Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Γεώργιος Κόρδης, Αγιογράφος Η Αγιότητα στη ζωγραφική τέχνη της Ορθοδ. Εκκλησίας


Το θέμα, που θα επιχειρήσω ν’ αναπτύξω, είναι το εξής: «ο ρυθμός ως εικαστικός τρόπος εξεικονίσεως του Αγίου σε συνάρτηση με τη σημαντική του ορθόδοξου ναού». Κατ’ αρχάς, θα κινηθούμε θεολογικά, αλλά στη συνέχεια θα χωρήσουμε σε μια εικαστική ανάλυση. Το θέμα μας λοιπόν άφορα την εξεικόνιση του Αγίου, την εξεικόνιση των Αγίων γενικότερα, διότι ο Άγιος για την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά πάντοτε είναι πρόσωπο συγκεκριμένο.
Πώς λοιπόν και για ποιό λόγο εξεικονίζουμε τους Αγίους; Αυτό είναι ένα θεμελιώδες ερώτημα που στα στενά όρια του παρόντος θα θίξουμε με μεγάλη συντομία. Στη συνέχεια θα μας απασχολήσει το θέμα του τί είναι ακριβώς αυτό που εξεικονίζουμε, τί εννοούμε δηλαδή όταν λέμε ότι εξεικονίζουμε τους Αγίους, και τέλος θα περάσουμε στην καρδιά της εισηγήσεώς μας, που έχει να κάνει με το πώς εικονίζεται ο Άγιος, με ποιούς τρόπους δηλαδή η Ορθόδοξη Εκκλησία πραγματώνει τον εξεικονισμό αυτών των προσώπων, τους οποίους ονομάζουμε Αγίους.
Είναι συχνά και μάλιστα θα έλεγα αρκετά διαδεδομένη η εντύπωση ότι ο εξεικονισμός του Αγίου έχει να κάνει με την καταγραφή κάποιας υπεραισθητής πραγματικότητας ή εν πάση περιπτώσει με την καταγραφή κάποιας ιδιαίτερης οντολογικής κατάστασης, πού χαρακτηρίζει κάποια πρόσωπα, την οποία ονομάζουμε συλλήβδην Αγιότητα και η Αγιότητα αυτή, η ιδιαίτερη υπαρξιακή κατάσταση, επιτυγχάνεται με κάποια εικαστική γλώσσα, μ’ ένα ζωγραφικό τρόπο -που κατά κύριο λόγο συνιστά και το ύφος των εικόνων -ή και με κάποιες γενικότερες άλλες εικονογραφικές λεπτομέρειες. Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, ότι δηλαδή καταγράφουμε μ’ έναν ιδιαίτερο ζωγραφικό τρόπο (ύφος) την Αγιότητα, δεν έχει κανένα έρεισμα στις πηγές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Όσο δηλαδή κι αν ψάξουμε στα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, που είναι οι πλέον αρμόδιοι να μιλήσουν για θέματα εκκλησιαστικής τέχνης, αλλά και γενικότερα εκκλησιαστικών συγγραφέων, δεν θα δούμε πουθενά αποτυπωμένη την άποψη αυτή, -ότι δηλαδή ο εξεικονισμός των Αγίων είναι η καταγραφή της Αγιότητας με κάποιο ζωγραφικό τρόπο. Ανεξάρτητα πάντως από την απουσία ερεισμάτων στις πηγές, η άποψη αυτή έχει και άλλα προβλήματα.

Τιμόθεος, ο φονιάς αρχιεπίσκοπος (ή άγιος;)



Ένα κείμενο που παίζει σκληρά, αυστηρώς ακατάλληλο για ηθικιστές.


Ο αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος Παπουτσάκης (1915-2006), σε ηλικία 17 ετών (δηλ. το 1932) δικάστηκε για συνεργεία σε φόνο που διέπραξε ο λίγο μεγαλύτερος αδελφός του Πέτρος, ξυλοκοπώντας ένα παλικάρι περίπου της ίδιας ηλικίας με τα δυο αδέρφια.
Το θέμα το έκανε πανελλήνια γνωστό, απ' ό,τι θυμάμαι, τη δεκαετία του 1980, η εφημερίδα "Αυριανή", ΠΑΣΟΚική τότε μέχρι κόκαλο, στα πλαίσια μιας γενικευμένης επίθεσης στους επισκόπους της Εκκλησίας στην Ελλάδα εξαιτίας της αντίδρασης της θεσμικής Εκκλησίας στην προσπάθεια της τότε κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου (με Αντώνη Τρίτση υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων) να πάρει την εκκλησιαστική περιουσία και να την παραχωρήσει, όπως έλεγε, σε ακτήμονες. Με το θέμα ασχολήθηκε επίσης ο δημοσιογράφος Μάνος Χάρης από το Ηράκλειο Κρήτης (μαχητικός δημοκράτης, θύμα βασανιστηρίων επί Χούντας), συνεργάτης και της "Αυριανής", σε δική του εφημερίδα, που εξέδιδε στο Ηράκλειο. Εκεί έγραφε μάλιστα με πηχυαίο τίτλο "Ο Μιχαήλ Παπουτσάκης", ονόμαζε δηλ. τον αρχιεπίσκοπο με το κοσμικό του όνομα (αυτό που είχε πριν γίνει μοναχός), γιατί προφανώς ούτε που καταδεχόταν να τον αποκαλέσει με το μοναχικό του όνομα, Τιμόθεο... Έγραψαν και ο Σπύρος Καρατζαφέρης στην "Ελευθεροτυπία" και ο Γ. Μουστάκης στο φανατικό αντιχριστιανικό & παγανιστικό "Δαυλό", σαν κερασάκι στην περίπτωση του αδελφού του, για την οποία θα δεις παρακάτω.
Αληθεύουν όλα αυτά; Μήπως πρόκειται για συκοφαντία, καλοστημένη από τα ΜΜΕ; Ή για φόνο που διαπράχτηκε από άλλα πρόσωπα με τα ίδια ονοματεπώνυμα; Όλα παίζουνε - δε μπορώ να το ξέρω. Για το παρόν άρθρο δέχομαι ότι τα πράγματα είναι όπως τα έγραψαν, ότι ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος και ο αδελφός του διέπραξαν φόνο.
Αντρέας, Τρίτσης και Μ. Χάρης τώρα βρίσκονται στους ουρανούς. Ας είναι αναπαυμένη η ψυχή τους, με τις ευχές όλων των αγίων, ΚΑΙ του Τιμόθεου Κρήτης.
Κάνοντας μια βόλτα στο Ίντερνετ καθένας βλέπει πως κάποια αθεϊστικά blogs αναφέρονται πλέον σ' αυτό το θέμα με posts γεμάτα μίσος, επικαλούμενα τις παραπάνω πηγές. Γι' αυτά ο μακαρίτης αρχιεπίσκοπος ήταν και είναι ΕΝΑΣ ΦΟΝΙΑΣ, που κακώς η Εκκλησία της Κρήτης χειροτόνησε ιερέα, παραβαίνοντας τους ιερούς κανόνες, και που απλά είναι άλλη μία "απόδειξη" του πόσο σάπιο πράγμα είναι η Ορθοδοξία και η Εκκλησία της.

