοροϊδεύουν. Διαφορετικὰ δὲ θὰ μποροῦμε νὰ μποῦμε μέσα. Ἐκεῖ δὲ θὰ ὑπάρξει Πάτμος ἢ Κάλυμνος ἢ Ρόδος ἢ τὰ Χανιὰ τῆς Κρήτης…
* Στὸ Μοναστήρι πρέπει νὰ ξέρετε, ἄλλους ἀνθρώπους στέλνει ὁ Θεὸς καὶ ἄλλους στέλνει ὁ διάβολος. Ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ἐνισχύουν, ὁ διάβολος γιὰ νὰ διαλύουν τὰ Μοναστήρια.
* Σᾶς δίνω μία συμβουλή, ποτὲ μὴ δέχεστε πρόσωπα, μὲ κωδωνοκρουσίες, μὲ ἐπαίνους καὶ θαυμασμούς. Θὰ τὰ δέχεστε μὲ ἀγάπη μετρημένη. Ποτὲ μὴ παίρνετε πρόσωπα μὲ τὴ σκέψη τῆς μονιμότητας, χωρὶς δοκιμή. Ὅταν δὲν ὑπάρχει στὸν ἄνθρωπο ἡ ἐσωτερικὴ θερμότητα τότε καὶ καλοκαίρι νὰ εἶναι κρυώνει, παγώνει…
* Ὅταν ἡ καρδιά μας δὲν ἔχει τὸ Χριστό, τότε θὰ βάλουμε μέσα ἢ χρήματα ἢ κτήματα ἢ ἀνθρώπους.
* Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόσετε αὐτὴν τὴν ἐντολή. Ὅσο μπορεῖτε νὰ καλλιεργήσετε τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Σὲ τέτοιο σημεῖο ποὺ ὅταν θὰ προσφέρετε τ᾿ ὄνομά Του νὰ τρέχουν δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια σας. Ἡ καρδιά σας πρέπει νὰ καίγεται πραγματικά. Τότε Αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ δάσκαλός σας. Αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ ὁδηγός σας, ὁ ἀδελφός σας, ὁ πατέρας καὶ ὁ Γέροντάς σας.
* Μὴ δώσετε ποτὲ σημασία σὲ κανένα γήινο καὶ ἀσταθές. Νὰ ἔχετε προσοχή, ὑπομονὴ καὶ στὴν ἀπομόνωση νὰ βλέπετε καὶ νὰ ἐξετάζετε τὸν ἑαυτό σας.
* Ἃς καλλιεργήσουμε πρῶτα τὸν ἑαυτό μας, ὁ κόσμος θέλει νὰ δεῖ ἀνθρώπους ἐφαρμοστὲς τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ σπανίζουν στὴν ἐποχή μας.
* Ἀγαπῆστε μὲ ὅλη τὴν καρδιά σας τὸν Νυμφίο σας Χριστὸ καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ σᾶς ἀγαποῦν καὶ θὰ σᾶς περιποιοῦνται.
* Εὔχομαι νὰ ζήσετε ἅγια καὶ νὰ ἀκολουθήσετε τὶς ἅγιες γραμμὲς τῶν Πατέρων μας ἀπὸ τώρα ποὺ εἶστε νέες, γιὰ νὰ βρεθεῖτε ὅλες στὸν Παράδεισο. Αὐτὸς εἶναι ὁ προορισμός σας.
* Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ μὴ φύγει ἀπὸ πάνω σου, ἀπὸ τὴν καρδιά σου.
* Εἶναι ὡραῖο, θαυμάσιο πρᾶγμα νὰ βλέπεις νὰ συνδέονται πρόσωπα μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
* Ὁ πειρασμὸς ἀδημονεῖ, στενοχωρεῖται καὶ δημιουργεῖ ἐξωτερικοὺς πολέμους. Ξέρει τόσες τέχνες… σέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ ἀμφιβολία. Γι᾿ αὐτὸ ἔχουμε πολλὰ ναυάγια.
* Ὅταν δῶ τὸν ἄνθρωπο νὰ διψάει πολὺ δὲ δίνω πολὺ σημασία στὴ νηστεία (γιὰ Θεία Κοινωνία). Μερικοὶ δείχνουν τόση μετάνοια ποὺ πρέπει νὰ ὑποβοηθοῦνται.
* Ἡ λαχτάρα εἶναι τὸ μεγαλύτερο.
* Ὁ πειρασμὸς ξέρεις τί μάστορας εἶναι; Τὰ ἐλάχιστα τὰ κάνει μεγάλα. Μεταχειρίζεται μεγάλη πολιτική.
* Ἐπιθυμῶ τὴν ἀναγέννηση τοῦ Μοναχισμοῦ, διότι κατὰ τὴ γνώμη μου τὸ Εὐζωνικὸ Τάγμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Μοναχισμός.
* Οἱ ψυχὲς ἔχουν διάθεση νὰ δοῦν τὸ κάλλος τῆς μορφῆς τοῦ Θεοῦ.
* Ἡ προστασία τοῦ Θεοῦ ἀποδυναμώνει τοὺς πειρασμούς μας.
* Ὅταν ὑπάρχει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δίνεται ἡ σοφία.
* Ὅλοι οἱ ἅγιοι αἰσθάνονταν χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση ὅταν ἐπισκέπτονταν τὴν οὐράνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
* Ἐπειδὴ εἶναι γενικὴ ἐξαχρείωση, δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν ὅτι ὑπάρχει πνευματικὴ ἀγάπη.
* Ὅλη μου ἡ περιουσία εἶστε ἐσεῖς.
* Ὅταν δῶ ἄνθρωπο ἐρεθισμένο προσεύχομαι νὰ τὸν εἰρηνεύσει ὁ Κύριος καὶ δὲν ἀκούω τί λέει. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲ στενοχωριέμαι. Ὅταν θὰ ἠρεμήσει καὶ θὰ δοθεῖ ἡ κατάλληλη εὐκαιρία τότε τοῦ μιλάω, διότι τότε εἶναι ἀκριβῶς σὲ θέση νὰ καταλάβει τὴν ἀφροσύνη του.
* Πρέπει ὁ ἐξομολόγος πολλὲς φορὲς νὰ κλάψει, νὰ πονέσει περισσότερο ἀπὸ τὸν ἐξομολογούμενο γιὰ νὰ μπορέσει νὰ τὸν ξεκουράσει. Εἰλικρινὰ πρέπει νὰ θλίβεται γιατί τὸ νοιώθει ἡ ψυχή. (Ἰούλιος 1969).
* Οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι σὲ κουράζουν, διότι σὰν ἠλεκτρικὰ κύματα ἔρχεται ἐπάνω σου ὅ,τι ὑπάρχει ἀποθηκευμένο μέσα τους.
* Πρέπει νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι τῆς χάριτος καὶ ὅποιος μᾶς πλησιάζει νὰ ξεκουράζεται. Νὰ τοὺς βλέπουμε ὅλους ἀνώτερους, ὅσες ἀδυναμίες καὶ ἂν παρουσιάζουν. Νὰ μὴ φερόμαστε μὲ σκληρότητα, ἀλλὰ πάντοτε νὰ ἔχουμε στὴ σκέψη μας ὅτι εἶναι καὶ ὁ ἄλλος τοῦ αὐτοῦ προορισμοῦ.
* Ἐγώ, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, πάντοτε ἔβλεπα ὅλους ἀνώτερους ἀπὸ ἐμένα καὶ ἁγίους.
* Ἀδιαφόρει γιὰ ὅλα τὰ ἐμπόδια. Ἡ μόνη ἀπασχόλησή σου, ἡ σκέψη σου νὰ εἶναι ὁ Νυμφίος σου. Νὰ μιλᾶς μόνο μὲ Αὐτόν.
* Ἐμεῖς πρέπει νὰ ἔχουμε ἀγάπη. Τὸ μεγαλύτερο κακὸ νὰ μᾶς κάνουνε πρέπει νὰ τοὺς ἀγαποῦμε. Μόνο μὲ τὴν ἀγάπη θὰ μποῦμε στὸν Παράδεισο.
* Νὰ καλλιεργεῖς τὴν εὐχὴ καὶ θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ ἡ καρδιά σου θὰ σκιρτάει ἀπὸ χαρά, ὅπως ὅταν πρόκειται νὰ δεῖς ἕνα πολυαγαπημένο σου πρόσωπο.
* Τὴ βραδινὴ προσευχὴ νὰ μὴν τὴν ἀμελεῖς. Νὰ προσεύχεσαι μὲ διάθεση ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ πηγαίνουν σὲ συμπόσιο. Εἶναι ξύπνιοι καὶ αἰσθάνονται ὅλο χαρά. Ἔτσι καὶ ἐσὺ ἀφοῦ πρόκειται νὰ μιλήσεις μὲ τὸν Νυμφίο σου, νὰ μὴν ἀκοῦς ὅταν σου λέει ὁ πειρασμὸς διάφορα γιὰ νὰ σὲ ἐμποδίσει, γιατί ξέρεις ἔχουμε ἕναν ποὺ ἐνδιαφέρεται πολὺ γιὰ μᾶς.
* Ἐρώτηση: Πῶς πρέπει, Γέροντα, νὰ σκεφτόμαστε τὸ Χριστό;
Ἀπάντηση: Πάντα μὲ ἀγάπη, πρέπει φέρνουμε στὴ μνήμη μας τὸ Χριστό. Μπορεῖ νὰ κρατᾶμε στὰ χέρια μας μιὰ φωτογραφία ἑνὸς ἀνθρώπου ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸν γνωρίζουμε, ἢ μᾶλλον δὲν ἀγαπᾶμε δέ μας συγκινεῖ. Ἐνῶ ὅταν πάρουμε τὴν φωτογραφία τῆς μάνας μας ἀμέσως ἡ ψυχή μας σκιρτάει καὶ κλαίει ἀπὸ ἀγάπη.
* Ἐρώτηση: Θὰ σωθοῦμε Γέροντα;
Ἀπάντηση: Μὰ γι᾿ αὐτὸ βάλαμε τὰ ράσα γιὰ νὰ σωθοῦμε. Ὁ πνευματικὸς ἀγώνας θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸν Παράδεισο. Τὸ ὅτι πολεμᾶμε τοὺς λογισμούς, ὁ κόπος αὐτὸς θὰ μᾶς βάλει στὸν Παράδεισο.
* Οἱ ἐφημερίδες τοῦ Οὐρανοῦ τὰ γράφουν ὅλα ὅσα γίνονται ἐδῶ καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά.
* Παιδί μου, ὅσο μπορεῖς νὰ δίνεις ἀγάπη σὲ ὅλους. Εἶσαι ὑποχρεωμένη. Ζητάει τὸ ὀρφανὸ πατέρα νὰ βρεῖ, δὲν ἔχει. Ζητάει μάννα τὸ ἴδιο, ζητάει ἀδελφή, δὲν ἔχει ἀδελφή. Γι᾿ αὐτὸ ζητάει νὰ βρεῖ ἀγάπη ἀπὸ σένα, ἀγάπη πραγματική. Ἐσὺ πρέπει νὰ ἀντικαταστήσεις ὅλα τὰ ἀγαπημένα πρόσωπα τοῦ ὀρφανοῦ.
* Ἐκεῖνον, ποὺ μᾶς πληγώνει καὶ μᾶς κάνει νὰ πονᾶμε, ὀφείλουμε νὰ τὸν ἀγαπᾶμε διπλά.
* Ὅπως ἐξυπηρετεῖς τὸν πρῶτο, ἔτσι πρέπει νὰ βοηθᾶς τὸν δεύτερο, τὸν τρίτο καὶ τὸν τελευταῖο.
* Δὲν εἶναι τὰ φτερὰ ποὺ μποροῦν νὰ ὑψώσουν τὸν ἄνθρωπο πάνω ἀπὸ τὴ γῆ, ἡ καθαρότητα καὶ ἡ ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς. Πρέπει νὰ εἶσαι ἁπλὸς στὶς πράξεις σου καὶ καθαρὸς στὴ σκέψη καὶ στὰ αἰσθήματά σου. Μὲ τὴν καθαρὴ καρδιὰ θὰ ἀναζητᾶς τὸ Θεό, μὲ τὴν ἁπλότητα θὰ τὸν βρίσκεις καὶ θὰ τὸν χαίρεσαι. Ἡ καθαρὴ καρδιὰ περνάει εὔκολα τὶς πύλες τοῦ οὐρανοῦ.
* Ἡ αὐταπάρνηση πρέπει νὰ καλλιεργεῖται μὲ διάκριση, διότι διαφορετικὰ φτάνουμε στὴν αὐτοκτονία.
* Στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς βρισκόμαστε, πότε θὰ ἔχουμε φουρτούνα καὶ πότε γαλήνη. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δέ μας ἀφήνει. Διαφορετικὰ θὰ εἴχαμε καταποντιστεῖ ἐὰν δὲν μᾶς συγκρατοῦσε.
* Οἱ ἅγιοι πάντοτε σκέφτονταν τὴν ἄλλη ζωή. Εἶναι χάρισμα ἡ μνήμη τοῦ θανάτου. Ὁ Θεὸς μᾶς προφυλάσσει ἀπὸ τὸν πειρασμό.
* Δὲν ἀφήνει νὰ πειρασθοῦμε ἄνω τῶν δυνάμεών μας. Ὅλα τὰ ἐπιτρέπει γιὰ τὸ καλό μας.
* Ὅταν αὐξηθεῖ ἡ πνευματικότητα, θὰ καταπολεμηθεῖ καὶ ἡ ὑπνηλία.
* Ἡ προσευχὴ εἶναι χάρη. Τὴν δίνει ὁ Θεός, ὅταν ὑπάρχει ζῆλος καὶ ταπείνωση.
* Πολέμησε γενναῖα τὸν μισόκαλο ποὺ σὲ φθονεῖ, ὑπόμενε ὅτι καὶ ἂν σοῦ συμβαίνει μὲ καρτερία μὲ ὑπομονὴ καὶ πίστη. Μὴν ἀφήνεις νὰ σὲ τυραννάει ὁ ἐχθρός της ψυχῆς σου, ἐμφανίζεται μὲ ἔνδυμα προβάτου θέλει δῆθεν τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς σου.
* Ἔχε ἐμπιστοσύνη στὸν Κύριο γιὰ ὅλα καὶ αὐτὸς θὰ σὲ διαθρέψει σὲ ὥρα λιμοῦ.
* Μὲ ἕνα καλὸ λόγο γιὰ τὸν πλησίον σου, ὑπερασπίζοντας τὸν ἀγοράζεις τὸν Παράδεισο.
* Ἡ μετάνοια πρέπει νὰ γίνεται ὄχι γιὰ τὸν φόβο τῆς τιμωρίας ἀλλὰ διότι ἁμαρτήσαμε πρὸς τὸ Θεό.
* Γλύκανε τὴ σκέψη σου μὲ λογισμοὺς παραμυθίας καὶ ἐλπίδας, τὰ λόγια σου πύρωσε τὰ μὲ τὴ θέρμη τῆς ἀγάπης στὸν Νυμφίο σου, θυμήσου τὰ δικά Του παθήματα τὰ ὁποῖα ὑπέστη γιὰ σένα γιὰ νὰ μείνεις σταθερή, ἀφοσιωμένη καὶ ταπεινή.
* Παράδωσε τὸν ἑαυτό σου ὁλόκληρο στὴν προστασία καὶ σκέπη τῆς Παναγίας.
* Τὴν φιλοξενία παιδί μου νὰ τὴν ἀγαπᾶς γιατί αὐτὴ εἶναι ποὺ ἀνοίγει τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου. Μὲ αὐτὴ φιλοξενεῖς κι᾿ Ἀγγέλους «Ξένους ξένιζε ἵνα μὴ τῷ Θεῷ ξένη γένῃ».
* Μὴν τρέχετε στὰ ψαλτήρια καὶ στοὺς ὕμνους, πολὺ μὲ λυπεῖ αὐτὸ τὸ πράγμα. Πιὸ σιγὰ ψάλλετε γιὰ νὰ συμμετέχει ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά σας σὲ ὅ,τι λέτε. Ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ κλαῖτε ὅταν ψάλλετε, ἀλλὰ αὐτὸ γιὰ σᾶς… Νὰ δῶ πότε θὰ μάθετε νὰ κλαῖτε. Οἱ παλιοὶ Μοναχοὶ κρατοῦσαν πάντοτε μαντήλια στὶς ἀκολουθίες.
* Οι Ἅγιοι Πατέρες ὑπετάσσοντο μὲ ἁπλότητα σὰν μικρὰ παιδιὰ σὲ ὅ,τι τοὺς ἔστελνε ὁ Θεός, «Ἔτσι τὸ θέλεις, ἂς γίνει τὸ θέλημά σου».
* Ἡ φιλοξενία… ἡ μεγαλύτερη τῶν ἀρετῶν. Ἐπισύρει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
* Στὸ πρόσωπο κάθε ξένου, παιδί μου, βλέπω τὸν ἴδιο τὸ Χριστό.
* Ἡ θλίψη εἶναι εὐάρεστη στὸ Θεὸ ἐφ᾿ ὅσον δέ μας ἀφαιρεῖ τὸ θάρρος ν᾿ ἀγωνιζόμαστε.
* Εἶναι ἀπαραίτητο καὶ συμφέρον νὰ γίνεται κατὰ περιόδους μία γενικὴ αὐτοεξομολόγηση (μνήμη ὅλων τῶν προτέρων ἁμαρτημάτων). Τὸ ἔκαναν καὶ οἱ Ἅγιοι.
* Χρειάζεται καλλιέργεια γιὰ νὰ ἔχουμε τὴν ἀγάπη πρὸς ὅλους μὲ τὸ μέτρο ποὺ θέλει ὁ Χριστός.
* Ὅλα τὰ ζητήματά σου νὰ τ᾿ ἀφήσεις στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὅ,τι θέλεις νὰ τὸ ζητὰς σὰν τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸν πατέρα του.
* Ἡ εὐχὴ εἶναι δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Νὰ ζητᾶς πάντα μὲ ἐλπίδα.
* Δὲ θὰ μᾶς σώσουν, ἀδελφή μου τὰ ἔργα μας, ἀλλὰ τὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀπόκτησε θάρρος καὶ ὑπομονὴ στὸν ἀγώνα σου.
* Σὲ φθονεῖ ὁ Σατανᾶς παιδί μου, γιατί ἄφησες τὸν κόσμο μὲ τὶς κοσμικὲς τιμὲς καὶ δόξες καὶ ἦρθες ἐδῶ μὲ τὴ θέλησή σου, στὸ στάδιο ποὺ θὰ μᾶς ὑποτιμήσουν, θὰ μᾶς περιφρονήσουν πολλοί…
Ἀποφθέγματα τοῦ νέου ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας Ἀμφιλοχίου Μακρῆ Εκτύπωση