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ - ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ


Ο Άγιος Τριαδικός Θεός χάρισε στον Όσιο Γέροντα Αθανάσιο το ύψιστο χάρισμα της Θεολογίας, του μεγέθους των μεγάλων Θεολόγων Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, λόγω της ακριβούς ορθόδοξης πίστεώς του, της καθαρότητας και της αγιότητας του βίου του και του τεράστιου κόπου του στη μαθητεία της Αγίας Γραφής και των συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων, όπως τούτο με σαφήνεια προκύπτει από τα μαθήματά του Ορθόδοξης Θεολογίας και τις Ομιλίες του.
Πηγή : "ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ"

ΚΥΡΙΑΚΗ 28 ΑΠΡΙΛΙΟΥ : ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ - ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ - ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ - ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ




ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ Δ´ 4 - 9
4 Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. 5 τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. 6 μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ’ ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχαριστίας τὰ αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν, 7 καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. 8 Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· 9 ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ’ ὑμῶν.
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ Ι. ΚΟΛΙΤΣΑΡΑ


 4 Χαίρετε πάντοτε με την αγίαν και πλουσίαν χαράν, που δίδει ο Κυριος· πάλιν θα πω· χαίρετε. 5 Η επιείκειά σας, η υποχωρητικότης και ανεξικακίας σας ας γίνη γνωστή και ας διδάξη όλους τους ανθρώπους, πιστούς και απίστους· ο Κυριος είναι κοντά, έρχεται δια να αποδώση στον καθένα κατά τα έργα του. 6 Μη αφίνετε καθόλου τον εαυτόν σας να καταληφθή από αγωνιώδεις μερίμνας και φροντίδας, αλλά δια κάθε τι που σας χρειάζεται η δια κάθε δυσκολίαν, που παρουσιάζεται εμπρός σας, κάμνετε γνωστά τα αιτήματά σας στον Θεόν δια της προσευχής και της δεήσεως, αι οποίαι πρέπει να συνοδεύωνται πάντοτε με έκφρασιν ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας δια τα υλικά και πνευματικά αγαθά, που μας δίδει ο Θεός. 7 Και η ειρήνη, που χαρίζει ο Θεός στους ανθρώπους του και η οποίαν, καθ' ο τελεία και υπερφυσική, ξεπερνάει κάθε νουν ανθρώπων και αγγέλων, θα φρουρήση τας καρδίας σας, τα φρονήματα και τας σκέψεις σας δια του Ιησού Χριστού. 8 Λοιπόν αδελφοί, όσα είναι αληθινά, όσα είναι τίμια και σεβαστά, όσα είναι δίκαια ενώπιον του Θεού, όσα είναι αμόλυντα και καθαρά, όσα είναι αγαπητά και ευάρεστα στον Θεόν και τους ανθρώπους, όσα έχουν και δίδουν καλήν φήμην και υπόληψιν, κάθε αρετήν και κάθε τι το άξιον επαίνου, αυτά και μόνα να συλλογίζεσθε. 9 Αυτά που εμάθατε και παρελάβατε και έχετε ακούσει από την προφορικήν μου διδασκαλίαν, και αυτά που είδατε εις την όλην μου ζωήν και συμπεριφοράν, αυτά να πράττετε. Και ο Θεός, ο θησαυρός και ο χορηγός της ειρήνης, θα είναι μαζή σας. 

Ο Χριστός Παντοκράτωρ

Ο Χριστός Παντοκράτωρ
Νανώ Χατζηδάκη
Μυστήριον Μέγα και Παράδοξον,
Αθήνα 2002, εκδ. Ιεράς Συνόδου, σελ. 188.
6ος αι. 84,5Χ44,3Χ43,8
Κηρόχυτη εγκαυστική τεχνική
Προέλευση: Κωνσταντινούπολη
Σινά, Ι. Μονή Αγίας Αικατερίνης
Ο Χριστός παριστάνεται έως τη μέση, μετωπικός, κρατώντας κλειστό ευαγγέλιο με το αριστερό και ευλογώντας με το δεξί του χέρι. Η στιβαρή μορφή του προβάλλει με χρυσό φωτοστέφανο, εμπρός από αβαθή κόγχη που σχηματίζεται σε ψηλό τείχος, ενώ γαλάζιος ουρανός σε κλιμακούμενους τόνους καλύπτει ψηλότερα τον κάμπο.

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΕΧΝΗ


Εικόνα
7. Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΕΧΝΗ
Η νέα πρωτεύουσα του ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θεμελιώθηκε από το Μέγα Κωνσταντίνο το 324 μ.Χ. Χτίστηκε στη θέση της αρχαίας ελληνικής πόλης που είχε ιδρύσει ο Βύζας τον 7ο αιώνα π.Χ.. πήρε το όνομα της από τον αυτοκράτορα (Κωνσταντινούπολη) και εγκαινιάστηκε το 330 μ.Χ.. Ήδη από το 313, με το διάταγμα του Μεδιολάνου, επιτρεπόταν η ελεύθερη άσκηση της χριστιανικής λατρείας, ενώ επί Θεοδοσίου του Α' (το 379) ο Χριστιανισμός καθιερώθηκε ως επίσημη θρησκεία του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους.
Στη Ρώμη οι πρώτοι χριστιανοί είχαν υποστεί μεγάλους διωγμούς και μαρτύρια. Όταν στη Ρώμη, στο Μιλάνο και στη Ραβένα ανασκάφθηκαν οι πρώτες κατακόμβες, ένα δίκτυο ταφικών θαλάμων και χώρων νεκρώσιμων τελετών, θεωρήθηκε ότι στις περιοχές αυτές ήταν η κοιτίδα του Χριστιανισμού. Όμως αργότερα, με τις ανασκαφές που έγιναν στην Ανατολή (Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο, Μικρά Ασία, Ελλάδα), φάνηκε ότι ο Χριστιανισμός είχε εξαπλωθεί σε πολύ μεγαλύτερη έκταση.
Τα κυριότερα στάδια της πορείας της τέχνης που διαποτίστηκε από τη χριστιανική θρησκεία και που το 17ο αιώνα ονομάστηκε βυζαντινή (είτε αφορά την κοσμική είτε τη θρησκευτική τέχνη) είναι τα εξής:
  • Παλαιοχριστιανική περίοδος, από τον 3ο έως τον 7ο αιώνα.
Εικόνα
Εικ. 1. "Ο καλός ποιμένας" (4ος αιώνας μ.Χ.), μάρμαρο, Ρώμη Μουσείο Βατικανού.
Έργο της ρωμαϊκής τέχνης συνδεδεμένο με ειδωλολατρικές παραδόσεις. Το θέμα του καλού ποιμένα, ειδωλολατρικό αρχικά, αξιοποιήθηκε από το Χριστιανισμό, γιατί συνδέθηκε με το Δαβίδ της Βίβλου, ο οποίος ήταν βοσκός και στον 23ο ψαλμό του περιέγραψε το Θεό ως άγρυπνο ποιμένα. Οι χριστιανοί θεωρούσαν ότι από εκεί άντλησε την αφήγησή του ο Χριστός στην παραβολή για τη σωτηρία του χαμένου προβάτου.

Εικ. 2. "Ο καλός ποιμένας" (424-450), ψηφιδωτό, Ραβένα, Μαυσωλείο της Γάλα Πλακίδια.
Η επιρροή της ελληνιστικής ζωγραφικής είναι φανερή στο ψηφιδωτό του καλού ποιμένα. Οι μορφές παρουσιάζονται με φυσικότητα, ο χώρος περιγράφεται γύρω τους, ενώ το τρισδιάστατο των μορφών πλάθεται μέσω του σκιοφωτισμού.
  1. Βυζαντινή - μεσαιωνική περίοδος, από τον 8ο αιώνα έως το 1204. Η βυζαντινή περίοδος διακρίνεται σε πρωτοβυζαντινή (έως το τέλος της Εικονομαχίας, 843) και την κυρίως βυζαντινή περίοδο (έως την πτώση της Κωνσταντινούπολης στα χέρια των Βενετών, 1204).
  2. Υστεροβυζαντινή περίοδος, που αρχίζει το 1204 και φτάνει έως το 1453 (άλωση της Κωνσταντινούπολης).
  3. Μεταβυζαντινή περίοδος, που αρχίζει μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης και φτάνει στον ελλαδικό χώρο μέχρι τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους.
Η βυζαντινή τέχνη, που επηρέασε βαθιά τη γοτθική, κυριάρχησε όλο το Μεσαίωνα μέχρι και την εποχή της Αναγέννησης.
Κατεξοχήν θεοκρατικό το Βυζάντιο, χρησιμοποιεί την τέχνη ως ενδιάμεσο μεταξύ ουρανού και γης. H τέχνη γίνεται ο υλικός φορέας του πνευματικού κόσμου. Έτσι, στην απεικόνιση των μορφών δεν πρέπει ο καλλιτέχνης να ενδιαφέρεται για την υλική απόδοση αλλά κυρίως για την πνευματική. Κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο εφαρμόζεται ένα καθαρά ελληνιστικό πρότυπο. Αυτό χαρακτηρίζεται από τη σαφήνεια των περιγραμμάτων, τη συστροφή του σώματος, τις επιμελημένες πτυχώσεις των ενδυμάτων, που αποδίδουν τον όγκο των σωμάτων, και τη νατουραλιστική απόδοση του χώρου και των μορφών με τη χρήση των χρωμάτων. Τα θέματα έχουν συμβολικό χαρακτήρα με πολλά διακοσμητικά στοιχεία που προέρχονται από απεικονίσεις της αρχαιότητας (σταφύλια, αμπέλια, πλοία, περιστέρια, παγώνια κ.ά.) ή αποδίδουν καθαρά συμβολικά στοιχεία, όπως είναι ο σταυρός, ο ιχθύς, ο αμνός ή ο ποιμένας.
Αργότερα η τέχνη αρχίζει να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τα ελληνιστικά πρότυπα, το ενδιαφέρον στρέφεται προς τον εσωτερικό κόσμο και ο αγιογράφος αδιαφορεί για την ανατομία των σωμάτων, τα οποία εμφανίζονται χωρίς υλική υπόσταση (εξαϋλωμένα). Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στην απόδοση του προσώπου και ιδίως των ματιών, που υποβάλλουν την πνευματικότητα της
μορφής. Δεν ενδιαφέρουν τα ατομικά χαρακτηριστικά του προτύπου, αλλά η σταθερή ιδέα που αυτό εμπεριέχει. Η βυζαντινή εικόνα είναι ιδεαλιστική, απομακρυσμένη από τη φυσική αναπαράσταση. Χαρακτηριστικά της εικόνας είναι η ισοκεφαλία, η ρυθμική επανάληψη, η αξονική συμμετρία και η ιερατική προοπτική (μια αυξομείωση των ανθρώπινων διαστάσεων ανάλογα με τη σπουδαιότητά τους).
Η βυζαντινή εικόνα χρειαζόταν τη σαφήνεια που τη χαρακτηρίζει, διότι η απλότητα της μορφής ήταν χρήσιμη στους πιστούς της εκκλησίας οι οποίοι δεν ήξεραν να διαβάζουν και έτσι η καθαρότητα των εικόνων τούς παρέπεμπε στα επεισόδια της Αγίας Γραφής. Την εποχή της Εικονομαχίας οι εικόνες (πέρα από το διδακτικό τους ρόλο) έγιναν η αντανάκλαση ενός υπερβατικού κόσμου. Συχνά ο "κάμπος"* (φόντο) της εικόνας καλύπτεται με λεπτά φύλλα χρυσού, που συμβολίζει το φως της αποκάλυψης και αποδίδει το άπειρο. Οι μορφές μοιάζουν να αιωρούνται μέσα σ' αυτό το φως, του οποίου η λαμπρότητα συμβολίζει τη γέφυρα ανά μεσα στο γήινο και στον ουράνιο κόσμο. Ως προς τη σύνθεση οι εικόνες οργανώνονται: 1) σε τριγωνική και απόλυτα συμμετρική διάταξη, εκατέρωθεν ενός κεντρικού άξονα, 2) ασύμμετρα γύρω από ένα κέντρο βάρους. Και στις δύο περιπτώσεις ο άξονας και το κέντρο βάρους της σύνθεσης τονίζονται για να δοθεί έμφαση στο περιεχόμενο της παράστασης. Στα σημεία αυτά τοποθετείται μια μεγαλύτερη μορφή ή σκηνή που αναγνωρίζεται ως η σημαντικότερη στη σύνθεση.
Μέχρι τον 5ο αιώνα μ.Χ. η γλυπτική, η προτομή και το ανάγλυφο χρησιμοποιήθηκαν από τους πρώτους χριστιανούς για να απεικονιστεί ο Χριστός και να διακοσμηθούν οι σαρκοφάγοι. Αργότερα όμως επικράτησε η άποψη να μην υπάρχουν αγάλματα, γιατί αυτά παρέπεμπαν σε ειδωλολατρικές μορφές, γεγονός που έκανε πολύ δύσκολη τη σύλληψη της ιδέας του αόρατου και παντοδύναμου Θεού. Όταν το έργο γίνεται τρισδιάστατο, αποκτά υπόσταση υλική και η ύλη είναι κάτι που δεν αφορά καθόλου τη χριστιανική θρησκεία.

Εικόνα
Όταν οι χριστιανοί αυξήθηκαν και μπορούσαν να ασκούν ελεύθερα τα λατρευτικά τους καθήκοντα, αναζήτησαν και ανάλογους μνημειακούς χώρους λατρείας. Έτσι, χτίστηκαν μεγάλες αίθουσες ή στοές, με επίμηκες ορθογώνιο σχήμα, που λέγονταν "βασιλικές" (βασιλική αίθουσα).
Τα λατρευτικά κτίρια της βυζαντινής αρχιτεκτονικής ανήκουν σε διάφορους τύπους. Ο κυριότερος είναι η βασιλική, η οποία προέρχεται από το αντίστοιχο ρωμαϊκό κτίσμα. Στους ρωμαϊκούς χρόνους το κτίριο αυτό χρησιμοποιούνταν είτε ως χρηματιστήριο είτε ως δικαστήριο ή ακόμα ως χώρος συνάθροισης (συνήθως κοντά στην αγορά). Έτσι, δεν ήταν συνδεδεμένο με την ειδωλολατρική θρησκεία και είχε αρκετά μεγάλες διαστάσεις, ώστε να εξυπηρετεί τις συναθροίσεις των πρώτων (αναγνωρισμένων πια) χριστιανικών ομάδων. H χριστιανική βασιλική είναι ένα επίμηκες κτίριο με κεντρικό κατά μήκος άξονα και μπορεί να είναι μονόκλιτη ή πολύ-κλιτη. Στον ελλαδικό χώρο υπερισχύει ο τύπος της ξυλόστεγης βασιλικής, με ξύλινη δίρριχτη στέγη. H βασιλική αποτελείται από το αίθριο, από το νάρθηκα*, όπου συναθροίζονται οι πιστοί και παραμένουν κατά τη λειτουργία οι μη μυημένοι (αβάπτιστοι), και από τον κυρίως ναό με ορθογώνιο σχήμα, ο οποίος χωρίζεται σε κλίτη από δύο ή περισσότερες κιονοστοιχίες. H είσοδος στο ναό επιτρεπόταν από τις πύλες (κάθε κλίτος είχε από μία πύλη). Στα ανατολικά του ναού βρίσκεται το ιερό με την Αγία Τράπεζα.
Στη βυζαντινή αρχιτεκτονική χρησιμοποιήθηκε, παράλληλα με τη βασιλική, και ο τύπος του περίκεντρου κτιρίου. Ο τύπος αυτος προερχόταν από τα κυκλικά κτίρια με τις θολωτές στέγες, μια αρχιτεκτονική μορφή που τη χρησιμοποιούσαν συχνά οι Ρωμαίοι στην κατασκευή μαυσωλείων, θερμών αλλά και ναών, με κυριότερο παράδειγμα το Πάνθεον της Ρώμης. Ο συνδυασμός της βασιλικής και του περίκεντρου κτιρίου, αλλά και η επιθυμία δημιουργίας ενός χώρου με έμφαση στο κεντρικό τμήμα, δηλαδή τον τρούλο, θα οδηγήσουν στην κατασκευή της περίφημης βασιλικής της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη και άλλων τρουλαίων τύπων, μεταξύ των οποίων ο σπουδαιότερος είναι ο σταυροειδής εγγεγραμμένος* με τρούλο. Η βυζαντινή τέχνη και αρχιτεκτονική διαδόθηκαν μέσω του χριστιανισμού στην Ανατολική Ευρώπη.

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟΥ ΣΤΑΥΡΟΕΙΔΟΥΣ ΝΑΟΥ

"Στις βασιλικές η διακόσμηση ήταν παρατακτική και αφηγηματική. Τα γεγονότα της Αγίας Γραφής διαδέχονταν το ένα το άλλο με απόλυτη χρονολογική σειρά. Παράλληλα όμως με τον νέο τύπο ναού δημιουργείται και ένα καινούργιο εικονογραφικό πρόγραμμα για τη διακόσμησή του. Πρόκειται για έναν δογματικό κύκλο, όπου τονίζονται δύο κύρια δόγματα της χριστιανικής θρησκείας: η Ενανθρώπηση του Χριστού και η Θυσία του πάνω στο Σταυρό για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Και η λειτουργία που τελείται στο ναό αναφέρεται στα ίδια δόγματα. Έτσι υπάρχει συνάρτηση ανάμεσα στην εικονογραφία και τη λειτουργία, και από τον 11ο αιώνα η πρώτη εμπνέεται από τη δετερη ολοένα και περισσότερο, και αυτή η σχέση φτάνει στο απόγειό της τον 14ο αιώνα. Στην κόγχη της αψίδας του ιερού η Παναγία με το Θείο Βρέφος συμβολίζει την ενανθρώπηση του Χριστού. Στον τρούλλο εικονίζονται ο Παντοκράτορας, προφήτες και μερικές φορές και άλλες θείες

ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ +


Αυτή η σελίδα περιέχει τους συνδέσμους προς τις αναρτήσεις και το υλικό της λειψανοθήκης που αναφέρονται στα όργανα του Πάθους του Χριστού (Arma Christi) ή σχετικά με τα Πάθη του Χριστού, έτσι ώστε ο αναγνώστης, ο οποίος ενδιαφέρεται για κάτι συγκεκριμένο να μπορεί εύκολα να το βρει. Η παραπομπή γίνεται στον αριθμό της ανάρτησης, ο οποίος ανοίγει σε νέο παράθυρο. Παραπομπές με έντονα γράμματα υποδηλώνουν σημαντική διαπραγμάτευση του θέματος. 