περί θεώσεως του ανθρώπου διδασκαλία των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας



Παναγιώτου Μπρατσιώτου, Θεολογία 42, σελ. 30-42, Αθήνα 1971
Κεντρική και αρκούντως χαρακτηριστική διδασκαλία της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλη- σίας είναι η «περί θεώσεως του άνθρωπου». Η διδασκαλία αύτη διατυπωθείσα το πρώτον υπό του Μικρασιάτου την καταγω- γήν Πρεσβυτέρου, είτα δε και Επισκόπου της Εκκλησίας του Λουγδούνου (Λυών) της Νοτίου Γαλατίας, Ειρηναίου, βραδύ- τερον δε και υπό του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Μεγ. Αθανασίου λαμπρυνθείσα και εμπεδωθείσα έχει ως έξης: «Ὁ Θεός ἐγένετο ἄνθρωπος, ἵνα ἡμεῖς γενοίμεθα ὅ,τι Αὐτός ἐστίν», διδασκαλία ήτις τυγχάνει ξένη προς τον Δυτικόν κόσμον, μάλιστα δε τον Προτεσταντικόν. Όμως η τιμή της πρώτης συστηματικής θεμελιώσεως και επιστημονικής διατυπώσεως της διδασκαλίας ταύτης εν τη Δύσει και δη εν τη Γαλλική γλώσση, ανήκει εις την εν Παρισίοις εγκατεστημένην Ρωσίδα την καταγωγήν θεολόγον Myrra Lot - Borodine δημοσιεύσασαν ειδικήν πραγματείαν εν τη Revue de l ' histoire de Religion κατά τα έτη 1930-1932. Η πραγματεία δε αύτη ανεδημοσιεύθη εις β' έκδοσιν το 1970 εν τη σειρά των εκδόσεων της Bibliotheque Oecumenique ( Editions du Gerf ) υπό την ενθάρρυνσιν του επιφανούς Γάλλου καρδιναλίου καθηγητού της Θεολογίας Jean Danielou προτάξαντος μάλιστα και εμπεριστατωμένην όσον και εγκάρδιον εισαγωγήν εις την έκδοσιν ταύτην (σελ. 9-18), εισαγωγήν άνατρέχουσαν μέχρι της ιστορικής περιόδου των ετών 1930-1950, εποχής της εν τη Δύσει ανακαλύψεως και μελέτης του Βυζαντινού μυστικισμού, του οποίου αι α ρχαί ανάγονται μέχρι του Ωριγένους, Γρηγορίου του Νύσσης, του συγγραφέως των εις Διονύσιον τον Αρεοπαγίτην αποδιδόμενων συγγραμμάτων, έτι δε και Μαξίμου του Ομολογητού και άλλων, ων την άμεσον επίδρασιν, ως και του βιβλίου του R. Otto υπό την επιγραφήν Das Heilige εδέχθη και η μνημονευθείσα Ρωσίς συγγραφεύς. Ας σημειωθή δ' ενταύθα ότι η μνημονευθείσα β' έκδοσις του εν λόγω έργου περιέχει και άλλας δύο συγγενείς, αξιόλογους δε θεολογικός πραγματείας, μίαν υπό τον τίτλον La doctrine dela Grâce et dela Liberté dans l ' Orthodoxie Grecque - orientale και ετέραν υπό τον τίτλον La beatitude dans l' Orient Chrétien. Mysterium Spei. E πί τούτοις δε σημειωθήτω e νταύθα ότι παρ' ημίν η πρώτη περί του θέματος της «θεώσεως» δημοσιευθείσα αξιόλογος θεολογική εργασία είναι η συγγραφείσα υπό του τότε μεν Υφηγητού, νυν δε Καθηγητού της Ιστορίας των Δογμάτων εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω κ. Ανδρέου Θεοδώρου υπό τον τίτλον «Η περί θεώσεως του άνθρωπου διδασκαλία των Ελλήνων Πατέρων μέχρις Ιωάννου του Δαμάσκηνου» (1956). Το θέμα δε τούτο προετιμήσαμεν και ημείς προς ανάπτυξιν Γερμανιστί εν τη Φλαμανδική Ακαδημία των επιστημών κ. λ.π. των Βρυξελλών γενομένην την 13ην Μαΐου 1961 εν τη ιδιότητι του Ξένου Εταίρου αυτής, ήτις ανακοίνωσις και παρατίθεται εφεξής εν ελληνική μεταφράσει μετά τίνων προσθηκών (1 ).
Επί τη ευκαιρία ταύτη ας σημειωθή ενταύθα ότι από μεν ρωμαιοκαθολικής επόψεως άξιαι μνείας τυγχάνουσι και αι σχετικαί έργασίαι του Jules Gross, La divinisation du Chétien d ' après les Pères Grecs ( Paris 1938) και του L. Βaur Unterscuchungen ü ber die Vergö ttlichungslehre in der Theologie der Griechischen Kirchenv ä ter, ήτις εδημοσιεύθη εν τη Theologische Quartalschrift 1916 και 1920 (2) · εξ επόψεως δε προτεσταντικής, εκτός των μεγάλων δογματοϊστορικών έργων του Ad. Harnack εφοδιασμένων μετά οξειών κρίσεων κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας χαρακτηριζόμενης ως μειονεκτούσης και αυτού του Ισλάμ (3) και του Β. Seeberg, άξιαι μνείας είναι αι εργασίαι του Κ. Bornhauser, Die Verg ö ttlichungslehre des Athanasius und des Joh. Damascenes (1903) πρβλ. Α. Ν yg ren, Eros und Agape (1952).
Μετά δε την βραχείαν ταύτην εισαγωγήν ας εξετάσωμεν δια βραχέων α) την σχετικήν διδασκαλίαν των Ελλήνων Πατέρων, β) την έναντι της διδασκαλίας ταύτης στάσιν της Δύσεως και γ) την συνοπτικήν βιβλικοθεολογικήν θεμελίωσιν της εν λόγω διδασκαλίας, ως και τας προς την ελληνικήν φιλοσοφίαν σχέσεις αυτής.
 