Ο κατάλογος θα ανανεώνεται συνέχεια, καθώς νέες αναρτήσεις θα προστίθενται. Η λειψανοθήκη ΔΕΝ υποστηρίζει την αυθεντικότητα ΟΛΩΝ των λειψάνων και των άλλων κειμηλίων που παρουσιάζονται στις σελίδες της. Τώρα είναι απλώς ο καιρός της καταμέτρησης. 



ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ http://leipsanothiki.blogspot.be/


ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ 
 
Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ

324 (ιατροδικαστική γνώμη του προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών Φίλιππου Κουτσάφτη για τη Σταύρωση του Χριστού)

ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
    
36 (τα κειμήλια και τα λείψανα που είδαν ο Ρώσοι προσκυνητές στην Κωνσταντινούπολη περίπου το 1200)
111 (τα ιερά κειμήλια της Θεοτόκου του Φάρου στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη)
222 (από τη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη στη Γερμανία: διαρπαγμένα ιερά λείψανα)
279 (ο επαινετικός δεκάλογος του Νικόλαου Μεσαρίτη, σκευοφύλακα της παλατινής εκκλησίας "Θεοτόκου του Φάρου" στην Κωνσταντινούπολη του 12ου αιώνα, για τα λείψανα της Πόλης)

ΤΑ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΑΡΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

83 (τα τριάκοντα αργύρια του Ιούδα ως αρχαιοελληνικά ροδίτικα νομίσματα και ιερά λείψανα στη Μεσαιωνική Δύση)

Η ΣΚΑΛΑ
(που οδηγούσε μέχρι το Πραιτώριο του Πόντιου Πιλάτου)

Εικών Γεννήσεως


Uspensky Leonid, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια,
τομ. 4. σελ. 300-305
Η εικών της Γεννήσεως του Κυρίου φαίνεται συχνά, εις τα όμματα των αμυήτων, φορτωμένη με περιττάς λεπτομερείας. Η σύνθεσίς της εμφανίζεται ως κάπως παιδαριώδης, απερρυθμι- σμένη, μάλλον διασκεδαστική παρά σοβαρά. Εντούτοις, αν προσπαθήσωμεν να διεισδύσωμεν εις το πνευματικό νόημα αυτής της εικόνος και εις την σημασίαν αυτών των λεπτομερειών, θα ίδωμεν ότι αύτη η απλοϊκότης και αυτή η αφέλεια καλύπτουν τοιούτο βάθος περιεχομένου, το οποίον θα μας ενθυμίση τους λόγους του Ευαγγέλιου: « Ος εάν μη δέξηται την βασιλεία του Θεού ως παιδίον, ου μη εισέλθη εις αυτήν» ( Λουκ . ια, 17).
Η εικών της Γεννήσεως δεν χρησιμεύει δια την παράστασιν του τάδε ή του δείνα ιδιαιτέρου κειμένου, εκ των αφορώντων εις την εορτήν αυτήν. Βασιζόμενη εις την Αγία Γραφήν και την Ι. Παράδοσιν, θέτει προ οφθαλμών καις μας αποκαλύπτει το δογματικό περιεχόμενο και το νόημα της εορτής εν συνόλω. Τόσον με τα χρώματά της όσο και με τον πλούτο των λεπτομερειών της, ίσως ακριβώς εξαιτίας της « αφελότητος » των, είναι η πλέον χαρμόσυνος από τας εορτίους εικόνας.
Η εικογραφική παράδοσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας διατηρεί ως πολύτιμον παρακαταθήκην την κλασσικήν εικονογραφικήν εκδοχήν της Γεννήσεως του Χριστού, εκδοχήν πληρεστάτην και πλουσιωτάτην εις περιεχόμενον. Το πρωτότυπόν της ευρίσκεται επί αμπουλών (μικρών δοχείων επί των οποίων προσκυνηταί, επιστρέφοντες εκ των Αγίων Τόπων, μετέφερον ολίγον έλαιον επί τας κανδήλας τας ανημμένας εκεί). Χρονολογούνται μεταξύ του Δ΄ και του ΣΤ΄αιώνος, αρκεταί δε από αυτάς φυλάσσονται εις τον καθεδρικόν ναόν της Monza, πλησίον του Μιλάνου. Επί των αμπουλών αυτών παρίσταντο διάφορα γεγονότα σχετικά με τους Αγίους Τόπους. Γνωρίζομεν, ότι, εις τον τόπον Γεννήσεως του Σωτήρος, ο Μ. Κωνσταντίνος ήγειρε ναόν, όπου το σπήλαιον ένθα ετέχθη ο Κύριος, εχρησίμευε ως κρύπτη. Εκεί, πιθανότατα, παρίσταντο η σκηνή της Γεννήσεως, την οποία επαναλαμβάνουν αι αμπούλαι και η οποία εχρησίμευεν ως πρωτότυπον δια την εικονογραφία της εορτής. Η κλασσική εκδοχή είναι η κάτωθι: εις το κέντρο, προ ενός βάθους από όρη, το σπήλαιο με τον Κύριο ανακεκλιμένον εις την φάτνη, μεταξύ δύο ζώων. Παραπλεύρως η Θεοτόκος ανακεκλιμένη επί στρωμνής. Εις το άνω μέρος της εικόνος οι άγγελοι και ο Αστήρ. Οι ποιμένες από το άλλο, οι Μάγοι ερχόμενοι να προσκυνήσουν τον Χριστό. Κάτω, εις εκάστη γωνία, μια σκηνή: δύο γυναίκες νίπτουν το Βρέφος και ο Ιωσήφ, καθήμενος απέναντι γέροντος ορθού, στηριζομένου επί ράβδου.
Ως προς το περιγραφικό στοιχείο, η εικών ανταποκρίνεται εις το κοντάκιο (ήχος Γ΄): «Η Παρθένος σήμερον το υπερούσιον τίκτει και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει. Αγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι, Μάγοι δε μετά Αστέρος οδοιπορούσιν . Δι' ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον, ο προ αιώνων υπάρχων Θεός». Η εικών προσθέτει συνήθως δύο σκηνάς, τοποθετουμένας εις τας κάτω δύο γωνίας, τας οποίας το κοντάκιον δεν μνημονεύει και αι οποίαι είναι ειλημμέναι από την Παράδοσιν .
Εις το περιεχόμενόν της, η εικών της Γεννήσεως έχει δύο όψεις: Προ παντώς αποκαλύπτει αυτήν ταύτην την ουσίαν της Εορτής, το γεγονός της πραγματικής σαρκώσεως του Θεού. Μας θέτει ενώπιον μιας ορατής μαρτυρίας του θεμελιώδους δόγματος της πίστεώς μας, υπογραμμίζουσα με τας λεπτομέρειάς της τόσο την θεότητα όσο και την ανθρωπότητα του σαρκωθέντος Λόγου. Κατά δεύτερον λόγον, η εικών της Γεννήσεως μας δεικνύει την επενέργειαν αυτού του γεγονότος επί της φυσικής ζωής του δημιουργημένου κόσμου και ανοίγει, κατά κάποιον τρόπο, την προοπτική όλων των συνεπειών της. Διότι σύμφωνα με τον Αγιο Γρηγόριο τον Νανζιανζηνό, η Γέννηση του Κυρίου δεν είναι η εορτή της Δημιουργίας αλλά η εορτή της Αναδημιουργίας (Λόγος ΛΗ΄), μία ανανέωσις αγιάζουσα το σύμπαν. Η ενανθρώπισης του Θεού δίδει εις τον κόσμο ολόκληρο νόημα νέο, το οποίο είναι ο σκοπός και ο λόγος υπάρξεώς του: την προσεχή του μεταμόρφωσιν . Δια τούτο όλη η κτίσις λαμβάνει μέρος εις το μυστήριον της Γεννήσεως του Λυτρωτού και βλέπομεν γύρω από τον Θεάνθρωπο τους εκπροσώπους όλων των κτισμάτων, προσφέροντας δείγματα της ευγνωμοσύνης των, κατά το ωραίον στιχηρόν: οι άγγελοι τον ύμνον, ο ουρανός τον αστέρα, οι Μάγοι τα δώρα, οι ποιμένες τον θαυμασμόν των, η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην, ημείς δε Παρθένον Μητέρα. Η εικών προσθέτει τα ζώα και τα φυτά, δώρα του ζωικού και του φυτικού βασιλείου.
Το κέντρο της συνθέσεως ανταποκρίνεται εις το κεντρικό χρονικό σημείο της Εορτής. Όλαι αι λεπτομέρειαι συγκλίνουν, δια να το είπωμεν ούτω, προς αυτό το κέντρον: το Παιδίον, εσπαργανωμένον, ανακεκλιμένον εις την φάτνην, εντός του σπηλαίου. Τα ευαγγέλια δεν λέγουν τίποτε δια το σπήλαιον. Μας ομιλεί δι αυτό η Παράδοσις. Η αρχαιοτέρα των σχετικών γραπτών μαρτυριών χρονολογείται εις τον Β΄ αιώνα:είναι εκείνη του φιλοσόφου και μάρτυρος Ιουστίνου, όστις ομιλεί σχετικώς εις τον Προς Τρύφωνα διάλογο (155 ή 160).
Το εις την φάτνην Παιδίον είναι ο Θεός, όστις εφάνη εις τους « καθημένους εν σκότει και σκιά θανάτου», κατέβη έως τα κατώτατα της γης, εις το σπήλαιον, ίνα ελευθερώση τον άνθρωπον από την κατάρα της βαρυνούσης αυτόν αμαρτίας, μεταμορφώση την φύσιν του και υψώση αυτήν εις θείαν περιωπήν . Ο Αγιος Γρηγόριος ο Νύσσης συγκρίνει την εντός του σπηλαίου Γέννησιν με το πνευματικό φως το λάμψαν εις τα σκότη του θανάτου, τα οποία περιβάλλουν το ανθρώπινο γένος. Η μέλαινα οπή του σπηλαίου εις την εικόνα παριστάνει συμβολικώς τον πληγέντα, εξαιτίας του ανθρώπου, από την αμαρτία του κόσμον, όπου ανατέλλει ο «Ήλιος της δικαιοσύνης».
Το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο ομιλεί δια την φάτνην και τα σπάργανα εις την διήγησιν της Γεννήσεως. «Και εσπαργάνωσεν αυτόν και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη». Και ολίγον κατόπιν η φάτνη και τα σπάργανα αναφέρονται ως σημείον δοθέν από τον άγγελο εις τους ποιμένας, σημείον δια του οποίου θα ανεγνώριζον ούτοι τον Σωτήρα των: «Και τούτο υμίν το σημείον . Ευρήσετε βρέφος εσπαργωμένον, κείμενο εν φάτνη». Η φάτνη, εις την οποία ο Χριστός ανεκλίθη, υπήρχε, σύμφωνα με ορισμένας μαρτυρίας, μέχρι του Δ΄ αιώνος. Μετά το έτος 400 ο Αγιος Ιερώνυμος λέγει με λύπη: «Ω, αν μου εδίδετο η χάρις να ίδω την φάτνην, όπου ο Κύριος ανεκλίθη ! Αλλά αλλοίμονο, το αίσθημα της ευλαβείας προς τον Χριστόν έκαμε ώστε να αφαιρεθή η πύλινη φάτνη και να αντικατασταθή από μιαν αργυράν φάτνην . Αλλά δι εμέ πόσον πολυτιμοτέρα ήτο η αφαιρεθείσα! Ο εις αυτήν γεννηθείς κατεδίκαζε τον χρυσόν και τον αργυρόν ». Το αναφερθέν ανωτέρω στιχηρόν μας λέγει ότι η φάτνη υπήρξε δώρον, το οποίον η έρημος προσέφερε εις το θείο Παιδίον . Η έννοια αυτών των λόγων μας αποκαλύπτεται από τον Αγιο Γρηγόριο τον Νανζιανζηνόν, όστις μας λέγει ( Ομ . ΛΗ΄): Ανθρωπε όστις κατήντησες άλογος, πρόσπεσον προ της φάτνης, δια της οποίας μεγαλώνεις, τρεφόμενος από τον Λόγον . Η έρημος αυτή (δηλαδή εις τόπος ακατοίκητος), η οποία προσέφερε την φάτνην ως άσυλο εις τον Κύριό μας, τον μην γενόμενον δεκτόν από τον πολιτισμένον κόσμον, είχε προτυπωθή εις της Παλαιάν Διαθήκην : διότι, πράγματι, εις την έρημον ενεφανίσθη εις τον εβραϊκόν λαόν το μάννα, ο άρτος του ουρανού, όστις τον διέθρεψε, προφητική εικών της θείας Ευχαριστίας. Ιδού, λοιπόν, ότι ο βρέξας το μάννα εις την έρημον δια τον εβραϊκόν λαόν έγινε ο ίδιος ο άρτος της θείας Ευχαριστίας. Ο άρτος αυτός, όστις μας διατρέφει, είναι ανακεκλιμένος εις την φάτνην, εικόνα της Προθέσεως. Αυτός όστις θα γίνη ο ευχαριστιακός Αμνός ο υψούμενος επί του θυσιαστηρίου.