I. Η περί θεώσεως τοϋ άνθρωπου διδασκαλία των Ελλήνων Πατέρων.
Εν πρώτοις υπό την λέξιν «θέωσις» νοείται η χάριτι θεία πνευματική και ηθική αναμόρφωσις εν τη θρησκευτική φύσει του πιστού κατά το παράδειγμα του θεανθρώπου Σωτήρος, ως και η δι' αυτού μετά του εν Τριάδι Θεού ένωσις αυτού. Εισηγητής δε της διδασκαλίας ταύτης των Ελλήνων πατέρων εγένετο, ως είπομεν, ο Ειρηναίος, ο πρώτος μετά τον απόστολον Παύλον σπουδαίος θεολόγος και ιδρυτής της εκκλησιαστικής θεολογίας, ο κατά την προσφυά παρατήρησιν του επιφανούς Ελβετού θεολόγου και καθηγητού του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης Emil Brunner, εναντίον του Ad. Harnack, «το πλήρωμα του χριστιανικού κηρύγματος της Καινής Διαθήκης κ αι όλης της βιβλικής θεολογίας εις ενότητα συγκροτήσας» (4), όστις Ειρηναίος εν τη εισαγωγή του ε' βιβλίου του μεγάλου έργου του Adversus Haereses (5) ε δίδαξεν ότι «ὁ Θεός Λόγος ἐγένετο ὅ,τι ἡμεῖς ἐσμέν, ἵνα ἡμᾶς καταστήσῃ ὅ,τι αὐτός ἐστι». Κατά ταύτα, ήδη κατά τον Ειρηναίον η θέωσις απετέλεσε τον τελικόν σκοπόν της δημιουργίας του άνθρωπου, συμφώνως άλλως τε προς τους λόγους του Θεού δημιουργού του ανθρώπου (Γένεσις α' 26). Σημειωτέον δ' ότι την ιδέαν ταύτην συναντώμεν ολίγον βραδύτερον και παρά τω Μεθοδίω και τω Ιππολύτω, ως και παρά τοις Αλεξανδρινούς θεολόγοις Κλήμεντι και Ω ριγένει. Την κλασικήν όμως διατύπωσιν της ιδέας ταύτης εύρίσκομεν, ως είπομεν, ολίγον βραδύτερον εν τη ρήτρα Αθανασίου του Μεγάλου· «Αὐτός γάρ ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» (6). Ήδη δε η διατύπωσις αύτη περιέχει αμφότερα τα κύρια σημεία της διδασκαλίας περί θεώσεως, τουτέστι την θεοποίησιν της ανθρωπινής φύσεως εν τω Θεανθρώπω Ιησού Χριστώ, ως και την θεοποίησιν της ανθρωπινής φύσεως παρά τοις πιστοίς χριστιανοίς, ήτις είναι καρπός της πρώτης. Αμφότερα δε τα σημεία ταύτα στρέφονται περί την μυστικήν ενότητα της ανθρωπινής φύσεως παρά τε τω πρώτω και τω δευτέρω Αδάμ, η οποία ενότης είναι κύριον γνώρισμα και θεμελιώδης ιδέα της τε βιβλικής και εν γένει της χριστιανικής θεολογίας. Όπως δήποτε δ' η περί θεώσεως διδασκαλία, ήτις ως είπομεν, αποτελεί ολόκληρον σύμπλεγμα ιδεών και συμπίπτει μετά της περί λυτρώσεως διδασκαλίας, κατέλαβε κεντρικήν θέσιν ουχί μόνον εν τω δογματικώ συστήματι του Μ. Αθανασίου, αλλά και εν γένει εν τη ελληνική Θεολογία.
Οι ευγλωττότατοι εκπρόσωποι της διδασκαλίας ταύτης ήσαν, μετά τον’θανάσιον, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (7), Γρηγόριος ο Νύσσης (8), και ιδιαιτέρως Κύριλλος ο Αλεξανδρείας (9), παρά τω οόποίω η διδασκαλία αύτη εύρε την μεγίστην εξέλιξίν της, βραδύτερον δε ο λεγόμενος Ψευδοδιονύσιος Αρεοπαγίτης (10), Μάξιμος ο Ομολογητής (11 ) και Ιωάννης ο Δαμασκηνός (12), όστις ου μόνον εσυνόψισε την διδασκαλίαν των προγενεστέρων εκκλησιαστικών Πατέρων, αλλά και επεξήγησε την ιδέαν ταύτην.
Αλλά και εις τον Μ. Βασίλειον δεν είναι άγνωστος η διδασκαλία αύτη (13), μόνον ότι ούτος προσεκτικώτερον του αδελφού αυτού Γρηγορίου του Νύσσης διατυπώνει την διδασκαλίαν ταύτην. Αλλά και εις αυτούς τους Αντιοχείς, μάλιστα δε εις τον Χρυσόστομον και τον Κύρου Θεοδώρητον, δεν έμεινεν όλως ξένη η διδασκαλία αύτη, παρά τινας ορθολογιστικάς ροπάς της Σχολής αυτών (14). Ο Θεοδώρητος μάλιστα δεν διστάζει να χρησιμοποίηση και την λέξιν «θεοποίησις» (15). Όπως δήποτε δε η ιδέα αύτη διήκει δια μέσου της Βυζαντινής θεολογίας διαδραματίζουσα μάλιστα ιδιαίτερον μέρος παρά Συμεών τω Νέω Θεολογώ († l022), Νικολάω τω Μεθώνης († 1165) και προ παντός παρά Γρηγορίω τω Παλαμά κατά τον IE' αιώνα (16). Αλλά και εν τη Ρωσική και τη συγχρόνω Ελληνική Θεολογία συντόνως σπουδάζεται η διδασκαλία αύτη (17), εν δε τη Θεία Λειτουργία και δη και τη Βυζαντινή Υμνογραφία τονίζεται πολλάκις η ιδέα αύτη αποτελούσα μίαν των προσφιλέστερων εκφράσεων της Ορθοδόξου ευσέβειας.
Ήδη ας προχωρήσωμεν εις την εξέτασιν του νοήματος του εν λόγω συμπλέγματος ιδεών της θεώσεως. Προ παντός πρέπει η έντονος, αλλά, ως θα ίδωμεν, τας ρίζας αυτής εν αυτή τη Βίβλω έχουσα λέξις «θέωσις» να μη νοηθή εν πλωτινείω, δηλαδή εν πανθεϊστική έννοια. Εναντίον της πανθεϊστικής εκδοχής της λέξεως αντιτίθεται κατά πρώτον λόγον η σταθερά πίστις απάντων των Ελλήνων Πατέρων εις την απόλυτον υπερκοσμιότητα της φύσεως του Θεού, ήτις ιδιαιτέρως εν τοις έργοις των Πατέρων τούτων αποκλείει την κατανόησιν αυτής. Πράγματι δ' ανυπέρβλητον χάσμα, κατά τους Έλληνας Πατέρας, υφίσταται μεταξύ του απείρου Θεού και του πεπερασμένου άνθρωπου η δε πίστις αύτη αποτελεί τον ακρογωνιαίον λίθον της Ελληνικής πατερικής θεολογίας. Το σημείον μάλιστα τούτο τονίζεται λίαν εντόνως εν τη Δ' Οικουμενική Συνόδω της Χαλκηδόνος (451) ήδη εν σχέσει προς την ένωσιν αμφοτέρων των φύσεων εν τω Ιησού Χριστώ. Το δε σύμβολον πίστεως της Χαλκηδόνος περιγράφει την ένωσιν αμφοτέρων των φύσεων του Ιησού Χριστού ως πραγματοποιηθείσαν «ασυγχύτως» και «ατρέπτως» εναντίον του Μονοφυσιτισμού, και «αδιαιρέτως» και «αχωρίστως» εναντίον του Νεστοριανισμού. Αλλά και εν τη Ελληνική θεία Λειτουργία και Υμνογραφία τονίζεται συχνάκις το σημείον τούτο. Εν δε τω αγώνι της Ορθοδοξίας εναντίον της μονοφυσιτικής εκδοχής της θεώσεως της ανθρωπινής φύσεως εν τω Ιησού Χριστώ τονίζει επανειλημμένως Αναστάσιος ο Σιναίτης (Ζ' αιώνος), ότι «θέωσις ἐστίν ἡ ἐ πί τό κρεῖττον ὕψωσις, οὐδαμῶς δέ μείωσις ἡ μετάστασις τῆς φύσεως». Περαιτέρω δε συνεχίζει «θέωσις σημαίνει ὅτι ὑψοῖ εἰς ὑ ψηλοτέραν λάμψιν, οὐ μήν τῆς οἰκείας φύσεως ἀλλοιωθέν» (18). Παρόμοιας δε παρατηρήσεις ευρίσκομεν και εν τοις έργοις πάντων των περί την διδασκαλίαν ταύτην ασχοληθέντων Πατέρων (19 ).
Η θέωσις της ανθρωπινής φύσεως προϋποθέτει είδικήν πίστιν: α') ό τι ο Θεός είναι αυτή η προσωπική αγάπη προς τους ανθρώπους και β') ότι η ανθρωπίνη φύσις είναι συγγενής μετά της θείας. Το δε νόημα της θεώσεως ταύτης είναι η ανύψωσις της ανθρωπινής φύσεως εις την σφαίραν του Θείου και η πνευματική, μυστική μετά του Θεού ένωσις. Τα κύρια σημεία της θεώσεως ταύτης είναι ως προς μεν το σώμα η υπερνίκησις της ύλης, η πνευματοποίησις, το αδιάφθορον και η αθανασία· ως προς δε την ψυχήν είναι η πνευματική μυστική μεταμόρφωσις και ένωσις μετά του Θεού και της Χάριτος αυτού.
Η ορθόδοξος όμως χριστιανική περί λυτρώσεως διδασκαλία των Ελλήνων πατέρων δεν έχει μόνον αρνητικήν, αλλά και θετικήν όψιν. Εν τη λυτρώσει δια του Ιησού Χριστού δεν πρόκειται τόσον, όσον εν τη Δύσει, περί απλής άρσεως της αμαρτίας και απλής δικαιώσεως και συνδιαλλαγής του δημιουργήματος μετά του Δημιουργού, αλλά μάλλον και προ παντός περί «ανακεφαλαιώσεως» της ανθρωπινής φύσεως, ίνα χρησιμοποιήσωμεν την έκφρασιν του Ειρηναίου. Αλλ' η λύτρωσις αύτη εννοείται και ως ανακαίνισις και θεία αναμόρφωσις και δη ως μεταμόρφωσις της φύσεως ταύτης. Δια τούτο η εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου εν τη Ελληνική Ορθοδόξω Εκκλησία τελείται τόσον πανηγυρικώς τη 6 Αυγούστου.
Η δε κυρία βάσις και συγχρόνως ο κύριος παράγων της θεώσεως παρά τε τω Θεανθρώπω και παρά τοις πιστοίς είναι η ενανθρώπισις του Θεού Λόγου εν τω Ιησού Χριστώ, εν τω οποίω α) δια της ενώσεως της θείας και της ανθρωπίνης φύσεως, κατά τον νόμον της λεγομένης «αντιδόσεως ιδιωμάτων», η α νθρωπινή φύσις θεούται «δυνάμει», β) δια της πλήρους υποταγής της θελήσεως του Λυτρωτού υπό την θέλησιν του Θεού Πατρός, υποταγής η όποια έφθασε μέχρι του σταυρικού θανάτου, κατεδείχθη και δη και ήνοιξεν η οδός προς την λύτρωσιν και προς την θέωσιν. γ) Η Ανάστασις και η Ανάληψις του Λυτρωτού δεν αποτελεί μόνον το κορύφωμα και την επίστεψιν τοΰ λυτρωτικοΰ έργου αυτού, άλλά και τον θρίαμβον της υπό του Θεού Λόγου προσληφθείσης ανθρωπινής φύσεως, ήτις εκάθισεν εν δεξιά του Πατρός εν τω ούρανώ. Δια τούτο η Ανάστασις Αυτού είναι η μεγίστη χριστιανική εορτή εν τη Ελληνική Ο ρθοδόξω εκκλησία.
Επίσης δε καρπός του απολυτρωτικού έργου του Σωτήρος είναι η κάθοδος του Α γίου Πνεύματος και η δι' αυτού ίδρυσις της Εκκλησίας κατά την Κυριακήν της Πεντηκοστής. Εν τη Εκκλησία δε ταύτη συνεχίζεται δια της χάριτος του Α γίου Πνεύματος το λυτρωτικόν έργον του Χριστού, ο δε χριστιανός αποβαίνει ούτω κοινωνός της ποικίλης χάριτος του Θεού δια της μυστικής μετά του Χριστού επικοινωνίας και δη δι' αποδοχής των Μυστηρίων, ιδία δε της του Βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας, δια των οποίων αρύεται ούτος την πνευματικήν δύναμιν προς κατόρθωσιν της αρετής και επίτευξιν του αγιασμού δια μέσου της συνεργασίας της ελευθέρας θελήσεως του και της πνευματικής του εν γένει συγκροτήσεως μετά της Θείας χάριτος. Εν τη Θεία Ευχαριστία μεταλαμβάνει ο χριστιανός του σώματος και του αίματος του Χριστού, ούτω δε
απολαύει «τοῦ φαρμάκου τῆς ἀθανασίας» και ενούται πνευματικώς μετά του Χριστού. Η θέωσις αρχίζει εν τη παρούση ζωή, αλλά τελειούται εν τη μελλούση ζωή. Εν άλλοις λόγοις η θέωσις νοείται εσχατολογικώς. Όπως δήποτε άπαντα τα σωτηριώδη αγαθά είναι ο καρπός της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου κατά την εκδοχήν των Ελλήνων πατέρων, οίτινες τοποθετούν το κέντρον του βάρους της θείας ενανθρωπήσεως επί της θεότητος του Ιησού Χριστού και της θεώσεως της ανθρωπινής αυτού φύσεως. Εντεύθεν δ' εξηγείται και η σφοδρότης των χριστολογικών ερίδων εν τη ελληνική Ανατολή.
Εκ των ανωτέρω λοιπόν εκτεθέντων προκύπτει 1) ότι η θέωσις του ανθρώπου συνάπτεται στενότατα μετά της ενσαρκώσεως του Θεού Λόγου εν τω Ιησού Χριστώ και μετά της ούτω συντελεσθείσης θεώσεως της ανθρωπινής φύσεως· 2) ό τι ήδη δια της σαφούς και σταθεράς εκδοχής των Ελλήνων Πατέρων, της στηριζομένης επί της μαρτυρίας της Καινής Διαθήκης, η θέωσις του ανθρώπου εν τε τω Ιησού Χριστώ και παρ' εκάστω χριστιανώ δεν εννοείται ουδαμώς μόνον ως φυσική, τουτέστι φυσιοκρατική και μηχανική και δη και ως μαγική , κατά την αντίληψιν της ε λευθερόφρονος νεωτέρας Ιστορίας των Δογμάτων του Α. RitschJ, του Ad. Harnack κ.α., αλλ' ως πνευματική και ηθική (20).
II. Η στάσις της Δύσεως έναντι της διδασκαλίας των Ελλήνων πατέρων περί θεώσεως.
Η ήδη εκτεθείσα διδασκαλία των Ελλήνων πατέρων συνίσταται, ως είπομεν, εκ δύο μερών, τα όποια είναι τα έξης:
1) Η θέωσις της ανθρωπινής φύσεως εν τω θεανθρώπω Ιησού Χριστώ και 2) Η θέωσι ς της ανθρωπινής φύσεως παρά τω πιστώ χριστιανω.
Η μεν θέωσις της ανθρωπινής φύσεως εν τω Ιησού Χριστώ αναγνωρίζεται, υπό την επίδρασιν της ελληνικής χριστολογίας, και υπό του Δυτικού τμήματος της Αρχαίας Καθολικής Εκκλησίας ως κοινόν κύριον σημεΐον του θεμελιώδους δόγματος περί της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου, αν και η Δύσις, κατά την εύστοχον παρατήρησιν του Congar (21), βλέπει εν τη θεία ενανθρωπήσει εν μέσον της επανορθώσεως του σφάλματος και δη μίαν θείαν αναπλήρωσιν, ήτις καθιστά δυνατήν την άφεσιν των αμαρτιών, την ανάκτησιν της απολεσθείσης θείας δωρεάς και την αποκατάστασιν των φιλικών σχέσεων μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Όπως δήποτε όχι μόνον η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μέχρι σήμερον, αλλά, εξαιρέσει αμφιβολιών τίνων περί της λέξεως « θέωσις », και η συντηρητική Προτεσταντική χριστολογία διατελούν υπό την επίδρασιν της περί θεώσεως διδασκαλίας των Ελλήνων πατέρων.
Αδιαλλακτον δε αντίθεσιν κατά της διδασκαλίας ταύτης προβάλλει μόνον η ορθολογίζουσα προτεσταντική θεολογία, ιδιαιτέρως δε αι ο ρθολογιστικαί Ιστορίαι των Δογμάτων του Alb. Ritschl και του Ad. von Harnack. Οι θεολόγοι ούτοι και οι τούτοις ομόφρονες βλέπουσιν εν τη περί λυτρώσεως διδασκαλία της αρχαίας Καθολικής Εκκλησίας μίαν γνωστικίζουσαν ρεαλιστικήν σωτηριολογίαν και θεωρούν το παλαιόν εκκλησιαστικόν Δόγμα περί της Θείας ενανθρωπήσεως ως κυριαρχούμενον υπό μιας φυσικής, μηχανικής και μαγικής αντιλήψεως περί της σωτηρίας, ενώ η σημασία της πίστεως περί της αφέσεως των αμαρτιών, της υποταγής εις το θέλημα του Θεού και της ηθικής πράξεως παραγνωρίζεται τελείως υπό των εν λόγω θεολόγων.
Τουναντίον δ' η εσφαλμένη αύτη προκατάληψις κατά του παλαιού εκκλησιαστικού Χριστολογικοΰ Δόγματος πολεμείται σήμερον όχι μόνον υπό της Ρωμαιοκαθολικής θεολογίας, αλλά και υπό της θετικής Προτεσταντικής πλευράς της εποχής ημών, ως βλέπομεν εν τοις σχετικοίς έργοις του Reinhold Seeberg, του Karl Barth και του Emil Brunner. Ιδιαιτέρως δε ο επιφανής ούτος θεολόγος της Ζυρίχης ήσκησεν εν τω γνωστώ έργω του « Der Mittler » διεξοδικήν και συντριπτικήν κριτικήν εναντίον των πέντε σχετικών κυρίων θέσεων του Ritschl και του Harnack εναντίον του παλαιού Εκκλησιαστικού Δόγματος. Η δε κριτική αύτη του Brunner κλείεται μετά του εξής συμπεράσματος: «Ο νεώτερος ορθολογισμός ενός Ritschl και ενός Harnack είναι πολύ ελληνικώτερος (δηλ. ορθολογιστικώτερος ) παρά η διδασκαλία του Ειρηναίου, του Αθανασίου και του Κυρίλλου. Διότι εκείνο το οποίον οι ως άνω νέοι διδάσκαλοι εννοούν είναι η «ιδέα» (δηλ. η λεγομένη «ηθική ιδέα») υ πό το ένδυμα ιστορικής πραγματικότητος, ενώ οι παλαιοί Εκκλησιαστικοί πατέρες εκφράζουν το εφ' άπαξ της θείας του Χριστού αποκαλύψεως, η οποία ίσταται τοιουτοτρόπως εις αντίθεσιν προς τε την ηθικήν ιδέαν και προς την φύσιν » (22).
Όσον δε αφορά εις την θέωσιν του χριστιανού, τουτέστι την οικείωσιν της εν τω Ιησού Χριστώ συντελεσθείσης απολυτρώσεως, δύναται τις να είπη ότι ήδη ενωρίτερον, μάλιστα δε από του IB ' αιώνος ήρχισαν διαφοραί τίνες μεταξύ της Ελληνικής Ανατολής και της Λατινικής Δύσεως να εμφανίζονται. Και δη από της εποχής εκείνης εξελίσσεται εν τη Ρωμαιοκαθολική Θεολογία, αντί της Ελληνικής Θεολογίας της θεώσεως, μία «θεολογία της χάριτος», εν τη οποία προτιμώνται αι λέξεις «υιοθεσία» και « αναγέννησις », ως και «νέα ζωή», αν και ο Θωμάς Ακυινάτος δεν διστάζει υπό την ελληνικήν επίδρασιν να χρησιμοποίηση αυτήν την λέξιν « θεοποιεῖν » ( deificare ) (23). Εν γένει δε η Ρωμαιοκαθολική Δύσις, παρά την αποφυγήν της λέξεως « θέωσις », εμμένει εις το περιεχόμενον της ελληνικής διδασκαλίας περί θεώσεως το ένδυμα της αγιαστικής χάριτος και της νέας εν Χριστώ ζωής. Γίνεται δ' εν αυτώ λόγος και περί της συμμετοχής των πιστών όχι μόνον εις την Έκκλησίαν, το corpus mysticum Christi αλλά ακόμη και εις την επουράνιον ενθρόνισιν του Χριστού και εις την τριπλήν εν τω Θεώ ζωήν (24).
Εν τη Προτεσταντική όμως θεολογία καταλαμβάνει δεσπόζουσαν θέσηιν η «περί δικαιώσεως» διδασκαλία, κατά την οποία ο άνθρωπος λόγω του προπατορικού αμαρτήματος, λογίζεται ως ολοκληρωτικώς διεφθαρμένος, ούτως ώστε, παρά την δικαίωσίν του, να παραμένη αμαρτωλός ενώπιον του παναγίου Θεού· μόνον δ' εν τη συγχρόνω Λουθηρανική θεολογία (π. χ. του Edm. Schlink ) (25 ) η οξεία αύτη διδασκαλία γίνεταί πως ηπιωτέρα, της αφέσεως των αμαρτιών νοουμένης ουχί μόνον εν τη εννοία του μη καταλογισμού της ( Nichtanrechnung ) αλλά και ως νέας δημιουργίας. Παρομοίας δε ιδέας ευρίσκομεν και παρά τω επιφανεί καλβινικώ θεολόγω των νεοτέρων χρόνων, τω Emil Brunner εν τη προ τινων ετών εκδοθείση τριτόμω Δογματική του (1950 σελ. 317 και 450). Εξ άλλου δε η Ελληνική Ορθόδοξος διδασκαλία περί της θεώσεως εύρε τον σφοδρότατον πολέμιον αυτής εν τω προσώπω του Ad. Harnack, όστις εν τη τριτόμω του Dogmengeschichte (1885-1900) και τω πλειστάκις εκδοθέντι Das Wesen des Christentums (1900) ενήργησεν ανηκούστως οξείαν επίθεσιν ου μόνον εναντίον της διδασκαλίας ταύτης, την οποίαν κατειρωνεύεται, αλλ ' εν γένει κατά της Ελληνικής ορθοδόξου διδασκαλίας ως τάχα «της κατωτάτης βαθμίδος της θρησκείας» και δη και ως κατωτέρας και αυτού του Ισλάμ, κριτικήν εξηγουμένην εν μέρει εκ των θλιβερών παιδικών αναμνήσεων της Ρωσικής κατακτήσεως της ιδιαιτέρας πατρίδος του ανδρός, της Dorpat της Εσθονίας, και δη υπό το φως της λεγομένης «ψυχολογίας του βάθους» ( Tiefenpsychologie ) (26) - πλην η εν λόγω κριτική δεν ευρίσκει απήχησιν ούτε εν τη Ρωμαιοκαθολική ούτε εν τη Προτεσταντική θεολογία.
Αλλ ' είναι καιρός ν' ασχοληθώμεν πλέον περί αυτάς τας βάσεις της περί θεώσεως διδασκαλίας των Ελλήνων πατέρων.
I. Η βιβλική θεμελίωσις της περί θεώσεως διδασκαλίας και αι σχέσεις της προς εξωβιβλικάς Ιδέας
Το κύριον χωρίον της περί θεώσεως διδασκαλίας ευρίσκεται εν τω Α' κεφαλαίω της Γενέσεως στ. 27: « Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα ἡμετέραν, ὅμοιον », ως έχει το χωρίον τούτο εν τω Μασοριτικώ κειμένω, ενώ το κείμενον των Ο' άντί « ὅμοιον » έχει «καθ' ὁμοίωσιν ». Κατά ταύτα συμφώνως προς αμφό­ τερα τα κείμενα ο άνθρωπος είναι εικών του Θεού όμοια προς Αυτόν, αλλ ' εν τη Ελληνική Παλαιά Διαθήκη κατά τούς Εβδομήκοντα, αναγινώσκομεν « Ποιήσω­μεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ' ὁμοίωσιν », τ.έ. προς ομοίωσιν. Επί­σης δ' εν τη Λατινική Βουλγάτα μεταφράζεται « Faciamus hominem ad imaginemet similitudinem nostram. H εικών δ' αύτη έγκειται κατά την αντίληψιν των Ελλήνων Πατέρων, εις τον νουν και την ελευθερίαν της βουλήσεως, ως και ε ν τη αγάπη, δια της οποίας προικοδοτήσεως ο άνθρωπος έλαβε παρά του Θεού την δύναμιν να γίνη και πραγματικώς όμοιος προc τον Θεόν. Κατά την λεπτήν παρατήρησιν του Μεγ. Βασιλείου το «κατ' εικόνα» σημαίνει «δυνάμει», το δε «καθ' ομοίωσιν » δηλοί να γίνη ο άνθρωπος «ενεργεία» όμοιος προς Αυτόν (27). Αλλά και κατά την αντίληψιν ονομαστών εξηγητών του Μασοριτικού κειμένου τής Π. Διαθήκης το νόημα τούτο δεν είναι ξένον ούτε προς το Μασοριτικόν κεί­μενον αυτής ( Ed. Konig, Max Buber κ.ά.). Η θεία όμως δωρεά της εξομοιώ­ σεως προς τον Θεόν απωλέσθη υπό του ανθρώπου παρασυρθέντος υπό του Διαβόλου, ούτως ώστε, αντί της επιδιωχθείσης ισοθεΐας δια μέσου της ομοιώσεως και ισοτιμίας προς τον Θεόν, να απολέση αυτήν την αυτονομίαν του.
Όμως, παρά την πτώσιν του ανθρώπου, δια της παρακοής του θείου θελήματος, δεν απεξενώθη ούτος πλήρως από τον Θεόν. Κατά δε την διδασκαλίαν των Ελλήνων πατέρων η θεία «εἰκών» δεν εφθάρη πλήρως, αλλά μόνον επεσκοτίσθη και εξησθένησεν. Εξ άλλου ο Θεός υπεσχέθη εις τον άνθρωπον την αποκατάστασιν της μετ' αυτού κοινωνίας. Μάλιστα δε ο Θεός δεν επαισχύνεται τέκνα του άνθρωπου, ως π.χ. ο λαός του Ισραήλ και οι βασιλείς αυτού, να τα ονομάζη « υιούς» αυτού (Β' Βασιλ. ζ', 14, Α' Παραλ. ιζ', 3), τους δε κριτάς ν' αποκαλή Θεούς (Ψαλμ. πα', στίχοι 1-7). Το τελευταίον δε τούτο χωρίον έχει ιδιαιτέραν σημασίαν ένεκεν της κεντρικής θέσεως της υπερκοσμιότητος του Θεού εν τη Παλαιά Διαθήκη και διαδραματίζει σπουδαιότατον μέρος εις την διδασκαλίαν περί θεώσεως των Ελλήνων πατέρων (28). Ακόμη δε και εν τη Σοφία Σολομώντος ευρίσκομεν χωρία τινά επί των όποιων στηρίζεται η περί θεώσεως διδασκαλία (β',23-25, γ',1, ε',27, ς',19-23).
Αλλ' η θέωσις του άνθρωπου είναι κυρίως ιδέα της Καινής Δι α θήκης, εν η ευρίσκομεν αυτήν εν πλήρει εξελίξει, ιδιαιτέρως δ'εις τον μυστικισμόν του Αποστόλου Παύλου και μάλιστα εν τε τη ανθρωπολογία αυτού, ως και εν τη περί λυτρώσεως διδασκαλία του, επίσης δε και εν τη εκκλησιολογία του και τη διδασκαλία περί αμφοτέρων των μεγάλων Μυστηρίων. Γνησίως δε παύλειος είναι και η μυστική ενότης της ανθρωπινής φύσεως παρά τε τω πρώτω Αδάμ και παρά τω δευτέρω, δηλαδή τω Ι ησού Χριστώ (Ρωμ. ε',14, Α' Κορ. ιε',22,45), όστις είναι και η κεφαλή της υπ' αυτού συγκροτηθήσης νέας ανθρωπότητος, τουτέστιν είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, (Εφεσ. α',22, ε', 23, Κολ. α',18, β',19), δια δε του Βαπτίσματος συνθαπτόμεθα μετ' Αυτού εις τον θάνατον αυτού, ίνα ούτω, καθώς και ο Χριστός ανέστη εκ των νεκρών δια της δόξης του Πατρός, ούτω και ημείς να περιπατήσωμεν εις νέαν ζωήν (Ρωμ.ς', 4). Η αιώνιος ζωή των πιστών ήρχισε μετά την εκ νεκρών ανάστασιν του Σωτήρος κατά την οποίαν το σώμα θα εγερθή «εν αφθαρσία», εν δόξη και εν δυνάμει, ως σώμα πνευματικόν (Α' Κορ. ιε',44 εξ.). Ιδιαιτέρας προσοχής είναι άξιος ο λόγος του Παύλου «σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ὅς μετασχηματίσει τό σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τό γενέσθαι αὐτό σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ» (Φιλιπ. γ',20-21). Αποφασιστικόν είναι επίσης και το ότι ο απόστολος ούτος ήδη εν τη δημηγορία του επί του Αρείου Πάγου αναφέρει τους λόγους του Κλεάνθους, τους οποίους και οικειοποιείται όταν λέγη «Τοῦ γάρ καί γένος ἐσμέν (δηλ. του Θεού)» (Πραξ. Αποστ. ιζ', 28).
Επίσης και παρά τω αποστόλω Ιωάννη φέρει η διδασκαλία περί θεώσεως την ιδιότυπον σφραγίδα του μυστικισμού αυτού. Το εκ της ενανθρωπήσεως του Λόγου αναβλύζον ύψιστον αγαθόν συγκεφαλαιούται εν τη «αιωνίω ζωή», ήτις ασφαλίζεται δια της πίστεως εις τον Ιησούν Χριστόν (Ιωάν. γ' 15 εξ.). Δια δε της αγάπης και των Μυστηρίων, μάλιστα δε δια της Θείας Ευχαριστίας ενούται ο πιστός μετά του Θεού (ιδ',15 εξ., ς',5, γ',32 εξ.).
Την περί θεώσεως διδασκαλίαν ευρίσκομεν επίσης και παρά τω αποστόλω Πέτρω, μάλιστα δ' εν τη Β' Καθολική επιστολή του (α',3-4), εν τη οποία εξαίρεται ως ύψιστη επαγγελία του Θεού η δωρεά της δυνάμεως αυτού, δια της οποίας οι πιστοί διαφεύγοντες τας φθοροποιούς ηδονάς του κόσμου καθίστανται «κοινωνοί θείας φύσεως».
Αλλ' ήδη και παρά τοις Συνοπτικοίς ευαγγελισταίς συναντώμεν την ιδέαν περί θεώσεως υπό την μορφήν «της θείας Υιοθεσίας» και της συμμετοχής εις την Βασιλείαν του Θεού. Προς απόκτησιν όμως των ύψιστων τούτων αγαθών είναι απαραίτητοι η μετάνοια, η πίστις και η αγάπη προς τον Θεόν και προς πάντας τους ανθρώπους (Ματθ. δ', 1 εξ., κε' 31 εξ., Μαρκ. α' 14 εξ., Λουκ. ιε',1 εξ.).
Εκ των ειρημένων λοιπόν συνάγεται, πιστεύομεν, ότι η διδασκαλία περί θεώσεως των Ελλήνων εκκλησιαστικών πατέρων έχει εν αυτή τη Βίβλω τας βαθυτάτας ρίζας της. Τούτο είναι γεγονός, όπερ δεν αμφισβητείται ουδέ υ πό των Διαμαρτυρομένων πολεμίων της διδασκαλίας ταύτης. Τουναντίον αναγνωρίζεται υπό πολλών εκ τούτων ότι η περί θεώσεως διδασκαλία έχει εν τω Ευαγγελίω ασφαλές έρεισμα, ως και εν τη θεολογία του αποστόλου Παύλου υπό την μορφήν δε μόνον την οποίαν προσέλαβεν η ορθόδοξος αύτη διδασκαλία παρουσιάζεται ως ξένη (29).
Κατά την γνώμην μου όμως η εναντίον αυτής μομφή δεν δικαιολογείται· μάλλον δε θα ηδύνατό τις να ομιλήση περί τίνος ελληνικού γλωσσικού χρωματισμού της περί θεώσεως διδασκαλίας, της οποίας η κυρία ιδέα είναι γνησίως βιβλική και μάλιστα καινοδιαθηκική. Επίσης δε δεν αρνούμεθα ότι η λέξις «θέωσις» είναι έντονος και δια δυτικά ώτα ίσως ξενίζουσα λέξις. Αλλ' όμως η διδασκαλία περί θεώσεως των Ελλήνων Πατέρων είναι τι όλως διάφορον παρομοίων πλατωνικών και νεοπλατωνικών ιδεών (30). Τούτο δε τοσούτο μάλλον καθ' όσον η πλατωνική διδασκαλία ευρίσκεται υπό την επίδρασιν της δυαρχικής ανθρωπολογίας του Πλάτωνος, ήτις παραδέχεται το ανθρώπινον σώμα ως «δεσμωτήριον της ψυχής», ενώ η νεοπλατωνική θέωσις δεν εννοείται μόνον ως εντελώς πανθεϊστική αλλά και η ουσία του κακού έγκειται εις την ύλην. Εξ ά λλου ισχύει εις τε την πλατωνικήν και την νεοπλατωνικήν διδασκαλίαν η γνώμη, ό τι η νοησιοκρατική ομοιότης προς τον Θεόν προώρισται μόνον δια τους φιλοσόφους. Ε κτός δε τούτου εγκαταλείπεται εκεί ο άνθρωπος εις τας ιδίας αυτού δυνάμεις, παραμεριζομένου του θείου παράγοντος.
Αλλ' η σπουδαιότατη διαφορά μεταξύ της πλατωνικής και της νεοπλατωνικής αφ' ενός και της χριστιανικής διδασκαλίας περί θεώσεως αφ' ετέ ρου έγκειται εις τούτο, ό τι ενώ η νεοπλατωνική θέωσις (31) νοείται ως μία πτήσις του ανθρώπου εις την θείαν σφαίραν δια της ιδίας αυτού δυνάμεως, εξ άλλου η χριστιανική διδασκαλία περί θεώσεως θεωρείται ως συντελούμενη δια της δυνάμεως του ιστορικού και υψωθέντος Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, άνευ αποξενώσεως από του χαρακτήρος του ως δημιουργήματος, ο δε άνθρωπος δια της θεώσεως διαφλέγεται υπό της ουσίας του Θεού κατά την επιτυχή εικόνα Κυρίλλου του Αλεξανδρείας (32). Προς ταύτα δε συμφωνεί επίσης και η κρίσις της Ρωμαιοκαθολικής θεολογίας, ήτις συνήθως αποφεύγει την έκφρασιν « θέωσις » η « θεο ποίησις» και, ως είρηται, ομιλεί μάλλον περί « χάριτος » παρά περί θεώσεως.
Τέλος ας ε πιτραπή εις ε μέ να κλείσω την ανακοίνωσιν ταύτην μετά της εξής κατακλείδος της ωραίας εργασίας του Jules Gross, « La divinisation du Chr é tien d ' apr è s les P è r es Grecs ( p. 350). « Δύναται τις λοιπόν να συμπεράνη άνευ υπερβολής, ότι η διδασκαλία η τόσον ποικίλλουσα και τόσον πλούσια των Ελλήνων Πατέρων περί της θεώσεως του χριστιανού περιλαμβάνει, τουλάχιστον δυνάμει, την ουσίαν των καθολικών εργασιών περί της αγιο ποιούσης χάριτος. Α λλ' ακριβώς ο συγκεκριμένος και ο εικονικός τρόπος της αντιλήψεως και της περιγραφής της μυστηριώδους ταύτης πραγματικότητος έχει εν μέγα πλεονέκτημα, διότι επιτρέπει να συλλάβη τις ευκολώτερον τον πλούτον της εκφράσεως και να τον ζη αμεσώτερον ».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Κ. Βυrnhauser, Die Vergottungslehre den Athanasius und Iohannes Damas cen us, 1903.
2. Μ. Lot-Borodine, La d é ification de l'homme. Biblioth è que Oecumenique, 1970.
3. Ανδρέου Θεοδώρου, Η περί θεώσεως τοϋ άνθρωπου διδασκαλία των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας μέχρις Ιωάννου του Δαμασκηνού, 1956.
4. Π. Ν. Τρεμπέλα, Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ΙΙΙ, 1960, σελ. 494 εξ.
5. Π. Ι. Μπρατσιώτου, Die Theosislehre, Brussel 1961.
6. Timothy Ware, The Orthodox Church Middlesex, England, 1963.
7. Η. Δ. Μουτσούλα, Η Σάρκωσις του Λόγου και η θέωσις του ανθρώπου κατά την διδασκαλία Γρηγορίου του Νύσσης, Αθήναι 1965.
8. Ernrico Gabliati, La deificazione nei Padri orientali, εν Simbosio Cristiano. Eduzione dell' Istituto di Studi Theologici Ortodossi, Milano 1971.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Η εν λόγω ανακοίνωσις περιελήφθη εις τα Πρακτικά των Medelingen van de Koningijke Vlaamse Akademie voor Wetenschappen, Letteren en schone Kunsten van Belgie. Klasse de Letteren. Jaargang XXIII, 1961- No 1.
(2) M. Congar, La deification dans la tradition spirituelle de l'Orient, Vie spirituelle, v. XLIII No 2 1935, 91- 107 και Dictionnaire de Spirituallité )Divinisation 1956, 1370-1459) και A. Festugière, Divinisation de Chrétien επίσης εν Vie spirituelle v. LIX, 1939, σελ. 90-99.
(3) Βλ. σχετική Πραγματείαν Ad. Harnack, εν Sitzungsberichte der Preus, Akademie der Wissenschaften, Berlin 1913.
(4) Der Mittler S. 219.
(5) M.P.G. 7, 1120.
(6) De Incarnatione, 2,54 M.P.G., 25,192.
(7) M.P.G. XXXV 397-400,785, XXVI 101, 321-324. 325, XXXVII 957.
(8) M.P.G. XLV 52, 65-68, XLIV 1317-1320.
(9) M.P.G. LXXIII 160, LXXIV 280, 785-788, LXXV 1081, 1084, 1089.
(10) M.P.G. Ill 373-376, 424.
(11) M.P.G. XC 400-401, 449, 520, XCI 33-36, 404.
(12) M.P.G. XCIV 577, 1032, 1072.
(13) M.P.G. XXXIX 665, XXXII 249, 273.
(14) M.P.G. XCIV 577, 1032, 1072.
(15) M.P.G. LXXXIII 177.
(16 ) Γρηγορίου του Παλαμά, Ο μιλία KB, έκδοσις Σοφοκλέους Κ. του εξ Οικονόμων Αθήνησι 1861. Γρηγ. Παπαμιχαήλ, Γρηγόριος ο Παλαμάς, Αλεξάνδρεια 1911.
(17) P. Bratsiotis, Die orthodoxe Kirche in Griechischer Sicht. 2 Auflage, Evangelischer Verlag. Stuttgart 1970. Γρηγορίου Παλαμά συγγράμματα, Έκδοσις Π. Χρήστου, εν Θεσσαλονίκη 1962 και Πανηγυρικός τόμος εορτασμού της 600ης επετείου Γρηγορίου του Παλαμά 1960. Γ. I. Μαντζαρίδου, Γρηγορίου του Παλαμά πραγματείαι των ετών 1341-43, μετ' εισαγωγής του καθηγητού Π. Κ. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1966. Timothy Ware, The Orthodox Church, Penguin Books Ltd Harmondsworth, Middlesex England, 1964. Mönck Vassilij, Die asketische und theologische Lehre des heil. Gregorius Palamas aus d em R ussischen übersetzt von Hugolin Landvogt, Rita Verlag und Druckerei Würzburg 1939. Stef. Ζ ank ο w, Orthodoxes Christentum des Ostens σελ. 57 εξ. Ιω. Καρμίρη εν Orthodoxe Kirche in Griechischer Sicht, Stuttgart β ' εκδ. σελ. 53 εξ. Π. Τρεμπέλα, Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας II 1959 σελ. 116 εξ. και III 1961 σελ. 494 εξ.
(18) M. P. G. LXXXIV, 77.
(19 ) M. P. G. IX 325, VII 1035, XXXV 1164, XLIV 184, LXXV 888, XCI 1237,
1168 κ.α.
(20) Ενθ. ανωτ.
(21) La d é ification dans la tradition de l ' Orient, Vie spirituelle v. XLIII σελ. 97.
(22) Ε m. Brunner, Der Millter (p. 219-33) πρβλ. και Dogmatik III (1950, p. 317-363). Επίσης βλ. Ι. Καρμίρη εν τω τόμω της ημετέρα εκδόσεως Die Orthodoxe Kirsche in Griechischer Sicht β΄εκδ. 1970, σ. 53-84.
(23) Dictionnaire de Spiritualit é.
(24) M. Schnaus, Katholische Dogmatik III (1951), p. 2777.
(25) Εν τη Ö koumenische Rundschau, Heft 4 (1947) σελ. 153, παρατηρεί ο έγκριτος των ημερών ημών διαμαρτυρόμενος καθηγητής τςη Χαϊδελβέργης, E. Schlink : «Ότε ο A. Harnack εν τη Dogmengeschichte (μάλιστα εν τω δευτέρω τόμω) ως και εν τω Wessen des Christentums εδημοσίευσε τας οξυτάτας και καυστικάς κρίσεις του περί της πνευματικής και θεολογικής καταστάσεως των Ορθοδόξων της Ανατολικής Εκκλησίας, δεν εστράφη μόνον εναντίον της συγχρόνου Ανατολικής Εκκλησίας, αλλά και κατ' αυτών των εκκλησιαστικών αποφάσεων της αρχαίας Καθολικής Εκκλησίας εις ας εμμένουν και οι Μεταρρυθμισταί και δια των οποίων αι Προτεσταντικαί Εκκλησίαι είχον πάντοτε την συνείδησιν ότι συνεδέοντο μετά της Ανατολικής Εκκλησίας, προ παντώς δε όσον αφορά εις τα αποφάσεις των Συνόδων της Νικαίας, της Κων/πόλεως και της Χαλκηδόνος». Εν αμέσω δε συνεχεία συνεχίζει ο Schlink : « η φωνή του Harnack δεν ήτο αντιπροσωπευτική δια τας προτεσταντικάς εκκλησίας εν συνόλω, αλλά μόνον δια την φιλελευθέραν ( Liberale ) ομάδα του λεγομένου Νεοπροτεσταντισμού ( Neoprotestantismus ), όστις διαφωνεί βασικώς προς την διδασκαλίαν των Μεταρρυθμιστών». Αμέσεως δε περαιτέρω προσθέτει ο Schlink ότι « μια τοιαύτη Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο απολιθωμένη και νεκρά... η δε Ανατολική θεία Λειτουργία και ευσέβεια απέδειξαν εις τον Δυτικόν κόσμον δυνάμεις πνευματικάς απροσδόκητους».
Αξιοπαρατήρητος δε είναι και η επακολουθούσα ομολογία του Schlink περί των διδαγμάτων, τα οποία έλαβεν ο Γερμανικός λαός εκ της προσωπικής του πείρας εκ των επελθόντων διωγμών της ιδικής του Εκκλησίας και δη και περί της σημασίας και της ανάγκης υπάρξεως του Δόγματος και εκ της σημασίας της «Ομολογίας» την οποίαν εδιδάχθη η ιδική του Εκκλησία και δη και η Bekennende Kirsche, όθεν κατανοείται και ο τίτλος του Schlink "Wandlungen in Protestantischen Verst ä ndnies der Ostkirche".
(26) O Harnack εν τη προμνημονεθείσα πραγματεία του δημοσιευθείση εν ταις Sitzungsberichte de Preuss. Akademie der Wissenschaften του Βερολίνου 1913, σελ. 157-183 προσπαθεί να αποδείξη την υπεροχήν της Ρωμαιοκαθολικής διδασκαλίας υπέρ την Ορθόδοξον. Ταύτα δε κατά σύμπτωσιν κατά την έναρξιν του Α' Βαλκανικού πολέμου.
(27) Μ. P. G. 30, 32. Βλέπε και Π. I. Μπρατσιώτου, Το Γενέσεως 26 εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, Ανατυπον εκ του περιοδικού ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ του Οικουμ. Πατριαρχείου 1953.
(28) Παραδείγματος χάριν παρά Μ. Αθανασίω εν M. P. G. XXVI 1004, Ι. Χρυσοστόμω εν M. P. G. LIX 93 και Κυρίλλω Αλεξ. εν M. P. G. LXXV 888.
(29) Ε. Β e n ζ, Die Ostkirche, 1952 σελ. 239 εξ.
(30) Ο. Faller, Griechische Vergottung und christische Vergottlichung εν
τω Περιοδικω Gregorianum Τ. 6, 1925 σελ. 405-435.
(31) E νθ. ανωτ.
(32) M.P.G. LXXIV σελ. 785-788