Η σάρκωσις του Θεού άρχεται και καταλήγει με την ταπείνωσιν . Η ταπείνωσις αυτή, όπως ακούομεν εις τον Όρθρον εμφαίνεται εις την απουσίαν σκήπτρων και θρόνων, εις την εσχάτην πτωχείαν, διότι τι είναι ευτελέστερον του σπηλαίου και τι ταπεινότερον των σπαργάνων; Το σπήλαιο, η φάτνη, τα σπάργανα, περί των οποίων μας ομιλούν τα ιερά κείμενα, και τα οποία μας δεικνύει η εικών, είναι όλα δείγματα της κενώσεως της θεότητος, της ταπεινώσεώς της, της ολοκληρωματικής συγκαταβάσεως Εκείνου, όστις, αόρατος κατά την θεότητά Του, γίνεται ορατός κατά την ανθρωπότητα, γεννάται εντός του σπηλαίου και αφήνεται να εντυλιχθεί εις σπάργανα, προτυπών ούτω τον θάνατόν Του, τον τάφο Του, τα νεκρικά Του σπάργανα.
Εντός του σπηλαίου, αμέσως πλησίον του Κυρίου μας, βλέπομεν τον βουν και τον όνον . Εν τούτοις, εις όλας τας παραστάσεις της Γεννήσεως, ευρίσκομεν αυτά τα ζώα παρά το θείον Βρέφος. Τα ευαγγέλια δεν ομιλούν περί αυτών. Εν τούτοις, εις όλας τας παραστάσεις της Γεννήσεως, ευρίσκομεν αυτά τα ζώα παρά το θείο Βρέφος. Αυτή η θέσις, την οποίαν κατέχουν εις το κέντρον της εικόνος, δεικνύει την υπό της Εκκλησίας αποδιδόμενην σπουδαιότητα εις την εν λόγω λεπτομέρειαν . Η παρουσία το βοός και του όνου εξηγείται, βεβαίως, από την πρακτικήν ανάγκην ως το δεικνύει το Μηνιαίον του Δεκεμβρίου: η Παρθένος εταξίδευσε επιβαίνουσα όνου. Όσο για τον βουν, ούτος είχε φερθή από τον μνήστορα Ιωσήφ, όστις πωλών αυτόν, ήλπιζε να ανταποκριθή εις τα έξοδα. Αλλά αυτή η πρακτική ανάγκη δεν είναι λόγος αρκετός δια να τοποθετηθούν τα ζώα αυτά εις άμεσον γειτνίασιν με τον Σωτήρα μας. Δεν πρόκειται παρά δια την πλήρωσιν της προφητείας του Ησαΐου (α΄3): «Έγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του Κυρίου αυτού. Ισραήλ δε με ουκ έγνω και ο λαός μου ου συνήκεν ». Δεν ευρέθη θέσις εις τας κατοικίας των ανθρώπων και οι άνθρωποι δεν εδέχθησαν τον σαρκωθέντα Θεόν . Το σπήλαιο και η φάτνη είναι η κατοικία των ζώων. Παριστάνουσαν τον βουν και τον όνον, η εικών μας ενθυμίζει την προφητείαν του Ησαΐου και μας καλεί εις την γνώσιν και την κατανόησιν του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, η οποία πληρούται δια της Γεννήσεως.
Ό,τι προ παντός αλλού κάμνει εντύπωσιν, όταν αντικρύζωμεν την εικόνα της Γεννήσεως, είναι η Παρθένος και η θέσις την οποίαν κατέχει. Η εικών υπογραμμίζει τον ρόλο και την σπουδαιότητα, την οποία η Εκκλησία αποδίδει εις την Θεομήτορα κατά την Γέννησιν του Χριστού, ήτοι κατά την εορτή αυτήν της αναπλάσεως. Η Παναγία είναι η ανακαίνισις όλων όσων εγεννήθησαν επί της γης, η νέα Εύα. Όπως ακριβώς η πρώτη Εύα έγινε η « μητήρ ζωής» όλων, ούτω και η νέα Εύα έγινε η Μήτηρ της δια της Σαρκώσεως του Θεού θεωθείσης ανθρωπότητος . Διότι η Σάρκωσις αυτή δεν είναι μόνο έργο της θείας θελήσεως, αλλ' επίσης έργο της ελευθέρας εκλογής και της πίστεως της Παρθένου Μαρίας (βλ. τον λόγο του Νικολάου Καβάσιλα εις τον Ευαγγελισμόν ). Αλλ' η «πρώτη Εύα», ήτις έγινε η μήτηρ της ζωής, έτεινεν ευήκοον ους εις τους λόγους του πειραστού, εις την παραδεισιακήν κατάστασιν, εκείνην της ανθρωπίνης αθωότητος . Η Δευτέρα Εύα, εκλεγείσα δια να γίνη η Μήτηρ του Θεού, ήκουσε τον αγγελικόν λόγον, εις την κατάστασιν της ανθρωπίνης πτώσεως. Δια τούτο η μοναδική αυτή εκλογή δεν την χωρίζει από την υπόλοιπο ανθρωπότητα, από τους άλλους προγόνους και συνανθρώπους της, αγίους ή αμαρτωλούς, των οποίων εξεπροσώπει ό,τι καλύτερον είχον εντός αυτών ( V . Lossky, Panaghia, Messager de l ' exarcat, 4). Η Θεοτόκος είναι, μεταξύ των δειγμάτων ευγνωμοσύνης, τα οποία τα κτίσματα προσφέρουν εις τον Κτίστην των, το υπεροχώτερον, εκείνο το οποίο ο άνθρωπος προσφέρει εις το Θεό. Εις το πρόσωπο της Παρθένου, η πεπτωκυία ανθρωπότης δίδει την συγκατάθεσίν της δια την σωτηρία της, η οποία θα πραγματοποιηθή με τη θεία Σάρκωσιν . Η εικών της Γεννήσεως υπογραμμίζει αυτόν τον ρόλο της Θεομήτορος, καθιστώσα αυτήν προφανή όλως ιδιαιτέρως με την κεντρικήν θέσιν της, και, ενίοτε, ωσαύτως με τας διαστάσεις της. Εις πολλάς εικόνας, η Παναγία είναι το μεγαλύτερο όλων των προσώπων. Είναι εξηπλωμένη πλησιέσταστα εις το Παιδίον, επί στρωμνής, αλλά γενικώς έξω του σπήλαιου . Η στρωμνή αυτή είναι είδος φορητού στρώματος, το οποίον οι Ιουδαίοι έφερον μεθ ' εαυτών εις όλας τας μετακινήσεις του.
Η στάσις της Παρθένου είναι πάντοτε πολύ δηλωτική και συνδεδεμένη με τα δογματικά προβλήματα τα τιθέμενα από την τάδε ή την δείνα εποχήν, εις τον τάδε ή εις τον δείνα τόπον. Αι τροποποιήσεις της υπογραμμίζουν σύμφωνα με την ανάγκη, πότε την θεότητα και πότε την ανθρωπότητα του Κυρίου. Ούτω, εις ωρισμένας παραστάσεις της Γεννήσεως, η Παρθένος είναι ημιανακεκλιμένη, ημικαθήμενη, η δε τοιαύτη στάσις της θέλει να σημάνει την απουσίαν ωδίνων και, κατά συνέπειαν, την εκ παρθενικής μήτρας γέννησιν και θείαν προέλευσιν του Παιδίου (κατά της πλάνης των Νεστοριανών). Αλλ' εις το πλείστον των παραστάσεων της Γεννήσεως η Παρθένος είναι ανακεκλιμένη και εκφράζει με την στάσιν της την υπέρτατην κόπωσιν . Ο Νικόλαος Μεσαρίτης, περιγράφων μια τοιαύτην παράστασιν (εν ψηφιδωτόν της Εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων της Κωνσταντινουπόλεως) λέγει, ότι η υπερβολική κόπωσις η εκφραζομένη υπό της άνευ ωδίνων τεξάσης Παρθένου πρέπει να υπενθυμίζει εις τους πιστούς, την απολύτως πραγματικήν ανθρωπότητα του Παιδίου («ώστε η Σάρκωσις να μην θεωρηθή φαινομενική»).
Περί την κεντρικήν σύνθεσιν του Παιδίου και της Μητρός του, βλέπομεν τας λεπτομερείας, αι οποίαι ως είπομεν ήδη, μαρτυρούν συγχρόνως το γεγονός της Σαρκώσεως και την επενέργειάν του επί της κτίσεως.
Οι άγγελοι εκλπηρούν το διπλούν των λειτούργημα: δοξάζουν το Θεό και μηνύουν την καλήν είδησιν εις τους ανθρώπους. Η εικών εκφράζει αυτόν τον διπλούν ρόλο, παριστάνουσα άλλους αγγέλους εστραμμένους προς τα άνω, προς τον Θεόν, και άλλους καταβαίνοντας προς τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι αυτοί είναι ποιμένες, άνθρωποι απλοϊκοί, οι οποίοι έχουν το προνόμιο να επικοινωνούν με τον υπερφυσικό κόσμο απ' ευθείας εις την καθημερινή ζωή των, να είναι μάρτυρες ενός θαύματος. Παρίστανται εις την εικόνα ακούοντες την υμνολογία των αγγέλων και συχνά εις εξ αυτών παίζει αυλόν, αναμιγνύων την μουσικήν, τέχνην ανθρώπινην, με το αγγελικό άσμα.