Ἡ ἔνδοξη Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ – Περὶ ἀκτίστου φωτὸς καὶ ἀκτίστου χάριτος Ἰωάννης Ἐλ. Σιδηρᾶς, Θεολόγος - Ἐκκλησιαστικὸς Ἱστορικός - Νομικός




Ἡ Περιώνυμος Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς ἐνδόξου Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη ἁγιοπνευματικῆ καὶ μεταμορφωτικὴ εὐκαιρία καὶ ἐμπειρία γιὰ τοὺς «εἰς Χριστὸν πιστεύοντας» μέσα στὸν ἑορτολογικὸ καὶ λατρευτικὸ ἀμπελώνα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ πανευφρόσυνη αὐτὴ ἑορτὴ ἔχει βαθύτατο σωτηρολογικό, ὀντολογικό, δηλαδὴ ὑπαρξιακό, καὶ ἐσχατολογικὸ περιεχόμενο γιὰ τὴ σύνολη ὕπαρξη τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ παράλληλα εἶναι ἄρρηκτα συνυφασμένη μὲ τὴν περὶ τοῦ ἀκτίστου φωτὸς καὶ τῆς ἀκτίστου χάριτος διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν θεσπεσίων θεοφόρων Πατέρων καὶ θεολόγων αὐτῆς, ὅπως εἶναι ὁ κατεξοχὴν θεοκίνητος θεολόγος, ἑρμηνευτής, συγγραφεὺς καὶ κυρίως θεμελιωτὴς καὶ ἐκφραστὴς τῆς τοῦ Θαβωρίου ἀκτίστου φωτὸς διδασκαλίας Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, τὸν ὁποῖο προσφυέστατα ὁ ἀοίδιμος μεγάλος πανεπιστημιακὸς διδάσκαλος τῆς ὀρθοδόξου πατρολογίας Παναγιώτης Χρήσου ἐχαρακτήρισε ὡς τὸν «κήρυκα τῆς χάριτος καὶ τοῦ φωτός».

Τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς ἐνδόξου Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου περιγράφεται ἀπὸ τοὺς τρεῖς «συνοπτικοὺς» Εὐαγγελιστὲς (Ματθαῖο, Μάρκο καὶ Λουκᾶ) καὶ σύμφωνα μὲ τὶς ἁγιογραφικὲς ἀναφορὲς τοποθετεῖται κατὰ τὸ τριακοστὸ τρίτο καὶ τελευταῖο ἔτος τοῦ ἐπὶ γῆς βίου τοῦ Κυρίου καὶ στὸ πλαίσιο μιᾶς περιοδείας του στὰ μέρη τῆς Καισαρείας Φιλίππου, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας ὁ ἴδιος ἄρχισε νὰ προετοιμάζει πιὸ ἄμεσα τοὺς μαθητές του γιὰ τὸ ἐπικείμενο πάθος του, προκειμένου νὰ τοὺς ἐπιστηρίξει πνευματικὰ καὶ νὰ τοὺς θωρακίσει.

Λίγες μέρες πρὸ τοῦ σταυρικοῦ πάθους του ὁ Κύριος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του, Πέτρο, Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη ἀνέρχεται στὸ Θαβώριο ὄρος ὅπου «μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς... ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτος ἐστὶν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε...» (Ματθ. ιζ´ 1-9). Αὐτὴ ἡ ἐπέκεινα τῆς φθαρτῆς καὶ πεπερασμένης φυσικῆς νομοτέλειας ὑπερβατικὴ μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἐκφράζεται καὶ στὴν συναφὴ θεόπνευστη ὑμνολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία ὁ Κύριος ἔδειξε «τοῖς μαθηταῖς τὴν δόξαν καθὼς ἠδύναντο». Εὔστοχα ὁ πανεπιστημιακὸς διδάσκαλος πρωτοπρεσβύτερος π. Δημήτριος Τζέρπος γράφει: «Τὰ κυριώτερα δὲ θέματα γύρω ἀπὸ τὰ ὁποῖα περιστρέφονται οἱ ὕμνοι τῆς ἑορτῆς εἶναι τὰ ἑξῆς: α) ἡ ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τῆς ἁγίας Τριάδος, ὅπως αὐτὴ περιγράφεται ἰδιαίτερα στὸ ἐξαποστειλάριο τῆς ἑορτῆς: «Φῶς ἀναλλοίωτον Λόγε, φωτὸς Πατρὸς ἀγεννήτου ἐν τῷ φανέντι φωτί σου σήμερον ἐν Θαβωρίῳ, φῶς εἴδομεν τὸν Πατέρα, φῶς καὶ τὸ Πνεῦμα, φωταγωγοῦν πάσαν κτίσιν», β) ἡ ἑνότητα τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως στὴν Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, ἀφοῦ ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίζεται προτυπούμενη στὶς Θεοφάνειες τοῦ ὄρους Σινᾶ καὶ Χωρήβ, γ) ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ὡς προετοιμασία τῶν μαθητῶν γιὰ τὸ πάθος «ἵνα θεωρήσαντες τὰ θαυμάσιά» του, «μὴ δειλιάσουσι τὰ παθήματά» του, δ) ἡ μὲ βάση τὴ χριστολογία τῆς Δ´ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνόδου διδασκαλία περὶ τῆς διαμέσου «θεολαμπούσης σαρκὸς τοῦ Κυρίου» φανέρωση τῆς θείας φύσεώς του... ε) ἡ ἀποκάλυψη τῆς διαμέσου τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως δημιουργηθείσας νέας ὀντολογικῆς καὶ σωτηριολογικῆς καταστάσεως, ἀφοῦ μὲ τὴ Μεταμόρφωσή του ὁ Χριστὸς ἔδειξε «τὸ ἀρχέτυπον κάλλος τῆς εἰκόνος», τὸ ὁποῖο «θεασάμενοι τῶν ἀποστόλων οἱ πρόκριτοι», «τὴν θείαν ἠλλοιώθησαν ἔκστασιν», καὶ στ) ἡ προεικόνιση τῆς «ἐκ τῶν βροτῶν ἐναλλαγῆς» δηλαδή, τῆς ἀλλαγῆς τὴν ὁποία θὰ ὑποστοῦν τὰ ἀνθρώπινα σώματα κατὰ τὴ δεύτερη ἔνδοξη παρουσία τοῦ Κυρίου».
Ἱστορικὸ τῆς καθιερώσεως τῆς ἑορτῆς

Ἡ καθιέρωση τῆς μεγίστης αὐτῆς Δεσποτικῆς ἑορτῆς ἄρχισε νὰ καθιερώνεται σταδιακὰ στὴν ἑορτολογικὴ καὶ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μετὰ τὸν 4ο αἰώνα. Ὁ ἑορτασμὸς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἀναφέρεται στὸ Τυπικὸ τοῦ πατριάρχου Ἱεροσολύμων Σωφρονίου (634-638), τὸ ὁποῖο διασώζεται στὸ Ἱεροσολυμιτικὸ Κανονάριο τοῦ 5ου-7ου αἰῶνος. Ἀπὸ δὲ τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἡ ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως θὰ πρέπει ἐν συνεχείᾳ νὰ μεταφέρθηκε στοὺς Ἀρμενίους, ἐνῷ στὴ Βυζαντινὴ Ἐκκλησία ἦταν γνωστὴ καὶ καθιερωμένη ἑορτὴ ἤδη ἀπὸ τὸν 8ο αἰώνα. Ὁ ἑορτασμὸς σὲ σταθερὴ ἡμερομηνία στὸ Βυζαντινὸ ἑορτολόγιο μαρτυρεῖται τὸν 10ο αἰώνα, ὅπως τοῦτο καταγράφεται στὸ ἀρχαιότερο χειρόγραφό του Συναξαρίου τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ φ. Ἀγγελᾶτος ἀναφέρει ὅτι ἰδιαίτερη αἴγλη προσεδόθη στὸν ἑορτασμὸ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν ἡσυχαστικῶν ἐρίδων (1341-1431) ἐξαιτίας τῆς περὶ τῶν ἀκτίστων του Θεοῦ ἐνεργειῶν Θεολογίας καὶ τῆς σχέσεώς της πρὸς τὸ θαῦμα τῆς θείας Μεταμορφώσεως. Ἡ λεγόμενη «προέλευσις», δηλαδή, ἡ λιτανεία τῆς 6ης Αὐγούστου μέχρι τὸν 12ο αἰώνα γινόταν στὸ ναὸ τῆς Τοῦ Θεοῦ Σοφίας καὶ μετέπειτα στὴν περικαλλῆ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορος.
«Ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας, φανέρωση τῆς δόξας τοῦ Κυρίου μας στὸ ὄρος Θαβὼρ»

Πολλοὶ εἰδικοὶ μελετητὲς καὶ λειτουργιολόγοι (Ἰω. Φουντούλης, Γ. Φίλιας, Πρώτ. Δημήτριος Τζέρπος κ.α) ἀναφέρουν ὅτι γιὰ τὴν 6η Αὐγούστου ὡς ἡμερομηνίας τελέσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος διατυπώθηκαν διάφορες ἀπόψεις.

Κατὰ τὴν ἐπικρατέστερη, σύμφωνα μὲ τὰ γραφόμενα τοῦ πρωτ. Δημητρίου Τζέρπου, ἡ ἑορτὴ αὐτὴ καθιερώθηκε νὰ ἑορτάζεται σαράντα περίπου ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (14 Σεπτεμβρίου), ὥστε νὰ προτάσσεται καὶ τῆς ἑορτῆς αὐτῆς, ποὺ φέρει γενικά «τα ἴσα τῇ Μ. Παρασκευῇ», νηστεία ἀνάλογη πρὸς αὐτὴν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Σύμφωνα μὲ μία δεύτερη θεώρηση, ἡ Ἐκκλησία, τῶν Ἱεροσολύμων προέβη στὸν καθορισμὸ τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τὴν 6η Αὐγούστου σὲ ἀντικατάσταση τῆς Ἰουδαϊκῆς ἑορτῆς τῆς Σκηνοπηγίας, ἡ ὁποία ἑορταζόταν τὸ θέρος κατὰ τὴ συγκομιδὴ τῶν καρπῶν. Γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο ἴσως καὶ σὲ ὁρισμένα συριακὰ-ἰακωβιτικὰ μηνολόγια ἡ 6η Αὐγούστου ἀναγράφεται ὡς ἑορτὴ μὲ τὸ ὄνομα «Ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας» ἢ «Ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας, φανέρωση τῆς δόξας τοῦ Κυρίου μας στὸ ὄρος Θαβώρ». Πιὸ συγκεκριμένα ὁ Γ. Φίλιας σχετίζει τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως καὶ πρὸς τὴν κατὰ τὴν 17ην τοῦ μηνὸς Tammuz, ἡ ὁποία προσδιορίζεται χρονικὰ μὲ τὸ μέσον τοῦ θέρους, ὁπότε οἱ Ἑβραῖοι ἐτελοῦσαν τὴν ἑορτὴ τῆς Φανερώσεως τῆς δόξας τοῦ Μωϋσέως ὅταν ἐκεῖνος κατέβη «φωτομορφος» ἀπὸ τὸ ὄρος Σινᾶ.

Ἀπὸ αἰώνων ἔχει καθιερωθεῖ ὑπὸ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας μικρὰ πενθήμερος νηστεία πρὸ τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως, ἡ ὁποία ἐντάσσεται μέσα στὴν δεκαπενθήμερη νηστεία τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως προϋπῆρχε τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως. Ἔτσι, οἱ μὲν πέντε πρῶτες ἡμέρες τοῦ Αὐγούστου θεωροῦνται ὡς ἡμέρες νηστείας τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιπες ἡμέρες ὡς νηστεία τῆς ἑορτῆς τῆς Θεοτόκου.

Στὸ δὲ μνημειῶδες ἔργο τῶν Ράλλη Γ. - Ποτλῆ Μ., ὑπὸ τὸν τίτλο: «Σύνταγμα Ἱερῶν Κανόνων», ἀναφέρεται ὅτι γιὰ νὰ διατηρηθεῖ ἡ συνοχὴ τῆς Παλαιᾶς δεκαπενθημέρου νηστείας τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὁ Αὐτοκράτωρ Λέων ὁ Σοφὸς κατήργησε τὴν κρεοφαγία κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως καὶ καθιέρωσε ἡ ἑορτὴ αὐτὴ νὰ τιμᾶται μὲ ἰχθυοφαγία.
Τὸ ἔθος τῆς εὐλογίας τῶν σταφυλιῶν

Ἄξιο μνείας εἶναι καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Μεταμορφώσεως ἔχει ἀπὸ αἰώνων καθιερωθεῖ τὸ ἔθος τῆς εὐλογίας τῶν σταφυλιῶν καὶ ἡ διανομή τους πρὸς εὐλογία γιὰ τοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι δὲν γεύονται τῶν καρπῶν αὐτῶν πρὶν ἡ Ἐκκλησία εὐλογήσει «τὰ γεννήματα τῆς ἀμπέλου». Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ σχετικὲς εὐχὲς «ἐπὶ προσφερόντων ἀπαρχάς», ἢ «ἐπὶ προσφερόντων καρποὺς νέους» ἀναγιγνώσκονται ὡς ἔκφραση εὐχαριστίας καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν παντὸς ἀγαθοῦ δομήτορα Θεὸ «τῷ οἰκονομοῦντι τα πρὸς ζωάρκειαν καὶ θεραπείαν ἡμῶν».
Οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι μεθεκτὲς γιὰ τὸν πεπερασμένο κτιστὸ ἄνθρωπο

Ἡ θεολογία περὶ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καὶ τοῦ Θαβωρίου φωτὸς εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένη μὲ τὴν περὶ ἀκτίστου ἐνεργείας καὶ ἀκτίστου χάριτος τοῦ Θεοῦ διδασκαλία, ὅπως αὐτὴ μοναδικὰ καὶ ὄντως θεόπνευστα διετυπώθη καὶ ἐκηρύχθη ὑπὸ τοῦ θεοφόρου μεγίστου Θεολόγου Πατρὸς Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, στὸ πλαίσιο τῆς βασικῆς ὀντολογικῆς διακρίσεως μεταξύ της ἀκτίστου οὐσίας τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ἀμέθεκτη καὶ τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας Αὐτοῦ ποὺ εἶναι μεθεκτὴ καὶ ἀποτελεῖ τὴ μεταμορφωτικὴ δύναμη, ἡ ὁποία καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο «φωτοφόρο», «πνευματοφόρο», «θεοφόρο», «φωτομορφο» καὶ «σύμμορφον Χριστῷ» κατὰ τὴν πρὸς «ἐν Χριστῷ τελείωση» καὶ «θέωσή» του.

Ὁ Μεταμορφωμένος ἐν Θαβωρίῳ ὄρει Χριστὸς προβάλλει ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου «κάλλει ὡραῖος», φωτόμορφος καὶ φωτοφόρος, ὡς μόνη πηγὴ τοῦ ἀκτίστου φωτός, ὡς «αὐτόφως» ἄκτιστο καὶ ἐπέκεινα τῆς φθαρτῆς καὶ πεπερασμένης φυσικῆς νομοτέλειας ὑπάρχον. Ὁ ἐνδόξως καὶ ὑπερβατικῶς μεταμορφωθεὶς Χριστὸς ἀποκαλύπτει τὴν ἄκτιστη ἐνέργειά του ὡς ἔλλαμψη καὶ φωτογονία καὶ φωτοχυσία φωτὸς ὄχι χοϊκοῦ καὶ γήινου καὶ αἰσθητοῦ, ἀλλὰ ὡς ἀλήκτου, ἀνεσπέρου, ὑπεραισθητοῦ, ὑπερουρανίου, ὑπεργηίνου, ἀπροσίτου καὶ ἀκτίστου φωτὸς αὐτόφωτη αὐτοπηγὴ καὶ αὐτοζωή, ποὺ μεταμορφώνει καὶ τὸν χοϊκὸ ἄνθρωπο σὲ «τέκνον φωτός», φωτόμορφο καὶ φωτοφόρο, καθὼς τοῦ παρέχεται ἡ ὀντολογικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ δυνατότητα νὰ «κοινωνεῖ καὶ νὰ μετέχει» τοῦ Θείου φωτὸς καὶ τοῦ ἐκ Θεοῦ μεταμορφωτικοῦ φωτισμοῦ. Οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι μεθεκτὲς γιὰ τὸν πεπερασμένο κτιστὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος γενόμενος «κοινωνὸς καὶ μέτοχός» του ἀκτίστου θεϊκοῦ φωτὸς γίνεται ψυχοσωματικῶς «ὅλος φῶς Χριστοῦ», ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶναι «φῶς ἐκ φωτός, Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ», μεταμορφώνεται «εἰς Χριστὸν» καὶ ὑπερβαίνει ὀντολογικὰ καὶ ὑπαρξιακὰ τὴ φθαρτότητα τῆς κτιστῆς φύσεώς του.

Ἡ Ἐκκλησία στὸ φωτοφόρο πρόσωπο τῆς αὐτοζωῆς καὶ τοῦ αὐτόφωτος ποὺ εἶναι ὁ θεάνθρωπος Χριστὸς ψάλλει ἀδιαλείπτως: «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν πνεῦμα ἐπουράνιον» καὶ ἀπαύστως ἀνὰ τοὺς αἰῶνες δέεται: «Χριστέ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον σημειωθήτω ἐφ᾿ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, ἵνα ἐν αὐτῷ ὀψώμεθα φῶς τὸ ἀπρόσιτον».

Ὁ μεταμορφωμένος «ἀκτίστῳ φωτὶ» Χριστὸς διαβεβαιώνει ἀψεύδως: «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ ἀλλ᾿ ἔξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς». Ἡ δὲ διαβεβαίωσή του συνιστᾶ καὶ μόνιμη ἀνοικτὴ πρόσκληση στὸν ἄνθρωπο ποὺ περιδιαβαίνει τὰ «σκοτάδια τῆς ζωῆς» νὰ γνωρίσει τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, νὰ βαπτισθεῖ μέσα στὸ ἄκτιστο φῶς τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ φῶς Χριστοῦ.
Τὸ ἄκτιστο φῶς δὲν εἶναι ἀντικείμενο ποὺ μπορεῖ νὰ καταληφθεῖ αἰσθητῶς

Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νοερᾶς προσευχῆς ὁ ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ ἀπωλέσει τὶς συνήθεις πνευματικὲς-νοητικὲς λειτουργίες του, ἔρχεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὑφαρπάζεται ἀπὸ ἀφθονία φωτός, ἀπὸ τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς θείας δόξας ποὺ ἐκπέμπεται αἰωνίως ἀπὸ τὴν Ἁγία Τριάδα. Τὸ Φῶς τοῦ ὄρους Θαβὼρ ποὺ εἶδαν οἱ μαθητὲς στὴ Μεταμόρφωση, τὸ φῶς ποὺ βλέπουν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες οἱ ἡσυχαστὲς καὶ ἡ ὑπόσταση τῶν ἀγαθῶν της μελλούσης ζωῆς εἶναι τρεῖς φάσεις τοῦ ἴδιου πνευματικοῦ γεγονότος σὲ μία ἄχρονη πραγματικότητα.

Τὸ ἄκτιστο φῶς δὲν εἶναι ἀντικείμενο ποὺ μπορεῖ νὰ καταληφθεῖ αἰσθητῶς. Ὑπερβαίνει καὶ τὴν αἴσθηση καὶ τὴ νόηση. Ἀλλὰ παρ᾿ ὅλα αὐτά, τόσο τὸ σῶμα ὅσο καὶ ἡ ψυχὴ μετέχουν τῆς θέας τοῦ ὑποστάσεως. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀκολουθώντας τὴ διδασκαλία τοῦ Διαδόχου Φωτικῆς, ὅπως γράφει ὁ μεγάλος πατρολόγος Παναγιώτης Χρήστου, διατυπώνει τὴν ἄποψη ὅτι ὁ νοῦς κατὰ τὴν ἀνύψωσή του ἀποκτᾶ νέα πνευματικὴ αἴσθηση, ἡ ὁποία εἶναι τὸ ἴδιο τὸ φῶς. Ὁ νοῦς, ὅταν ὑφαρπάζεται ἀπὸ τὸ φῶς καὶ εἰσέρχεται στὸ φῶς, γίνεται ὁ ἴδιος φῶς. Ἑπομένως στὴν πραγματικότητα τὸ φῶς εἶναι ἐκεῖνο ποὺ βλέπει τὸ φῶς. Ἔτσι, ὁ χοϊκὸς ἄνθρωπος ὑπερβαίνει τὸ στάδιο τῆς «ἐκστάσεως», τῆς ἀφαιρέσεως δηλαδὴ ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια, καὶ φτάνει στὸ στάδιο τῆς ἑνώσεως μὲ τὸν Θεὸ καὶ τῆς θεώσεως. Στὴ νέα αὐτὴ ὀντολογικὴ κατάσταση ὑπάρχει ἀρχὴ καὶ πρόοδος ἀλλ᾿ ὄχι τέλος. Ἡ «ἐν Χριστῷ πρόοδος» εἶναι ἀτελεύτητη καθὼς ὁ μεταμορφωμένος ἄνθρωπος βαίνει «ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν» βιώνοντας τὶς συνεχεῖς «ἀποκαλύψεις» τῆς ἀκτίστου καὶ φωτοφόρου μεταμορφωτικῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.
«Ἡ ἄκτιστη χάρη δὲν προσφέρεται κατὰ μαγικὸ τρόπο»

Πολὺ εὔστοχα ὁ καθηγητὴς Γεώργιος Μαντζαρίδης στὸ μνημειῶδες ἔργο του: «Παλαμικὰ» γράφει χαρακτηριστικά: «Ἡ ἄκτιστη χάρη δὲν προσφέρεται κατὰ μαγικὸ τρόπο πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν φυσικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου ἢ τῶν πνευματικῶν ἱκανοτήτων αὐτοῦ. Μία τοιαύτη χάρις θὰ ἦτο κτιστἠ, διότι ἁπλούστατα δὲν θὰ ἀπετέλει προσωπικὴν σχέσιν, ἀλλ᾿ ἀντικειμενικὴν προσφοράν. Ἄκτιστος χάρις εἶναι τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ἔλευσις καὶ ἡ παραμονὴ αὐτοῦ ἐντὸς τοῦ πιστοῦ... Ἄκτιστος χάρις εἶναι ἡ δόξα τῆς Μεταμορφώσεως, ἡ πνοὴ τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ ὁποία ἀναγεννᾶ τὸν ἄνθρωπος... Ἄκτιστος χάρις εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἐντός του πιστοῦ καὶ ἡ ζωὴ τοῦ πιστοῦ ἐντὸς τοῦ Χριστοῦ».

Καὶ ἐνῶ τὸ ἄκτιστο φῶς ὡς ἔκφανση τῆς ἀκτίστου ἐνέργειας καὶ χάριτος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπρόσιτο καὶ ὑπεραισθητὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἐντούτοις δεχόμενος ὁ χοϊκὸς ἄνθρωπος τὸν φωτισμὸ τοῦ παναγίου Πνεύματος καθίσταται «κοινωνός, μέτοχος καὶ θεωρὸς ὑπερφυῶν θεαμάτων». Τότε ψυχοσωματικὰ μεταμορφώνεται ὁ ἄνθρωπος σὲ φωτοφόρο καὶ φωτομορφο δοχεῖο τῆς ἀκτίστου χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὅπως λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἔλαμψε στὸ ὄρος Θαβὼρ διὰ τῆς ἀκτίστου δόξης τῆς θεότητός του, ἔτσι καὶ οἱ δίκαιοι μετέχοντες τῆς ἀκτίστου χάριτος θὰ λάμψουν ὅπως ὁ μεταμορφωθεὶς Χριστὸς στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἡ δόξα καὶ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν πιστῶν εἶναι κοινή. Ἀλλὰ ὁ μὲν Χριστός, ὡς Θεὸς θὰ εἶναι ἡ φυσικὴ πηγή, οἱ δὲ ἅγιοι ὡς κτίσματα οἱ κατὰ χάριν μέτοχοι.

«Τὸ γεγονὸς τῆς μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὸν ἀρραβώνα τῆς “πρόσωπον πρὸς προσωπον” θεωρίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους κατὰ τὸν μέλλοντα αἰώνα»

Στὸ πλαίσιο τῆς παλαμικῆς θεολογίας περὶ τοῦ ἀκτίστου φωτός, ὁ Γεώργιος Μαντζαρίδης ἐπισημαίνει ὅτι: «τὸ γεγονὸς τῆς μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὸν ἀρραβώνα τῆς “πρόσωπον πρὸς προσωπον” θεωρίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους κατὰ τὸν μέλλοντα αἰώνα. Αὐτὴ ἡ θεωρία καθίσταται δυνατὴ διότι καὶ ὁ Θεὸς ὡς πρόσωπο ἐνεργεῖ προσωπικῶς. Τὸ ἄκτιστο φῶς, τὸ ὁποῖο ἐξέστραψε ἐκ τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴ μεταμόρφωση, δὲν ἀπετέλεσε ἀόριστη ἢ ἀπρόσωπη δύναμη, ἀλλὰ συγκεκριμένη προσωπικὴ ἐνέργεια τοῦ ἐνσαρκωθέντος θεοῦ Λόγου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τὸ φῶς τοῦ Θαβὼρ βλέπουν καὶ οἱ ἡσυχαστὲς κατὰ τὶς μυστικές τους ἐμπειρίες, αὐτὸ πρόκειται νὰ ἰδοῦν καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι κατὰ τὸν μέλλοντα αἰώνα».

Τελικῶς, ἡ ἔνδοξη μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὸ «κάτοπτρο» στὸ ὁποῖο ἀντικατοπτρίζεται ἡ ὀντολογικὴ μεταμόρφωση καὶ ὅλων τῶν χοϊκῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι «δεκτικοὶ» τῆς ἀκτίστου χάριτος καὶ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, καθὼς βιώνουν ψυχοσωματικὰ τὴν «ἄνοδο καὶ κλίμακα» τῆς ἁγιοπνευματικῆς «ἐκστάσεως» καὶ «καθάρσεως» μέχρι τὴν κατὰ χάρη θέωσή τους μέσα στὸν «ἄκτιστο λουτήρα τοῦ ἀκτίστου φωτός».

ΚΑΝΕΛΛΟΥ Γ. ΜΑΛΑΜΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ Β´ ΕΚΔΟΣΗ ΒΕΛΤΙΩΜΕΝΗ εἰς 20.000 ἀντίτυπα ΑΘΗΝΑ 1986


Εἰς μνήμην τοῦ ἐκδότου
Κανέλου Γ. Μαλαμᾶ (1907-1988)
ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ

Σημ. Website: Ἀνάρτησις μετὰ πάσης ἐπιφυλάξεως περὶ ἐγκυρότητος τῶν εὐχῶν.


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Εἶναι δυνατὸν μία ψυχὴ ἁμαρτωλή, μὲ τὴν κατανυκτικὴ προσευχὴ καὶ μὲ τὴν μεσιτεία τῆς Παναγίας μας, νὰ λυγίσει τὰ σπλάχνα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ μας, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ τῆς δώσει αὐτὰ ποὺ ἔχει ἀνάγκη γιὰ τὴν σωτηρία της καὶ ὅ,τι ἄλλο μᾶς ὑπεσχέθη ὁ Κύριος λέγοντας: «Αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε, κρούετε καὶ ἀνοιγήσετε ὑμῖν. Καὶ ὅσα ἂν αἰτήσετε πιστεύοντες λήψεσθε». (Ματθ. ζ´ 7), «ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσετε ὑμῖν» (Ματθ. στ´ 33), «Οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ, ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπίσης ἐπὶ παντὶ ρήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ» (Ματθ. δ´ 4).
«Οὐ γάρ ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καὶ πόσις, ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Ρωμ. ιδ´ 17).
«Ἡ ζωὴ μὴ διακοπτομένη θανάτω· καὶ συνεχιζομένη, ἔκπαγλος διὰ τοὺς δικαίους».
Αὐτὰ ὑπόσχεται εἰς πάντας τοὺς θέλοντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν.
Ἄπειρος ὧν, ἄπειρα καὶ τὰ μέσα τῆς σωτηρίας ποὺ μᾶς παρέχει ὁ Κύριος, ὅταν εἰλικρινὰ μὲ καρδίαν συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη ἐν προσευχῇ.
Ἀδελφοί μου ἐν Κυρίῳ,
Αὐτὸ τὸ βιβλιαράκι ποὺ κρατᾶτε, εἶναι ἕνα σχέδιο ἀπὸ τὰ ἄπειρα σχέδια, μὲ σκοπὸ τὴν σωτηρία μας. Προσευχὴ ποὺ ἀγγίζει τὸν Θεόν· μεγάλη ἡ συγκατάβασίς του νὰ τὴν ἀκούσει. Εἶναι συνομιλία, εἶναι συνεργασία. Συνεργασία ποὺ τὰ κέρδη εἶναι ὅλα δικά μας.
Ὁ Κύριός μας, τὸ Πνεῦμα δηλαδή, χαίρει γιὰ μία ψυχὴ μετανοοῦσα. Ἡ μετάνοια ἔρχεται κατόπιν προσευχῆς καὶ νηστείας κατὰ δύναμιν. Ἐξαγνίζεται ἡ ψυχή, γίνεται εὐάρεστος πρὸς τὸν Θεὸν καὶ δίνει ὁ Θεὸς τὴν εὐχέρειαν, νὰ πάρει θέση ἡ μετάνοια καὶ μὲ τὴν σειρά της ἡ ψυχὴ νὰ πάρει τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καὶ νὰ φωνάξει: «Ζεῖ ἐν ἐμοὶ Χριστός».
Γνωρίζουμε μὲ τὴν Χάρη τοῦ Κυρίου, κάτι τὸ μυστήριο ἀλλὰ καὶ μεγαλεῖο του Θεοῦ στὰ τόσα καὶ ἄπειρα μέσα σωτηρίας, ποὺ μᾶς παρέχει ὁ Κύριος, γιὰ νὰ γίνει ἡ ἐξομολόγησις, πολὺ πιὸ μυστήριο.
Ἐγράφη κάπου, στὴν Κωνσταντινούπολη νομίζω, μία ἐπιγραφὴ -καρκίνη λεγομένη- δηλαδή, ἀπ᾿ ὅπου καὶ ἂν τὴν διαβάσεις, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἢ καὶ ἀντιστρόφως, τὸ ἴδιο ἐννοεῖ. «ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ». Δηλαδή: πλύνε τὶς ἁμαρτίες σου καὶ ὄχι μόνον τὸ πρόσωπό σου. Αὐτὰ ἔχει νὰ μᾶς προσφέρει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, πρὸς ἐξομολόγησιν.
Καὶ ἐν συνέχεια ἐρωτῶ (μὲ τὶς λίγες γνώσεις μου ὡς ἄπειρος), ἐσᾶς: πὼς ἐξηγεῖται, ὅταν κοιμώμενος νύκτα, συνέλαβες τὸν ἑαυτόν σου νὰ γράφει καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζεις κοιμώμενος ἢ ἐν ἐγρηγόρσει γράφεις; Τί εἶναι αὐτὰ καὶ ποιὸς τὰ γράφει; Ἀλλὰ ὁ χαρακτήρας εἶναι δικός σου. Σ᾿ αὐτὸ ποὺ ἔχεις γράψει, ἔχει μείνει ἕνα κενὸ γιὰ ἕνα ψηφίο καὶ κάποιος ἀοράτως, σὲ ὁδηγεῖ νὰ συμπληρώσεις τὸ κενὸ μὲ ἕνα (ν). Ξαφνικὰ κυριεύεσαι ἀπὸ δέος καὶ συγκρατεῖσαι ἀπὸ μία δύναμι ἐπικαλούμενος τὸν Κύριο ἡμῶν, Ἰησοῦ Χριστόν.
Καὶ μετὰ ὀλίγον καιρό, συμβαίνει τὸ ἴδιο. Αὐτὴ τὴν φορά, διπλὴ δόσις ἀνησυχίας καὶ ἀγωνίας. Ποῦ νὰ τρέξεις; Ἄδικα ὅταν τρέχεις γιὰ λογαριασμό σου. Θὰ ἔπρεπε νὰ κρύψω τὸ τάλαντο ἐν τῇ γῇ καὶ νὰ ἀκούσω τὸ «δοῦλε πονηρέ»; Μὴ γένοιτο. (Ματθ. κε´, 24 - 26). Δηλαδὴ χωρὶς ἀπόλυτα στὸν χιτῶνα τοῦ Κυρίου πιασμένος. Ποῦ νὰ βρεῖς ὅμως ἡσυχία ἀπ᾿ αὐτὰ ὅλα καὶ ἄλλα μετέπειτα; Ἂν ἐπιτρέπει ὁ Κύριος.
Εἶσαι ὅμως, ἀγαπητέ μου, ἕνας ὄγκος, ἕνας βράχος μὲ αἰχμές, ποὺ γιὰ νὰ γίνει ἄγαλμα καὶ νὰ φέρει πρόσωπο ἀνθρώπου, τί ἐργαλεῖα θὰ μεταχειριστοῦν οἱ τεχνίτες; Ἀπὸ φουρνέλα καὶ χοντρὰ ἐργαλεῖα, μέχρι τὰ λεπτότερα, προκειμένου νὰ δώσει μορφὴ ἀνθρώπου.
Καὶ ἐν καιρῷ χρόνων 3-5, ἀγωνίας καὶ ἀνησυχίας, ἐκπληρώθη ὁ σκοπὸς τοῦ Κυρίου. Καὶ ἐδῶ, ἀδελφέ μου, χρειάζεται αὐτοσυγκέντρωσις. Σὲ ξένη γλώσσα οἱ λέξεις ποὺ ἐγράφησαν, ἀπὸ ποιόν; Ἀλλὰ μὲ δικό μου χαρακτήρα. Ἐξηγοῦνται κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον: «ΕΝΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ», ἡ πρώτη ἀποκάλυψη. Καὶ ἡ δεύτερη: «ΝΑ ΚΑΝΩ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ - ΚΑΘΑΡΣΗ», γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετήσω ὡς ἀνάξιος δοῦλος Του.
Κάθισα λοιπὸν στὴν ἄμμο, γιὰ νὰ βρῶ, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Κυρίου, τὰ διαμάντια ποὺ ὀνομάζονται μετάνοια, ἐξομολόγηση, Σῶμα καὶ Αἷμα Κυρίου. Ἐὰν αὐτὰ δὲν γίνουν μὲ τὴν θέλησή μας καὶ τὴν Χάρη τοῦ Κυρίου, καλύτερα νὰ μὴ ζεῖ κανεὶς καὶ πάρει μαζί του ὅσα τοῦ φορτώσει ὁ διάβολος. Ἂς μὴ πέσει λοιπὸν ἡ ὀργὴ ἐπὶ τοὺς ἀπειθοῦντας.
Ἐὰν δὲν σᾶς κουράζω, καὶ κάτι τὸ τελευταῖο, πρὸς οἰκοδομήν: Κάποια ἀφορμὴ μὲ ὁδήγησε σὲ παράκληση· γιατί αὐτό; Καὶ ἡ ἀπάντηση, στὸν μὲν μαθητή Του ὁ Κύριος: «Τί πρὸς σέ; Ἀκολούθει μοι». Σὲ μένα δὲ τὸν ἀνάξιο: «Ἡ πορεία σου, συντεταγμένη». Ποῦ ἐξηγεῖται: ἡ πορεία σου προκαθορισμένη.
Ἀφοῦ πιστεύω εἰς τὸν Κύριον, τὸν Δημιουργὸν τῶν πάντων, ποὺ κατευθύνει τὰ πάντα, ἀσφαλῶς κατευθύνει καὶ μένα. «Η ΠΟΡΕΙΑ ΣΟΥ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΗ», «ἡ πορεία σου προκαθορισμένη». Ἐὰν πιστεύω εἰς τὸν διάβολον, θὰ μὲ κατευθύνη ὁ διάβολος. Μὴ γένοιτο. Ὅσον ἀφορᾶ ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, «εἰς ποῖον χάος ἐμαυτὸν ἀκοντίσω;».
Ἡ παράκλησίς μου πρὸς τὸν Κύριον εἶναι ἐλαχίστη καὶ ἡ ἁμαρτωλότης μου, ὡς πρὸς τὸ μέγεθος τῶν αἰτημάτων μου. Ὁ εὔσπλαγχνος καὶ πολυέλεος Κύριος, ἂς μὲ συγχωρήσει γιὰ ὁρισμένα ποὺ βάζω σὲ τοῦτο τὸ γράμμα, ποὺ μοῦ φαίνονται σὰν παράξενα καὶ προσβάλλουν, νομίζω, τὴν Χάρη τοῦ Κυρίου· ποὺ ὁ Κύριός μας λέει ὅτι: «Τὸ σύμπαν ἂν παρέλθει, οἱ λόγοι μου δὲν θὰ παρέλθουν». Ἀλλὰ ἡ μακροθυμία Του; (Οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ). Μήπως ὅμως κάνω κατάχρηση τῆς μακροθυμίας Του; Πῶς θὰ τὸ ξέρω αὐτό, ἐφ᾿ ὅσον ζητῶ ἢ ἀκόμη φέρομαι ὅπως φέρομαι; (Κύριος γνωρίζει). Καὶ τὸ βλέπουν πλάνη· οἱ τοῦ γράμματος ἀλλὰ καὶ τοῦ πνεύματος ἑξαιρέσει. Ποῦ τότε ὑπάγεται τὸ Πνεῦμα Σου τὸ Ἀγαθόν, ὁδηγήσει μὲ ἐν γῇ εὐθείᾳ; Ποιὸ Πνεῦμα καὶ γιὰ ποιούς; «Τὸ Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ».
«Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι...» (Ματθ. ε´ 3). «Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». (Ἰωάν. δ´ 24). «Ἅγιοι γίνεσθαι, ὅτι ἐγὼ Ἅγιος εἰμί». (Α´ Πέτρου α´ 16). Πότε Ἅγιοι γίνεσθε; Μόνον ὅταν ὁ διάβολος ἐργάζεται; Ὁ Χριστός, τὸ Πνεῦμα; στὴν πυρὰ ἑστὼς καὶ θερμαινόμενος; «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστιν». (Ματθ. ε´ 48). «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή», λέγει ὁ Κύριος. Ἄρα ἐγὼ ἕνα ψέμμα, ἕνας ἁμαρτωλός, θάνατος. Ἡ ἁμαρτία θάνατος. «Σήκω ἐπάνω σύ, ποὺ κοιμᾶσαι τὸν ὕπνον τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀναστήσου ἀπὸ τὴν νέκραν καὶ τὸν θάνατον, εἰς τὸν ὁποῖον σὲ ἔρριψεν ἡ ἁμαρτία. Καὶ θὰ σὲ φωτίσει ὁ Χριστὸς» (Ἐφεσ. ε´ 14). Β´ Κορ. θ´ 6: «Ὁ σπείρων φειδωμένως, φειδωμένως καὶ θερίσει· καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾿ εὐλογίαις, ἐπ᾿ εὐλογίαις καὶ θερίσει». «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πάντας».
Συγκεντρώνω στοιχεῖα: Παραθέτω πηγάς:
- Α´ Θεσσ. ε´ 19-20: «τὸ πνεῦμα μὴ σβέννηται»: «προφητείαις μὴ ἐξουθενεῖτε».
- Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πίστις καὶ Θεολογία» τοῦ Βλαδιμήρου Λόσσκυ: Τὸ χρίσμα μᾶς δίδει τὴν γνῶσιν ὅλων τῶν πραγμάτων. Ὁ χριστιανὸς γνωρίζει τὰ πάντα, ἀλλ᾿ ἡ Θεολογία εἶναι ἀναγκαία διὰ νὰ ἐνεργοποιηθῇ αὐτὴ ἡ γνῶσις. Εἰς τοὺς Προφήτας ἤδη, εἰς τὸν Ἱερεμίαν προπάντων, εὑρίσκει κανεὶς τὴν ἰδέαν αὐτῆς τῆς γνώσεως, ἡ ὁποία θὰ δοθῇ εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: (Ἱερ. λη´ 33-34): «Διδοὺς δώσω νόμους μου εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν καὶ ἐπὶ καρδίας αὐτῶν, γράψω αὐτούς... καὶ οὐ μὴ διδάξωσιν ἕκαστος τὸν πολίτην αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ λέγων· γνῶθι τὸν Κύριον· ὅτι πάντες εἰδήσουσί με ἀπὸ μικροῦ αὐτῶν ἕως μεγάλου αὐτῶν, φησὶ Κύριος».
- Α´ Θεσσ. ε´ 21: «πάντα δὲ δοκιμάζετε, τὸ καλὸν κατέχετε».
- Γαλ. στ´ 7: «Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται».
- Ἐφ. δ´ 7: «Ἐνὶ δὲ ἑκάστω ἡμῶν ἐδόθη ἡ Χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ».
- Α´ Πέτρ. δ´ 10-11: «ἕκαστος καθὼς ἔλαβε χάρισμα εἰς ἑαυτούς, αὐτὸ διακονοῦντες ὡς καλοὶ οἰκονόμοι, ποικίλης Χάριτος Θεοῦ. Εἴ τις λαλεῖ ὡς λόγια Θεοῦ· εἰ τὶς διακονεῖ ὡς ἰσχύος, ἧς χορηγεῖ ὁ Θεὸς δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».
- Α´ Ἰω. δ´ 1-2: «Ἀγαπητοὶ μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα, εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν, ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασαν εἰς τὸν κόσμον, ἐν τούτῳ γινώσκετε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστόν, ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι».
- Λουκ. ια´ 13: «Εἰ οὖν ὑμεῖς ὑπάρχοντες πονηροὶ οἴδατε ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσῳ μᾶλλον ὁ Πατὴρ ὁ ἐξ οὐρανοῦ δώσει πνεῦμα ἀγαθόν, τοῖς αἰτοῦσιν Αὐτόν».
- Μαρκ. ια´ 24: «διὰ ταῦτα λέγω ὑμῖν, πάντα ὅσα ἂν προσευχόμενοι αἰτεῖσθε, πιστεύετε ὅτι λαμβάνετε καὶ ἔσται ὑμῖν».
- Πράξ. ι´ 44-45: «ἐπέπεσε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἰς πάντας τοὺς ἀκούοντας τὸν λόγον καὶ ἐξέστησαν οἱ ἐκ περιτομῆς πιστοὶ ὅσοι συνῆλθον τῷ Πέτρῳ ὅτι καὶ ἐπὶ τὰ ἔθνη ἡ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκκέχυται».
- Β´ Κορ. 12, 13, 14, - Πεντηκοστῆς Πέτρου - Πράξεις, ιθ´ 6, -Γαλ. δ´, 6, 7 - Πράξεις, η´, 14, 17 β´, 38, 39 - Πράξεις, Ι, 34 - Πράξεις, α´, 8 - Α´ Κορ. 14, 5. - Α´ Κορ. 13, 8, 9 - Α´ Κορ. 14, 2 - Ρωμ. η´, 26, 27 - Ἰω. ιδ´ 16, 17 - Λουκ. ια´ 13 - Μαρκ. ια´ 24 - Πράξ. α´ 8. β´ 38, 39. η´ 14, 17. ι´ 34. ιθ´.
- Ἑβρ. ιγ´ 17: «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ἡμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες· ἵνα μετὰ χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι καὶ μὴ στενάζοντες· ἁλυσιτελὲς γὰρ ὑμῖν τοῦτο».
- Β´ Τιμ. γ´ 12: «καὶ πάντες δὲ οἱ θέλοντες ζεῖν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, διωχθήσονται».
- Ἐκ τοῦ ψαλμοῦ 118: Μακάριοι οἱ ἄμωμμοι, οἱ πορευόμενοι ἐν νόμῳ Κυρίου· μακάριοι οἱ ἐξερευνῶντες τὰ μαρτύρια Αὐτοῦ, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ ἐκζητήσουσιν Αὐτόν. Ἐν τίνι κατορθώσει νεώτερος τὴν ὁδὸν Αὐτοῦ, ἐν τῷ φυλάξασθαι τοὺς λόγους Σου. Ἐπετίμησας ὑπερηφάνοις ἐπικατάρατοι οἱ ἐκκλίνοντες ἀπὸ τῶν ἐντολῶν Σου. Εἰς τὸν αἰῶνα, Κύριε, ὁ λόγος Σου διαμένει ἐν τῷ οὐρανῶ, εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἡ ἀλήθειά Σου, ἐθεμελίωσας τὴν γῆν καὶ διαμένει. Τῇ διατάξει Σου διαμένει ἡμέρα, ὅτι τὰ σύμπαντα δοῦλα Σά. Δίκαιος εἶ, Κύριε, καὶ εὐθεῖαι αἱ κρίσεις Σου. Γλύτωσέ με ἀπὸ συκοφαντίες ἀνθρώπων καὶ φυλάξω τὰς ἐντολάς Σου. Πεπυρωμένον τὸ λόγιόν Σου σφόδρα καὶ ὁ δοῦλός Σου ἠγάπησεν αὐτό. «Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος Σου καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου. Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγια Σου, ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου».
Ψαλμὸς 19: «Μνησθείη πάσης θυσίας Σου καὶ τὸ ὁλοκαύτωμά Σου πιανάτω. Δώῃ Σοι Κύριος κατὰ τὴν καρδίαν Σου καὶ πάσαν τὴν βουλήν Σου πληρῶσαι. Πληρῶσαι Κύριος πάντα τὰ αἰτήματά σου, νῦν ἔγνων ὅτι ἔσωσε Κύριος τὸν χριστὸν αὐτοῦ».

ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

ΣΤΑΥΡΕ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ Τῌ ΔΥΝΑΜΕΙ ΣΟΥ
Κύριε ἡμῶν, Ἰησοῦ Χριστέ, ἀξίωσέ με νὰ πάρω τὸν Τίμιο Σταυρό Σου, ὁ ἀνάξιος.
Καὶ φρούρησέ με, προστάτευσέ με, ἐνίσχυσέ με, ἐνδυνάμωσέ με.
Καὶ διὰ τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος, ἐπισκίασέ με, φώτισέ με εἰς τὴν ἐλαχίστην αὐτὴν προσευχὴν ποὺ προσφέρω, νὰ εἶναι εὐάρεστος καὶ παρακαλῶ νὰ γίνει εὐπρόσδεκτος.
Δόξα Σοι, ὁ Θεός. Δόξα Σοι ἡ Παναγία Τριάς, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὲ καὶ Πνεῦμα Πανάγιον.
Δόξα Σοι, Παναγία μου, μετὰ τοῦ Πατρὸς καὶ τῆς Μητρός Σου Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης, Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορός Σου καὶ πάντων τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων· Ταξιαρχῶν, Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ραφαήλ, Οὐριήλ, Ἀποστόλους, Εὐαγγελιστὰς καὶ Προφήτας.
Πάντας παρακαλῶ, προστατεύσατέ με καὶ πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν.
Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα, ἐνώπιόν Σου.
Ἐσταυρωμένε μου Κύριε, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ καὶ μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου.
(Μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὸν Ἁγιασμό, ἁγιάζουμε, ραντίζουμε τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ σῶμα μας καὶ ὅλον τὸν οἶκον μας, λέγοντας):
Ἁγίασε, Κύριε, καθάρισε τὰ πονηρὰ καὶ ἀκάθαρτα πνεύματα· καὶ ἀπὸ τοὺς οἴκους πάντων τῶν ἀδελφῶν.
Ἐκ τοῦ ἐν μακαρίᾳ μνήμῃ πατρὸς Φιλοθέου Ζερβάκου:
«Νὰ κάμετε ἁγιασμὸν καὶ νὰ ραντίζετε ὅλο τὸ σπίτι, μέσα καὶ ἔξω καὶ νὰ ραντίζετε τὰ ροῦχα σας καὶ τὰ παπούτσια σας, ποὺ σᾶς κόπτει ὁ σατανᾶς».
Ἐν συνεχείᾳ καὶ μὲ τὸ Σταυρὸ στὸ χέρι, ὑψώνουμε τὸ Σταυρὸ πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις καὶ λέγομεν:
Ἔξωσον, Κύριε, τὰ πονηρὰ δαιμόνια ἀπὸ τὸν οἶκον τοῦτον, ἀπὸ τὸν τόπον τοῦτον, ἀπὸ τὸν χῶρον τοῦτον, ἀπὸ τὴν περιφέρειαν ταύτην, ἀφήνοντας μὲ ἀνενόχλητον, ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΣΙΝ ΥΠΟ ΤΟΥ ΠΟΝΗΡΟΥ

Σταυρώνω καὶ σφραγίζω τὸν χῶρον τοῦτον, (αἴθουσαν, οἰκίαν, κ.λ.π.) δυνάμει τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ (εἰς ἁπάσας τὰς πλευρᾶς, γωνίας, διόδους, εἰσόδους καὶ ἐξόδους αὐτοῦ). Θέτω φραγμὸν πυρός, (κυκλικῶς πέριξ του χώρου τούτου καὶ εἰς ἀκτίναν μακρὰν πενήντα μέτρων ἀπὸ τοῦ πυρίνου φραγμοῦ). Ἐγκλωβίζω ἐντὸς τοῦ χώρου τούτου ὑλικοῦ ἢ ἀΰλου, ἁπάσας τὰς ἐναντίους ὑποστάσεις πάσης τάξεως, σειρᾶς καὶ ἐξουσίας ἐπὶ γῆς, ἡμέρας, νυκτός, ἀέρος, ὑποχθονίου γηίνης ἢ ἀστρικῆς ἐπιφανείας. Δεσμεύω σας, διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ καὶ σᾶς ἀφαιρῶ τὴν δύναμιν καὶ πάσαν ἐξουσίαν, ἐπὶ τῆς γῆς. Δένω τὰς κεφαλάς σας, τὰς χεῖρας σας καὶ τοὺς πόδας σας, δι᾿ ἁλύσσεων τῶν πυρίνων πνευμάτων καὶ κακῶν οὐρανίων καὶ προσγείων δυνάμεων καὶ σᾶς παραδίδω δεσμίους εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, διὰ τῶν ἀντιδίκων σας, Ἀγγέλων, Ἁγ. Νικολάου, Ἁγ. Ἰωάννου, Ἁγ. Κυπριανοῦ καὶ Ἁγ. Γερασίμου καὶ πάντων του Παναγάθου Θεοῦ Ἁγ. Δυνάμεων καὶ ἀπαγορεύω τὴν εἴσοδον εἰς τὸν χῶρον τοῦτον παντὸς πονηροῦ καὶ ἀκαθάρτου πνεύματος.
Ἐπικαλοῦμαι τὰς ἐχούσας δύναμιν καὶ ἐξουσίαν ἀγαθὰς πνευματικὰς δυνάμεις, αἴτινες ὑπακούουν εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα, τοῦ ἀπροσώπου ἀπολύτου, καὶ αἰτοῦμαι τὴν βοήθειαν καὶ συμπαράστασιν τῶν εἰς τὴν προκειμένην κάθαρσιν καὶ ἂς παραστῇ ἡ δύναμις, ἡ ἀγάπη, ἡ εὐλογία καὶ ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ἡμῶν, φρούριόν μας καὶ προστασία. Οὕτω ἂς εἶναι ὁ Θεός μου βοηθὸς καὶ τὸ Ἅγιον αὐτοῦ Πνεῦμα. Κύριέ μου καὶ Θεέ μου, ἔσο μεθ᾿ ἡμῶν, εἰς Σὲ ἀνήκω καὶ εἰς Σὲ παραδίδω τὴν ζωήν μου, τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ψυχήν μου.
Θέσε ἡμᾶς, Κύριε, ὑπὸ τὴν εὐλογίαν Σου καὶ τὴν Σκέπην Σου. Ἀμήν.

ΦΥΛΑΚΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΔΑΝΙΗΛ

Ἅγιε Προφήτα Δανιήλ, δέσον καὶ χαλίνωσον τοὺς ἐχθρούς μου καὶ ἀντιδίκους μου, τὰς γλώσσας τους καὶ τὰ στόματά τους ὡς ἔδεσες καὶ ἐχαλίνωσες τὰ στόματα τῶν λεόντων ἐν τῷ λάκκῳ καὶ δὲν ἔπαθες οὐδεμίαν βλάβην. Ἔτσι δέσε καὶ χαλίνωσε τοὺς ἐχθρούς μου καὶ τοὺς ἀντιδίκους μου καὶ αὐτοὺς ποὺ μὲ κατηγοροῦν. Φύλαξον ἐμένα τὸν δοῦλον τοῦ Θεοῦ (......) μετὰ τῶν οἰκείων μου καὶ πάντων τῶν ἀδελφῶν μου μετὰ τῶν οἰκείων τῶν.
(Καὶ πάντοτε μὲ τὸν Σταυρὸν στὸ χέρι)
«Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, διάνοιξον τὰ ὦτα καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδίας μου, τοῦ ἀκοῦσαί με τὰ λόγιά Σου καὶ συνιέναι καὶ ποιῆσαι τὸ θέλημά Σου, ὅτι πάροικός εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου, ἀλλὰ ἀποκάλυψον τοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ κατανοήσω τὰ θαυμάσια ἐκ τοῦ Νόμου Σου. Ἐπὶ σοὶ γὰρ ἐλπίζω ὁ Θεός μου, ἵνα Σύ μου φωτίσεις τὴν διάνοιαν· ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία Τριάς, Παντοδύναμε, τῇ μεσιτείᾳ τῆς Θεοτόκου καὶ τῇ πρεσβείᾳ τῶν ἀρχιστρατήγων, Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ραφαήλ, Οὐριὴλ καὶ πάντων τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων, βοήθησε τὸν δοῦλόν Σου καὶ λύτρωσέ με ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ δαίμονος.
(τρεῖς φορές, κάθε φορὰ καὶ ἀπὸ μία μετάνοια).
Μέγα τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος· Μέγα τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος· Μέγα τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος· Νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Τριάγιον. Παναγία Τριάς, Πάτερ ἡμῶν, Ὅτι Σοῦ ἐστιν.
Ἀπολυτίκιον τῆς Πεντηκοστῆς. Ἦχος πλ. δ´.
Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, καὶ δι᾿ αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, Φιλάνθρωπε, δόξα σοι.
Πατέρα μου Παντοκράτορα, Πανάγιε, Πανάγαθε, Παντοδύναμε, Μακρόθυμε καὶ Πολυέλεε· Σ᾿ εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴν ἀπέραντη καλοσύνη Σου, τὸ πλούσιόν Σου ἔλεος καὶ τὴν μακροθυμίαν Σου. Σὲ παρακαλοῦμε, Σὲ παρακαλοῦμε· Συγχώρεσέ μας καὶ βοήθησέ μας καὶ μὴ ἐγκαταλείπῃς ἡμᾶς τοὺς πιστεύοντας καὶ ἐλπίζοντας ἐπὶ Σέ. Τοὺς δὲ ἀγνοοῦντάς Σε, χάρισε γνῶσιν ἀληθῆ καὶ ἄφεσιν πταισμάτων, χάριτι τοῦ Κυρίου ἡμῶν, Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν καὶ τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος.
(ἀκολουθεῖ ἢ ἀπόδειπνον ἢ πρωϊνὴ καὶ ἑωθινὴ προσευχὴ - κατὰ δύναμιν).
Πατέρα μου Παντοκράτορα, Πανάγιε, Πανάγαθε καὶ Παντοδύναμε, Μακρόθυμε καὶ Πολυέλεε, ἐπικαλοῦμαι τὸ ἔλεός Σου γιὰ ὅλον τὸν κόσμον. Ἐπιβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἐπίσκεψαι πάντας ἡμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἐλέησον ἡμᾶς, Χάριτι τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Παναγίου Σου Πνεύματος. Ἀμήν.
Ἰησοῦ μου, Κύριέ μου καὶ Θεέ μου, Χριστέ μου, συγχώρεσέ με καὶ ἄκουσε τὴν μεγάλη παράκληση ποὺ σοῦ κάνω μέσα ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ἐλαχίστη προσευχὴν ποὺ σοῦ προσφέρω. Ἐπίσκεψαι πάντας τοὺς δεινοπαθοῦντας ἀδελφούς, πονεμένους, θλιμένους, πληγωμένους ψυχῇ τε καὶ σώματι, κουρασμένους, ἀπελπισμένους, πειραζομένους ἐκ τοῦ πονηροῦ καὶ ἀπὸ πάσαν αἰτίαν δοκιμαζομένους ἀδελφούς, κατακειμένους ἐν ἀσθενείᾳ.
Ἴασαι αὐτούς, ψυχῇ τε καὶ σώματι. Ἰατρὲ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν. Παραστάσου σὲ κάθε πόνο, σὲ κάθε θλίψη, ἀνάγκη καὶ δυστυχία καὶ δῶσε σ᾿ αὐτοὺς παρηγορία, πίστη, ἐλπίδα καὶ ὑπομονή. Ρίξε τὸ βάλσαμο τῆς χαρᾶς καὶ γλύκανε τῶν πονεμένων τὶς καρδιές.
Στερέωσε πάντας ἡμᾶς εἰς ψυχικήν, σωματικὴν καὶ πνευματικὴν ὑγείαν. Δίνε μας δυνάμεις, ν᾿ ἀνεβοῦμε τὸ Γολγοθᾶ σ᾿ αὐτὴν τὴν ἄθλια ζωή μας. Εἰρήνευσε τὸν κόσμον Σου, διὰ τὴν Σὴν εἰρήνην. Ἀπάλλαξε τὸν λαόν Σου ἀπὸ τὴν πλάνην, διότι πάντες πλανῶντες καὶ πλανόμενοι. Πάντες ἥμαρτον ὧν πρῶτος εἰμὶ ἐγώ. Ἀπάλλαξε ἡμᾶς ἀπὸ τὴν ὀργὴν τῶν πολέμων καὶ συνέτισε τοὺς κυβερνήτας καὶ φώτισε καὶ εὐλόγησε νὰ κυβερνήσουν τὸν κόσμον ἐν δικαιοσύνῃ καὶ εἰρήνῃ.
Κύριέ μου, Κύριε, ἐπίσκεψαι ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, διακόνους, δοκίμους καὶ τοὺς πνευματικούς μας Πατέρες, ὧν Σὺ Κύριε γινώσκεις τὰ ὀνόματα αὐτῶν. Στερέωσε αὐτοὺς ἐν τῇ ἀγάπῃ Σου, εἰς τὸ ἔργον Σου. Ἐπίσκεψε πλανεμένους ἱερεῖς καὶ συνέτισε καὶ ἀπάλλαξε αὐτοὺς ἀπὸ τὴν πλάνην καὶ ὁδήγησε αὐτοὺς εἰς τὴν ἀλήθειάν Σου. Κύριέ μου, συνέτισε πρεσβυτέρες καὶ δῶσε εἰς αὐτὰς εὐχέρειαν προσευχῆς. Ἐπίσκεψε ἡγουμένους, ἡγουμένας, μετὰ τῆς συνοδείας αὐτῶν· ἱερομονάχους, μοναχοὺς καὶ μοναζούσας, διακόνους καὶ δοκίμους. Βοήθησε ἵνα ἐπιτελέσουν τὸν σκοπὸν καὶ τὸ Σὸν θέλημα. Κύριε, ἐπίσκεψε καὶ πάντας ποὺ κατὰ τὸ θέλημά Σου, ἄκουσαν τὴν νουθεσίαν Σου. Στήριξε αὐτούς, ὁδήγησε εἰς τὴν μετάνοιαν καὶ ἐξομολόγησιν.
Κύριέ μου, ἐπίσκεψε καὶ τοὺς διηρημένους, τὶς διαλυμένες οἰκογένειες, τοὺς παραστρατημένους, τοὺς ἀποσκιρτήσαντας ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξίαν. Εὐλόγησε, φώτισε, συγχώρησε, συνέτισε καὶ ἐπαναγαγε αὐτοὺς εἰς τὴν ὁδόν Σου.
Κύριέ μου, ἐπίσκεψε τοὺς ζητοῦντας τὴν ἐνίσχυσιν τῆς προσευχῆς μου καὶ τοὺς εὐεργετήσαντάς με. Φώτισε, εὐλόγησε καὶ ἀπόδωσε σ᾿ αὐτοὺς ὅ,τι ἀγαθόν, εἰς τὸ ἑκατονταπλοῦν, μετὰ τῶν οἰκείων αὐτῶν. Κύριέ μου, ἐπίσκεψε τοὺς διατελοῦντας ἐν νευρικῇ καταστάσει ἀδελφοὺς καὶ διὰ τῆς Χάριτος καὶ ἐνεργείας τοῦ Παντοδυνάμου Πνεύματός Σου, δυνάμωσε, ἠρέμησε αὐτούς· ὅτι Σὺ πρᾷος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ. Τοὺς διατελοῦντας ἐν κλυδωνισμῷ στερέωσε, ὡς ἐστερέωσες ἐν τῇ πίστει τὸν Πέτρο καὶ δῶσε εἰς αὐτοὺς τὴν ἄφεσιν τῶν παραπτωμάτων, ἵνα ἐν Σοὶ μένουσι καὶ δοξολογοῦσι τὸ Πανάγιον Ὄνομά Σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.
Κύριέ μου, φρούρησε τὴν Ἐκκλησίαν Σου καὶ στερέωσε τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ ἐνδυνάμωσε τὴν πίστιν ἡμῶν. Καὶ ἀξίωνέ μας ἐν συντετριμένῃ καὶ τεταπεινωμένῃ καρδίᾳ, ἐν ἁγιασμῷ, ἐν μετανοίᾳ καὶ καθαρᾷ ἐξομολογήσει, νὰ λαμβάνουμε τὸ Πανάχραντον Σῶμα Σου καὶ τὸ Τίμιον Αἷμα Σου.
Κύριέ μου, συγχώρησε τοὺς ἐχθροὺς καὶ τοὺς μισοῦντας ἡμᾶς· συγχώρησον καὶ εὐλόγησον τοὺς καταρωμένους ἡμᾶς.
Κύριέ μου, ἐπίσκεψε τοὺς νέους καὶ ρίξε τὸ φῶς τοῦ Παναγίου Σου Πνεύματος καὶ φώτισε καὶ συνέτισε καὶ εὐλόγησε καὶ ἐπανάγαγε αὐτοὺς εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀλήθειάς Σου. Ἀπάλλαξε αὐτοὺς ἀπὸ τὸν δρόμον τῆς διαφθορᾶς.
Κύριέ μου, ἐπίσκεψε τοὺς πολυτέκνους καὶ στερέωσε αὐτοὺς εἰς ψυχικήν, σωματικὴν καὶ πνευματικὴν δύναμη, διὰ νὰ ἀνταπεξέλθουν εἰς τὰ οἰκογενειακὰ προβλήματά τους. Καὶ τὰ τέκνα τοὺς ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψίν Σου.
Κύριέ μου, ἐπίσκεψε τοὺς ἐγκαταλελειμένους γέροντας καὶ παραστάσου στὸν κάθε πόνο τους, στὴ θλίψη τους, στὴν ἀνάγκη τους καὶ δῶσε παρηγοριά, πίστη, ἐλπίδα καὶ ὑπομονή, καὶ ὁδήγησε εἰς μετάνοιαν καὶ ἐξομολόγησιν.
Καὶ ἐμένα, Κύριέ μου, τὸν ἀνάξιον, ποὺ κατέταξες ὡς ἄξιον εἰς τὸ ἱεραποστολικόν Σου ἔργον, συγχώρησέ με καὶ βοήθησέ με, φώτιζε τὸ δρόμο τῆς ζωῆς μου, στερέωσέ με εἰς τὸν φωτισμόν Σου καὶ ἀπάλλαξέ με ἀπὸ ἐνδεχομένη πλάνη. Κάνε με καλὸν ἐργάτη εἰς τὸν ἀμπελῶνα Σου καὶ πιστὸν τηρητὴ τῶν ἐντολῶν Σου.
Κύριέ μου, εὐλόγησε τὰ ἔργα Σου καὶ στερέωσε τοὺς ἡγουμένους τῶν ἔργων Σου μὲ πίστη, ἐλπίδα καὶ ὑπομονὴ καὶ μὴν ἐπιτρέψεις σκάνδαλον τοῦ πονηροῦ εἰς τὰ ἔργα Σου.
Κύριέ μου καὶ ἐμένα τὸν ἁμαρτωλόν, τὸν ἐλεεινό, τὸν ἐλάχιστο, τὸν ἀδιόρθωτον, ἀξίωσέ με, μέχρι τέλους τῆς ζωῆς μου νὰ προσφέρω τὰ Σὰ ἐκ τῷ Σῶν εἰς τὸ ἔργο Σου καὶ νὰ προφέρω τὸ Πανάγιον Ὄνομά Σου, τὴν τελευταία στιγμή, Χριστέ μου καὶ Κύριέ μου. Ἐπίσης, δῶσε μου χέρι βοηθείας εἰς τὸ γῆρας μου καὶ πίστη, ἐλπίδα, πὼς θὰ παραδώσω τὴν ψυχήν μου εἰς ἀγγέλους φαιδροὺς καὶ φωτεινούς. Δῶσε δόξαν τῷ ὀνόματί Σου τῷ Ἁγίῳ καὶ τῇ Σοὶ δυνάμει ἀνάγαγέ με, εἰς τὸ θεῖόν σου Βῆμα.
Ἐλέει με, ὡς μὲ ἐλεεῖς, ἵνα πορεύομαι εἰς τὸν σκοπὸν καὶ εἰς τὸ Σὸν θέλημα. Δίνε μου δυνάμεις νὰ ἀνταπεξέρχομαι στὶς δοκιμασίες καὶ νὰ γνωρίζω τὶς μεθοδίες τοῦ πονηροῦ. Καὶ ἀξίωσέ με νὰ Σοῦ προσφέρω προσευχὴν εὐάρεστον. Δῶσ᾿ μου ζῆλον καὶ πόθον εἰς τὴν προσευχὴν καὶ εἰς τὸ ἔργον Σου. Κατάνυξη, συντριβὴ καὶ δάκρυα γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά μου. Δυνάμεις ψυχικές, σωματικὲς καὶ πνευματικές.
Ἄνοιξέ μου τὴν διάνοιαν, καθάρισέ μου τὸ πνεῦμα, τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν. Δῶσ᾿ μου ἀγαλλίασιν εἰς τὴν ψυχὴν καὶ εὐφροσύνην εἰς τὴν καρδίαν μου. Δῶσ᾿ μου ἐλευθερία πνεύματος, δῶσ᾿ μου τὸν πλοῦτο τοῦ Πνεύματός Σου, καὶ ἀπάλλαξέ με ἀπὸ τὰ χαμηλὰ περιθώρια τοῦ πνεύματός μου· ἵνα ὁ ἁμαρτωλός, ὁ ἀνάξιος, ὁ ταλαίπωρος, ὁ ἀδιόρθωτος, ἀξιωθῶ νὰ γνωρίσω τὰ μεγαλεῖα Σου.
Σὺ ἡ ἄπειρος Δύναμις, ἡ πηγὴ πάσης δυνάμεως, ἐνδυνάμωσέ μου τὴν πίστιν, τὴν ἐλπίδαν, τὴν ὑπομονήν, τὴν θέλησιν, τὴν προσπάθειαν, τὴν ἐγκράτειαν, τὴν ἀπάθειαν· καὶ πλούτισέ με μὲ τὶς ἀρετές Σου. Τὴν ἀγάπην, τὴν εἰρήνην, τὴν πραότητα, τὴν καλοσύνην, τὴν μετάνοιαν, τὴν ταπεινοφροσύνην, τὴν ἀλληλεγγύην, τὴν μακροθυμίαν, τὴν διάκρισιν, τὴν ὑπακοήν.
Κάνε με καλόν, εἰρήνευσέ με, ἡσύχασέ με, πράϋνέ με, γαλήνευσέ με, ταπείνωσέ με, συνέτισέ με, ἀναγέννησέ με, ἁγίασέ με, καὶ ἀξίωσέ με νὰ γνωρίσω τὰ μεγαλεῖα Σου. Σὺ εἶ ἡ πηγὴ τῶν δωρημάτων καὶ χαρισμάτων. Χάρισέ μου, δώρισέ μου, ὅ,τι θέλεις, ὅσο θέλεις, ὅποτε θέλεις. Κάνε με ὅ,τι θέλεις· κἂν θέλω, κἂν μὴ θέλω. Ἀρκεῖ νὰ γίνεται τὸ θέλημά Σου πρὸς δόξαν Σου καὶ σωτηρία μας. Καὶ ἐνῷ ἡ σάρκα ἀσθενεῖ καὶ ἐπαναστατεῖ, Σὺ ὅμως, Κύριε, φυλάξεις μὲ καὶ διατηρήσεις με. Διότι ἐκ Σοῦ τὰ πάντα ἐκπορεύονται καὶ τὰ σὰ ἐκ τῶν Σῶν Σοὶ προσφέρω κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα. Πάντα πρὸς δόξαν Σου, πάντα πρὸς δόξαν τοῦ μεγαλείου Σου καὶ πάντα πρὸς προαγωγὴν τῆς δόξης Σου. Καὶ πάσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον, ἄνωθέν ἐστι κατεβαῖνον ἐκ Σοῦ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων.
Ἐγὼ δὲ ὁ ἁμαρτωλός, ὁ ἀνάξιος, ὁ ἐλεεινός, ὁ ἀδιόρθωτος, τολμῶ νὰ ζητῶ, «μνήσθητι Κύριε», διότι εἶπες ἀδιακρίτως: «Αἰτεῖτε καὶ δοθήσετε. Κρούετε καὶ ἀνοιγήσετε. Ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε ἡμῖν καὶ ὅσα ἂν αἰτήσετε, πιστεύοντες λήψεσθε». Δῶσ᾿ μου λοιπὸν Κύριε, (ἐδῶ αἰτοῦμε ὅ,τι θέλουμε).

ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

Ἥμαρτον, ἥμαρτον, ἥμαρτον, διὰ τὰς ἀπαιτήσεις μου ὡς ἁμαρτωλὸς καὶ ἀνάξιος. Ἀλλὰ γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου, πρεσβείαις τῆς Παναχράντου Σου Μητρὸς καὶ τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων. Δόξα στὴν Μητέρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τὴν Παναμώμητον.
Παναγία μου, σ᾿ εὐχαριστῶ ποὺ συνέβαλες καὶ συμβάλλεις στοὺς κόπους μου ὅλης μου τῆς ζωῆς. Τὶς κινήσεις πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου καὶ πρὸς σωτηρίαν μας.
Χαῖρε, Παναγία μου, χαῖρε Λαμπηδόνα, χαῖρε Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, χαῖρε Βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων, Χαῖρε Ἄνασσα, Παντάνασσα, μητροπάρθενον κλέος. Χαῖρε τρισοφεγγὴς τῆς θεαρχίας τύπος. Χαῖρε Μητέρα τοῦ Κυρίου καὶ πάντων ἡμῶν.
Συγχώρησέ με, Παναγία μου, ποὺ μὲ ἀκατάλληλα καὶ ἁμαρτωλὰ μέσα, Σοῦ προσφέρω προσευχή. Βοήθησέ με νὰ προσφέρω πάντα προσευχὴ εὐάρεστη εἰς τὸν Κύριόν μας καὶ εἰς ἐσένα, Παναγία μου. Καὶ πρέσβευε, προστάτευε, φρούρει καὶ φύλαττέ μας.
Παρακαλῶ καὶ πάντας τοὺς Ἁγίους καὶ τὰς ἐπουρανίους δυνάμεις, τὰ Χερουβείμ, τὰ Σεραφείμ, τοὺς ἀρχαγγέλους καὶ ἀγγέλους, πάντας παρακαλῶ, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν.
Καὶ ἀνάπαυσε, Κύριε, ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, γονεῖς, ἀναδόχους, συζύγους, ἀδελφούς, συγγενεῖς, ἐχθροὺς καὶ φίλους, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους, διδασκάλους καὶ πάντας τοὺς εὐεργετήσαντας ἡμᾶς, ὧν Σὺ γινώσκεις τὰ ὀνόματα αὐτῶν. Μνήσθητι καὶ μνημόνευσον καὶ ἀναπαυσον αὐτούς. Εὐπρόσδεκτον ποίησον τὴν δέησιν ἡμῶν, Κύριε· δώρησαι ἡμῖν τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καὶ σκέπασον ἡμᾶς ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων Σου. Καὶ φύλαττέ μας ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας, ἐπιδρομῆς ἀλλοφύλων καὶ ἐμφυλίου πολέμου. Εἰς σὲ ὑποτάσσομαι, Κύριε, καὶ κατὰ τὴν Σὴν θέλησιν προσδέξου με, ἵνα ἐπιτελέσω τὸν σκοπὸν καὶ τὸ Σὸν θέλημα. Καὶ εὐλόγησε τὴν Ἁγίαν Σου ἡμέρα (ἢ τὴν νύκτα)· τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον. Στεῖλε τοὺς ἀγγέλους Σου, φύλακας τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν. Ἀμήν.
Δόξα Σοι, Παναγία Τριάς, τὸ ὁμοούσιον κράτος, ἡ ἀδιαίρετος βασιλεία καὶ πάντων τῶν ἀγαθῶν αἰτία.
(τρεῖς μετάνοιες καὶ σὲ κάθε μετάνοια: Κύριε, Ἰησοῦ, Χριστέ, ἐλέησόν με).
Δι᾿ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε, Ἰησοῦ, Χριστέ, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ἡ θρέψις τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ προσευχή.
Τάξις καὶ τακτική, πετυχαίνεις εὐάρεστον εἰς τὸν Κύριον προσευχή.
Οἱ ἔχοντες ἐνδοιασμοὺς παλαιοημερολογίται ἂς προσέξουν τί λέγει ὁ Νικόδημος στὸ βιβλίο του «Ἀόρατος πόλεμος», σελ. 243: «Ὅστις γνωρίζει τὴν ἀξίαν τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ ἀποδίδει ὀλίγην σπουδαιότητα εἰς τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα, δὲν ἔχει ἀνάγκην ἰδιαιτέρων τόπων καὶ ὁρισμένων χρόνων διὰ νὰ ἐκπληρώσει τὰ θρησκευτικὰ καθήκοντά του. Καὶ ὅταν συζητεῖς μὲ τὸν νοῦν σου νὰ εὕρεις τὸν Θεόν, διὰ ν᾿ ἀναπαυθεῖς εἰς Αὐτόν, μὴ γυρεύεις τόπους καὶ ὁροθεσία μὲ τὴν ἀσθενῆ καὶ στενὴν φαντασίαν σου».
«Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ σήμερον καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ´ 8).
«Αἱ εὐχαὶ καὶ γενικῶς ἡ προσευχὴ διὰ τοὺς ἐργαζομένους καὶ ὄχι διὰ τοὺς μοναχοὺς καὶ κληρικούς, θὰ κανονίζεται σύμφωνα μὲ τὴν διάθεσιν καὶ τὸν ζῆλον ἑκάστου Χριστιανοῦ, ἀλλὰ καὶ σύμφωνα μὲ τὸν χρόνον ὂν διαθέτουν. Εἰς τοὺς ἔχοντας ἐργασίαν τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ τοὺς ἐπιτρέπει μακρὰ προσευχήν, ὁ Θεὸς δέχεται καὶ ὀλίγες λέξεις ἀκόμη».
Ἐκ τοῦ προσευχηταρίου Α.Δ.ΣΙΜΩΝΩΦ
Μὲ θυμίαμα ἀρχίζουμε πάντοτε κάθε προσευχή.
ΘΕΛΕΙΣ ΜΕ ΑΚΟΥΣΕΙ ΕΝ ΚΑΙΡΩ· Ἀμήν.

ΜΗΝ ΠΛΑΝΑΣΘΕ, ΟΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΝΟΥΝ.
Φοβερὸ νὰ ἀνήκουμε στὸν Διάβολο, κάνοντας τὸν σταυρόν μας μὲ τρόπο σατανικό.
Ἕνα σωστὸ σταυρὸ μπαίνοντας στὴν ἐκκλησία καὶ ἀπὸ ἕναν μόνο στὴν κάθε εἰκόνα ποὺ προσκυνᾶτε.

Οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ συνδράμουν τὸ ψυχωφελὲς ἔργο
ποὺ πραγματοποιεῖ ὁ ἐκδότης τοῦ παρόντος, ἂς γράψει:
Κανέλλος Γ. Μαλαμᾶς
Χίου 24, Ἄνω Ἡλιούπολις, 163 42