Από την άλλη πλευρά του σπηλαίου, βλέπομεν τους Μάγους οδηγούμενους υπό του Αστέρος. Αυτό το άστρον αφήνει μια ακτίνα, καταλήγουσα απευθείας επάνω εις το σπήλαιον. Η ακτίς ενώνει επίσης τον Αστέρα με εν μέρος της σφαίρας, πέραν των ορίων της εικόνος, παριστανούσης συμβολικώς τον ουράνιον κόσμον . Η εικών δεικνύει ούτως, ότι αυτό το άστρον δεν είναι μόνον εν κοσμικόν φαινόμενον, αλλ' επίσης και εις αγγελιοφόρος, εκ του επέκεινα, μηνύων ότι εγεννήθη επί της γης ο ανήκων εις τον ουρανόν .
Αν εις τους αγραμμάτους ποιμένας, το μυστήριον απεκαλύφθη απευθείας υφ ' ενός αγγέλου, οι Μάγοι, άνδρες επιστήμονες, οφείλουν να διανύσουν μακρόν δρόμον, φέροντα αυτούς εκ της γνώσεως του σχετικού εις την γνώσιν του απολύτου με την μεσολάβησιν ενός αντικειμένου των ερευνών του. Ο Αγιος Βασίλειος ο Μέγας λέγει, ότι οι Πέρσαι αστρονόμοι μετέδιδον από γενεάς εις γενεάν την προφητείαν του Βαλαάμ, την αναφερόμενη εις το άστρον . Εις το Όρθρον των Χριστουγέννων ακούομεν, ότι ο Χριστός επλήρωσεν χαράς τους Μάγους, ερμηνευτάς των λόγων του αρχαίου μάντεως Βαλαάμ και σοφούς παρατηρητάς των αστέρων. Το άστρο είναι ούτω συγχρόνως εκπλήρωσις της προφητείας και το κοσμικόν φαινόμενον, του οποίου η μελέτη ωδήγησε τους σοφωτέρους των ανθρώπων εις το να προσκυνήσουν τον Ήλιο της δικαιοσύνης. Ούτος είναι το φως, το οποίον κατά τον Αγιο Λέοντα τον Μέγα, έλαμψεν εις τους εθνικούς και εκρύβη από τους Ιουδαίους. Η Εκκλησία βλέπει εις τους ποιμένας -πρώτα τέκνα του Ισραήλ τα οποία προσεκύνησαν το Παιδίον Ιησού-, τας απαρχάς της Ιουδαϊκής Εκκλησίας, εις δε τους Μάγους - απαρχάς όλων των εθνών- την εξ εθνών Εκκλησία. Φέροντες εις τον Χριστόν τα δώρα των, τον καθαρό χρυσόν ως εις τον βασιλέα των αιώνων, τον λίβανον ως εις τον Θεόν του σύμπαντος και τη σμύρναν ως εις τον αθάνατον, όστις θα ήτο νεκρός τριήμερος, προλέγουν τον θάνατό Του και την Ανάστασή Του. Η Εκκλησία μαρτυρεί εις την προσκύνησιν των Μάγων ότι δέχεται και αγιάζει κάθε ανθρώπινη επιστήμη, ερχομένην προς αυτήν, αρκεί το σχετικό φως της έξω του χριστιανισμού αποκαλύψεως να οδηγεί τους υπηρετούντας αυτό εις την πρσκύνησιν του απολύτου φωτός. Ας προσθέσωμεν ότι οι Μάγοι παριστάνονται γενικώς εις διαφόρους ηλικίας, δια να υπογραμμισθή ότι η αποκάλυψις δίδεται εις τους ανθρώπους ανεξαρτήτως της ηλικίας των και της πείρας των εις την ζωήν .
Κάτω, εις μία γωνίαν της εικόνος, δύο γυναίκες νύπτουν το Παιδίον . Αυτή η σκηνή είναι ειλημμένη από την Παράδοσιν, την οποίαν μας μεταδίδουν εξίσου το Ευαγγέλιον του ψευδο -Ματθαίου και το Πρωτοευαγγέλιον του Ιακώβου. Είναι αι δύο μαίαι, τα οποίας ο μνήστωρ Ιωσήφ έφερε εις την παρθένον . Αυτή η σκηνή της καθημερινής ζωής δείχνει καθαρά ότι το Παιδίον τούτο είναι όμοιον προς όλα τα αρτιγέννητα, υποκείμενον εις τας απαιτήσεις της ανθρώπινης φύσεως. Αλλά, από το άλλο μέρος, σύμφωνα με την εξήγησιν του Νικολάου Μεσαρίτου, αι δύο μαίαι είναι συγχρόνως μάρτυρες της θείας καταγωγής του παιδίου : πράγματι, αφού ήλθαν καθυστερημέναι και δεν παρέστησαν κατά την Γέννησιν, η μία εξ αυτών, η δικαία Σαλώμη (ενίοτε παριστανομένη με φωτοστέφανον ) δεν επίστευσεν ότι μια παρθένος θα ηδύνατο να τέξη και ετιμωρήθη δια την απιστίαν της: η χειρ, η οποία είχε τολμήσει να ικανοποιήσει την περιέργειάν της, παρέλυσε. Μετανοήσασα και αψαμένη του Παιδίου, ιάθη .
Μία ακόμη λεπτομέρεια δεικνύει όλως ιδιαιτέρως ότι εις την Γέννησιν του Κυρίου μας ηττήθη η τάξις της φύσεως. Είναι ο μνήστωρ Ιωσήφ. Δεν ανήκει εις την κεντρικήν σύνθεσιν του Παιδίου και της Μητρός του, χωρίζεται από αυτούς σαφώς. Δεν είναι ο πατήρ. Προ αυτού, υπό την μορφήν ποιμένος κύπτοντος υπό το βάρος των χρόνων, ίσταται ο διάβολος πειράζων αυτόν. Μερικαί εικόνες τον παριστάνουν είτε με μικρά κέρατα είτε με μόλις φαινομένην ουράν . Η παρουσία του διαβόλου και ο ρόλος του ως πειραστού έχουν μία όλως ιδιαιτέραν έννοιαν εις αυτήν την εορτή της αναπλάσεως. Η εικών, βασιζόμενη εις την παράδοσιν, μεταδίδει το νόημα ορισμένων λειτουργικών κειμένων (βλ. Πρώτην και Ενάτην Ώραν ), τα οποία ομιλούν δι αμφιβολίας του μνήστορος Ιωσήφ και τη δυσχερή ψυχολογικήν του κατάστασιν . Η εικών εκφράζει αυτήν την κατάστασιν με την λυπημένην στάσιν του Ιωσήφ και την υπογραμμίζει με την μέλαιναν άβυσσον του σπηλαίου, η οποία ενίοτε χρησιμεύει ως βάθος. Η παράδοσις, την οποία μας μεταδίδουν τα απόκρυφα, διηγείται ότι ο διάβολος έλεγε, δια να πειράξη τον μνήστορα Ιωσήφ: «Όπως αυτή η ξηρά ράβδος δεν δύναται να αναδώση φύλλωμα, ούτως και μια παρθένος δεν δύναται να τέξη », η δε ράβδος ήνθησεν . Το επιχείρημα του διαβόλου συνίσταται εις την αδυναμίαν να αντείπη τις εις τους νόμους της φύσεως. Επανέρχεται υπό διαφόρους μορφάς δια μέσου όλης της ιστορίας της Εκκλησίας και ευρίσκεται εις την βάσιν ενός μεγάλου αριθμού αιρέσεων. Εις το πρόσωπο του μνήστορος Ιωσήφ, η εικών μας αποκαλύπτει όχι μόνο το προσωπικό του δράμα, αλλ' εν ανθρώπινο δράμα, εκείνο της συναντήσεως δύο εκδοχών περί κόσμου: η μία, περιωρισμένη εις το επίπεδον της σαρκικής και λογικής υπάρξεως, δεν δύναται να συμφωνήση λογικώς και συναισθηματικώς προς ό,τι υπερβαίνει τον λόγο. Η άλλη, βασισμένη εις την διαίσθηση του επέκεινα, έρχεται εις επαφήν με αυτό δια της αποκαλύψεως και της ελλάμψεως . Αν, εις ωρισμένας εικόνας η Θεομήτωρ παριστάνεται παρατηρούσα το Παιδίον, το οποίον εναποθέτει εις την καρδίαν της τους αφορώντας εις αυτό λόγους, ή ακόμη παρατηρούσα απευθείας έμπροσθέν της τον εξωτερικόν κόσμο, εις άλλας εικόνας παρατηρεί τον μνήστορα Ιωσήφ, εκφράζουσα με το βλέμμα της την συμπάθεια, την οποίαν εμπνέεται από την ψυχικήν του κατάστασιν, και δεικνύουσα εις ημάς ότι ανεκτική και συμπονετική πρέπει να είναι η στάσις μας απέναντι της απιστίας και των αμφιβολιών των ανθρώπων και όχι εχθρική.
Αυτό είναι, εις σύντομον έκθεσιν, το περιεχόμενον της εικονογραφίας της Γεννήσεως, ως το καθορίζει ο Κανών της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Οσάκις σημειούται απομάκρυνσις από αυτόν, η πληρότης νοήματος μειούται αναποφεύκτως εις μέγα ή μικρόν μέτρον. Φθάνομεν ούτως ολίγον κατ' ολίγον εις παραμορφώσεις, ακόμα δε και εις την απώλειαν του ουσιώδους τόσον εις την εικογραφίαν όσο και εις την Αγία Γραφήν : της ιστορικής πραγματικότητος και του δογματικού της περιεχομένου. Εν ισχυρόν παράδειγμα μας δίδεται από τας εικονογραφικάς παραστάσεις της Δύσεως. Παριστάνουν όχι πλέον την ιδίαν την αλήθειαν, ως κάμνει η εικών, αλλά προσωπικά ερμηνείας αυτής της αληθείας. Το ιστορικόν και δογματικόν περιεχόμενον της εικόνος υποκαθίσταται από εν αισθηματικόν και οικείον περιεχόμενον και η Γέννησις του Σωτήρος μας ανάγεται εις μιαν συγκινητικήν οικογενειακή σκηνή.
Η ορθόδοξος εικών δεν αποκλείει το ανθρώπινον στοιχείο του κόσμου τούτου. Βλέπομεν τας ανθρωπίνας γνώσεις εις τους Μάγους, την εργασίαν και την τέχνην εις τους ποιμένας, το φυσικόν ανθρώπινον αίσθημα εις τον μνήστορα Ιωσήφ. Αλλά αυτή η ζωή του κόσμου παριστάνεται εις την επαφήν της με τον υπερφυσικό κόσμο και χάρις εις αυτήν την επαφή κάθε φαινόμενον της ανθρωπίνης ζωής ευρίσκει την θέσιν του και το νόημά του, φωτίζεται από εν νέο περιεχόμενον . Ούτως η εικών υψώνει το πνεύμα μας, τα αισθήματά μας και τας αισθήσεις μας, εις την θεωρίαν και την γνώσιν του μυστηρίου της Σαρκώσεως και μας καθιστά μετόχους του πνευματικού θριάμβου της εορτής.

Ο ναός των Αγίων Αποστόλων - Κωνσταντινούπολη



 


              Ο ναός των Αγίων Αποστόλων ήταν ένας  περίφημος χριστιανικός ναός της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος χτίστηκε το 550 στον τέταρτο λόφο της Πόλης, βορειοδυτικά του υδραγωγείου του Ουάλη. Ήταν πολύ μεγάλος, σχεδόν όσο ο ναός της Αγίας Σοφίας και επί αιώνες (από τον 4ο ως τον 11ο) ενταφιάζονταν εκεί Αυτοκράτορες, Πατριάρχες και επίσκοποι. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, μεταφέρθηκε εκεί προσωρινά η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
              Η σκέψη και η πραγματοποίηση του σχεδίου για την ανέγερση στην Κωνσταντινούπολη
μιας εκκλησίας προς τιμήν τών Αγίων Αποστόλων αποδίδεται στο Μεγάλο Κωνσταντίνο. Είναι φανερό, ότι με την ανέγερση του ναού των Αγίων Αποστόλων, ο Κωνσταντίνος απέβλεπε σε τρεις σκοπούς: τη συνέχιση της ρωμαϊκής παράδοσης των αυτοκρατορικών μαυσωλείων - ηρώων, τη σταδιακή μετάθεση του θρησκευτικού καί κοσμολογικού κέντρου απο την Ιερουσαλήμ στην Κωνσταντινούπολη και, κυρίως, την προσπάθεια καθιέρωσης του αυτοκράτορα ως αυθεντικού συνεχιστή της αποστολικής παράδοσης. Σκοπός του Αυτοκράτορα ήταν να συγκεντρώσει εκεί και τα λείψανα όλων των Αποστόλων.
               Ο αρχικός λοιπον ναός των Αγίων Αποστόλων κτίστηκε γύρω στο 330, όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος έχτισε την Πόλη. Το 337, όταν ο Κωνσταντίνος πέθανε, ο ναός δεν είχε τελειώσει, και ο ίδιος ενταφιάστηκε προσωρινά στο ναό του Αγίου Ακακίου στην Κωνσταντινούπολη. Όταν ολοκληρώθηκε από το γιο του, Κωνστάντιο, ο ναός των Αγίων Αποστόλων, μεταφέρθηκε εκεί και η σoρός του Κωνσταντίνου.Τελικά, έγινε εφικτό να μεταφερθούν λείψανα μόνο του Αποστόλου Ανδρέα (από την Αχαΐα το 357), του Ευαγγελιστή Λουκά και του Αγίου Τιμοθέου (από την Έφεσο).
            Δύο αιώνες μετά την αναδιαμόρφωση της εκκλησίας από τον Κωνστάντιο, ο Ιουστινιανός αποφάσισε τη ριζική ανακαίνιση των Αγίων Αποστόλων. Η παλαιά σταυρική εκκλησία κατεδαφίστηκε εντελώς και στην ίδια θέση άρχισε η κατασκευή της καινούριας. Ο νέος ναός σχεδιάστηκε και κτίστηκε υπό την επίβλεψη των αρχιτεκτόνων της Αγίας Σοφίας, Ανθέμιου και Ισίδωρου. Η τυπολογία που εισήγαγε αυτή η εκκλησία, άσκησε τη μεγαλύτερη ίσως επίδραση στην ανέγερση ναών. Έτσι, σχεδόν πανομοιότυπος ήταν ο ερειπωμένος σήμερα ναός του Αγίου Ιωάννη στην Έφεσο και ο μεταγενέστερος ναός το Αγίου Μάρκου στη Βενετία (δεύτερο μισό 11ου αιώνα).

Ο δεκάλογος του Νικόλαου Μεσαρίτη, σκευοφύλακα της Θεοτόκου του Φάρου


 Ο δεκάλογος του Νικόλαου Μεσαρίτη, σκευοφύλακα της Θεοτόκου του Φάρου http://leipsanothiki.blogspot.be/
Πιθανή αναπαράσταση του Αγίου Μανδηλίου.
Σύγχρονη θεωρία που υποστηρίζει ότι το Ιερό Μανδήλιο ήταν ένα μεγάλο ύφασμα
που βρισκόταν διπλωμένο σε μία θήκη και ότι το σήκωναν με κάποιο μηχανισμό
για να το δουν οι προσκυνητές. Η ανάσυρση του Ιερού Μανδηλίου και η θέα του προσώπου
του Χριστού σε αυτό άφηνε βαθειά και αλησμόνητη εντύπωση στους προσκυνητές.

Στην ανάρτηση της λειψανοθήκης 111 - Τα ιερά κειμήλια της Θεοτόκου του Φάρου στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη είχαμε κάνει μνεία ενός κειμένου που προέρχεται από τον σκευοφύλακα της Θεοτόκου του Φάρου στα τέλη του 12ου αιώνα, Νικόλαο Μεσαρίτη (ρήτορα, θεολόγο, συγγραφέα και αργότερα Μητροπολίτη Εφέσου), ο οποίος σε ρητορική έκφραση (δεκάλογος) θα επιλέξει δέκα μόλις κειμήλια (τα οκτώ από τη Θεοτόκο του Φάρου) και θα τα επαινέσει. Για αυτά τα κειμήλια όμως έχουμε μία καλή, αλλά εν μέρει αναπάντεχη περιγραφή. Για παράδειγμα το καλούμενο στις πηγές φραγγέλιο ήταν ένα είδους σιδερένιου κολάρου ή κρίκου (κλοιὸς ἐπαυχεύνιος), ενώ ο ιερός κάλαμος φέρεται να ήταν μεγάλων διαστάσεων, όσο ο βραχίονας ενός άνδρα με μεγάλα χέρια (παχὺς ὀποῖος ἀνδρός τινος βριαρόχειρος βραχίων ἐστί).
Δεν θα κάνουμε ακόμα ανάλυση του κειμένου, αλλά σύμφωνα με το πρωτότυπο κείμενο που δημοσιεύεται παρακάτω, ο Νικόλαος Μεσαρίτης, σκευοφύλαξ της παλατινής εκκλησίας "Θεοτόκου του Φάρου", μαρτυρεί ότι τα ακόλουθα ιερά κειμήλια φυλάσσονταν στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 12ου αιώνα:

1. Ο Ακάνθινος Στέφανος
2. Τίμιος Ήλος (= καρφί της Σταύρωσης)
3. Το Φραγέλλιον (κλοιός επαχεύνιος)
4. Εντάφιοι σινδόνες Χριστού
5. Το λέντιον
6. Η λόγχη
7. Το πορφυρούν ιμάτιον (= ο πορφυρός χιτώνας)
8. Ο κάλαμος
9. Ίχνη ποδών Χριστού ή σανδάλιδες
10. Λίθος του μνήματος του Χριστού

Διαβάστε το πρωτότυπο κείμενο παρακάτω: