Κυριακή 25 Αυγούστου 2019

Η «Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών»Ιωάννης Κορναράκης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών (+)


Η «Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών» είναι συλλογή πατερικών κειμένων, τα οποία έχουν ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο. Το περιεχόμενο αυτό αναφέρεται στη μυστική, δηλ. εσωτερική ψυχική εργασία της καθάρσεως του νου και της καρδίας. Γι’ αυτό τα πατερικά κείμενα της «Φιλοκαλίας» παρουσιάζουν διαστάσεις και όψεις της μυστικής θεολογίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Επειδή δε η βίωση της μυστικής αυτής πνευματικής εργασίας πραγματοποιείται υπό τον όρο της αδιαλείπτου εγρηγόρσεως της ψυχής, της νήψεως, τα πατερικά αυτά κείμενα χαρακτηρίζονται και «νηπτικά».
Η λέξη «νήψις» ετυμολογείται από το ρήμα «νήφω», που σημαίνει- δεν πίνω οίνο, είμαι νηφάλιος, διάγω βίο εγκρατή, είμαι σώφρων, ήρεμος, κόσμιος. Επομένως τα νηπτικά πατερικά συγγράμματα είναι τα κείμενα εκείνα που, όπως θα λέγαμε σήμερα, παρουσιάζουν την «υπαρξιακήν» όψη της ηθικής και πνευματικής εργασίας της καθάρσεως του νου και της καρδιάς, με την οποία ο πιστός προσεγγίζει στην περιοχή της θείας παρουσίας και ενεργείας. Τα νηπτικά πατερικά κείμενα δεν είναι κείμενα αφηρημένων θρησκευτικών στοχασμών ή θεωρητικής ηθικής διδασκαλίας. Είναι «το μεγαλόπνοον απαύγασμα ηγιασμένου ασκητικού βιώματος θειοτάτων πατερικών μορφών, επί των οποίων επέλαμψε το πανάγιον και φωτιστικόν πνεύμα». Για τούτο πολύ εύστοχα η «Φιλοκαλία», συγκρινόμενη προς τα λοιπά πατερικά κείμενα, χαρακτηρίζεται από τους εκδότες της εκδόσεως που κυκλοφορεί, ως το «Αγιον των Αγίων».

Η «υπαρξιακή» σημασία των νηπτικών πατερικών κειμένων καταφαίνεται στις ημέρες μας από την εκτίμηση που εκδηλώνουν προς αυτά όλο και περισσότεροι πνευματικοί άνθρωποι, θεολόγοι, ιστορικοί, κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι. Μάλιστα σε ορισμένες εποχές ηθικής και πνευματικής κρίσεως ένα μεγάλο μέρος των πιστών της ορθοδόξου Εκκλησίας βρήκε στα νηπτικά πατερικά κείμενα την «πηγήν του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. 4,14).
Στον πρόλογο της εκδόσεως της «Φιλοκαλίας», που κυκλοφορεί σήμερα, υπενθυμίζεται ότι η πρώτη έκδοσή της προκάλεσε «ενθουσιαστικόν συναγερμόν εις το ορθόδοξον πλήρωμα… Ολόκληρη η έκδοσις της Βενετίας του 1782 εγένετο ανάρπαστος από μονάζοντας και μη, εις τας περιοχάς των Ορθοδόξων Πατριαρχείων και Εκκλησιών, αλλά και πέραν αυτών». Είναι δε πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός ότι μια εργασία του γνωστού ρωμαιοκαθολικού θρησκειοψυχολόγου Καθηγητού Γεωργίου Wunderle με θέμα, «Ψυχολογία της ησυχαστικής προσευχής», που κυκλοφόρησε το έτος 1947, έγινε κυριολεκτικώς ανάρπαστη και εκδόθηκε για δεύτερη φορά. Ο Wunderle υπογραμμίζει ζωηρά πως υπάρχουν στην Ευρώπη πολλοί απλοί άνθρωποι αλλά και διανοούμενοι που δεν ενδιαφέρονται απλώς για την «Φιλοκαλία» αλλά που ασκούνται και υποτάσσονται στους κανόνες της νηπτικής ζωής της «Φιλοκαλίας».
Έτσι τα νηπτικά πατερικά κείμενα δεν προορίζονται μόνο για τους μοναχούς και τους ασκητές. Απευθύνονται πάντοτε προς όλους αυτούς τους πιστούς, που, συνεπείς στην προτροπή του Κυρίου· «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε» (Ματθ. 26, 41), προσπαθούν να αγωνίζονται «νομίμως» (Β’ Τιμ. 2,5) τον καλό αγώνα της πίστεως. Με το πνεύμα δε αυτό προλογίζοντας την πρώτη έκδοση της «Φιλοκαλίας» ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης προσκαλεί τους λαϊκούς και τους μοναχούς να αξιοποιήσουν υπαρξιακά τους θησαυρούς των πατερικών νηπτικών κειμένων.
«Έλθετε πάντες όσοι κλήσεως ορθοδόξου τυγχά¬νετε μέτοχοι, συνάμα Λαϊκοί τε και Μοναχοί, οι την εντός υμών ούσαν του Θεού Βασιλείαν και τον εν τω αγρώ της καρδίας κεκρυμμένον ευρηκέναι σπουδάζοντες θησαυρόν, ος έστιν ο γλυκύς Ιησούς Χριστός· ίν’ όπως, της περί τα κάτω αιχμαλωσίας, και της περιφοράς του νοός υμών ελευθερωθέντος, και της καρδίας των παθών καθαρθείσης, διά της αδιάλειπτου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού φοβεράς επικλήσεως, και των λοιπών συνεργών αρετών, των εν τη παρούση Βίβλω διδασκομένων, ενωθείητε μεν προς εαυτούς, δι’ εαυτών δε και προς Θεόν, κατά την προς τον Πατέρα του Κυρίου παράκλησιν, ίνα ώσι, λέγοντος, εν, ως ημείς εν έσμεν.. .». Πράγματι, η μεγάλη υπηρεσία που και σήμερα ημπορεί να προσφέρει η έμπρακτη μελέτη των πατερικών νηπτικών κειμένων είναι η ψυχική ανασυγκρότηση και εσωτερική ενοποίηση της προσωπικότητας του χριστιανού που θα ήθελε να βιώνει αυθεντικά την πιστή του στο Χριστό. Είναι φανερό πλέον ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής διεγείρει ενδιαφέροντα που ανήκουν στην περιοχή της ανέσεως, του υλικού κέρδους, της ηθικής χαλαρώσεως και γενικά της εγωιστικής και ατομικιστικής επιδιώξεως. Μέσα στο πνεύμα καθενός ανθρώπου παγιώνεται αδιάσειστα η βασική σκέψη πως πρέπει να κυνηγά καθετί που εξασφαλίζει άνεση, ευχαρίστηση και υλική ασφάλεια. Αλλά μια τέτοια υπαρξιακή προοπτική γεννά τυραννικό άγχος μέσα στο βάθος της ανθρώπινης προσωπικότητας και διασπά την εσωτερική της ενότητα. Κάνει τον άνθρωπο δίψυχο και επομένως «ακατάστατον εν πάσαις ταις οδοίς αυτού» (Ιακώβ. 1,8).
Η αγχωτική αυτή ψυχολογική πραγματικότητα, που είναι προϊόν της ηθικής κα! πνευματικής αναπηρίας του συγχρόνου χριστιανού, υπογραμμίζει επίσης την ανεκτίμητη σημασία των πατερικών νηπτικών κειμένων. Όπως λέγει ο άγιος Νικόδημος, το ουσιαστικό αποτέλεσμα της υπαρξιακής αξιοποιήσεως των κειμένων αυτών είναι η εσωτερική ενότητα της προσωπικότητας του πιστού και συνεπώς η ενότητα αυτού με τον Θεό.
Αξίζει λοιπόν να εντρυφήσει κανείς στις δροσιστικές, αλλά πολλές φορές και καυστικές, σελίδες της «Φιλοκαλίας» για να αποκτήσει την πνευματική εκείνη διαύγεια που θα τον κάνει ικανό να πραγματώνει την απροκατάληπτη αυτοθεώρησή του. Η μελέτη των νηπτικών πατερικών κειμένων μπορεί πάντοτε και κατ’ εξοχήν σήμερα να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε το είδος και την ποιότητα του πνευματικού μας περιεχομένου. Μια τέτοια αυτοθεώρηση είναι η μοναδική αφετηρία για μια δυναμική πνευματική προσπάθεια προς ενοποίηση και εξαγιασμό της ψυχής μας.
(Ιωάννου Κορναράκη, «Φιλοκαλικά θέματα», εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη – Θεσ/νίκη, σ. 5-10)

Κανόνας προσευχής – Οι Ψαλμοί και το κομποσχοίνι




  Ζητάς κάποιον κανόνα προσευχής. Ναι, είναι καλό να έχουμε έναν τέτοιο κανόνα λόγω της αδυναμίας μας, ώστε αφενός να μην υποκύπτουμε στην οκνηρία και αφετέρου να συγκρατούμε τον ενθουσιασμό μας σε όρια συνετά. Όλοι οι μεγάλοι εργάτες της προσευχής τηρούσαν έναν προσευχητικό κανόνα.

 Άρχιζαν πάντα με τις καθιερωμένες προσευχές. Αν στη διάρκειά τους κάποια προσευχή ανασκιρτούσε μόνη της από την καρδιά τους, άφηναν τις άλλες και προσεύχονταν μ’ αυτήν. Το ίδιο ας κάνουμε κι εμείς. Οι προκαθορισμένες προσευχές χρειάζονται για να μας βάλουν στο δρόμο της προσευχής. Δίχως αυτές, δε θα ξέραμε καν πώς να προσευχηθούμε και θα μέναμε μακριά από τον Θεό.
 Δεν χρειάζεται , πάντως , να χρησιμοποιεί κανείς όλες τις προσευχές που είναι γραμμένες στα διάφορα προσευχητάρια. Είναι προτιμότερο να περιορίζεται σ’ έναν μικρό αριθμό προσευχών, που θα τις κάνει με νου προσεκτικό και θερμή καρδιά, παρά να διαβάζει στα πεταχτά πλήθος προσευχών από βιβλία. Είναι δύσκολο, βλέπεις, να διατηρηθεί αναμμένη η φλόγα του προσευχητικού ζήλου με τη χρήση πολυάριθμων προσευχών.

  Νομίζω πως οι ορθρινές και εσπερινές ακολουθίες, που περιέχονται στα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας μας και σε άλλα ορθόδοξα προσευχητάρια, σου φτάνουν. Προσπάθησε μόνο να τις διαβάζεις κάθε φορά με απόλυτη προσοχή και ανάλογα συναισθήματα. Για να το κατορθώσεις ευκολότερα, αφιέρωσε λίγο από τον ελεύθερο χρόνο σου σε σχετική προετοιμασία. Διάβασε όλες τις προσευχές, μιά-μιά ξεχωριστά.
 Μελέτησέ τες, κατανόησέ τες, βίωσέ τες. Έτσι, όταν θα τις λες την ώρα της προσευχής, θα γνωρίζεις τα ιερά νοήματα και αισθήματα που κλείνουν μέσα τους. Προσευχή δεν είναι η απλή απαγγελία κάποιων προσευχητικών κειμένων, αλλά η αφομοίωση και βίωση του περιεχομένου τους. Η προσευχή πρέπει να βγαίνει από το νου και την καρδιά μας.
 Αφού διαβάσεις και βιώσεις τις προσευχές, προσπάθησε να τις
απομνημονεύσεις. Έτσι δεν θα χρειάζεται κάθε φορά, πριν προσευχηθείς , να ψάχνεις για Προσευχητάρι και για φως. Όταν θα προσεύχεσαι πάλι, η προσοχή σου δε θα διασπάται από τα αντικείμενα του χώρου. Με κλειστά μάτια, θα διατηρείς ευκολότερα τη νοερή επαφή σου με τον Θεό. Θα το διαπιστώσεις μόνη σου, αν το κάνεις.

 Ύστερ’ απ’ αυτή την προετοιμασία, το πρώτο πράγμα που πρέπει να επιδιώκεις, αρχίζοντας την προσευχή, είναι η φύλαξη του νου από την άσκοπη περιπλάνηση και της καρδιάς από την ψυχρότητα. Φρόντισε με κάθε τρόπο να διατηρείς τη νοερή προσοχή και την καρδιακή θέρμη . Κάνε και όσες μετάνοιες μπορείς, λέγοντας παράλληλα την ευχή του Ιησού ή κάποιαν άλλη σύντομη προσευχή.
Οι μετάνοιες θα παρατείνουν λίγο τον χρόνο της προσευχής σου, θα αυξήσουν όμως τη δύναμή της. Μετά την καθιερωμένη ορθρινή ακολουθία, να απευθύνεσαι με δικά σου λόγια στον Θεό, ζητώντας Του συγχώρηση για τα αθέλητα ξεστρατίσματα του νου σου και θέτοντας στα χέρια Του τον εαυτό σου.

 Στο διάστημα της ημέρας, η μνήμη του Θεού, για την οποία τόσες φορές μιλήσαμε, διατηρείται ανεξάλειπτη με την προσευχή. Θα ήταν, λοιπόν, καλό να αποστήθιζες πέρα από την γνωστή ευχή του Ιησού, ορισμένους Ψαλμούς και να τους έλεγες κάπου-κάπου στη διάρκεια ή σε διαλείμματα της εργασίας σου. Πρόκειται για μια αρχαία χριστιανική συνήθεια, που αναφέρεται και περιλαμβάνεται στους κανόνες των μεγάλων οσίων Παχωμίου και Αντωνίου.

Αφού περάσεις έτσι την ημέρα, κάνε τη βραδινή ακολουθία σου με μεγαλύτερη επιμέλεια και αυτοσυγκέντρωση. Και αφού αναθέσεις πάλι στον Κύριο τον εαυτό σου για το διάστημα της νύχτας, κοιμήσου, ψιθυρίζοντας πάντα την ευχή ή έναν ψαλμό.Θ’ αναρωτιέσαι ποιους ψαλμούς πρέπει ν’ αποστηθίσεις. Μα εκείνους που κατανύσσουν περισσότερο την καρδιά σου. Εσύ θα κάνεις την επιλογή. Ενδεικτικά μόνο αναφέρω το «Ελέησόν με ο Θεός» (Ψαλμός 50) , το «Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον» (Ψαλμός 102) και το «Αίνει , η ψυχή μου, τον Κύριον» (Ψαλμός 145).
Οι δύο τελευταίοι Ψαλμοί περιέχονται στην Ακολουθία των Τυπικών και ψάλλονται στις Λειτουργίες των Κυριακών και των εορτών. 
Προσθέτω σ’ αυτούς και τους Ψαλμούς της Ακολουθίας της θείας Μεταλήψεως, «Κύριος ποιμαίνει με» (Ψαλμός 22) , «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής» (Ψαλμός 23) και «Επίστευσα , διό ελάλησα» (Ψαλμός 115), καθώς και τους Ψαλμούς του Μικρού Αποδείπνου, «Ο Θεός , εις την βοήθειάν μου πρόσχες» (Ψαλμός 69) και «Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου» (Ψαλμός 142). Είναι επίσης, οι Ψαλμοί των Ωρών και άλλοι. Διάβασε το Ψαλτήρι και διάλεξε όποιους προτιμάς.
Όταν, λοιπόν, αποστηθίσεις τους Ψαλμούς της προτιμήσεώς σου, θα είσαι προσευχητικά πάνοπλη. Και κάθε φορά που κάποιος ενοχλητικός λογισμός θα απειλεί το νου και την καρδιά σου, θα τον αποδιώκεις εύκολα, καταφεύγοντας στον Κύριο είτε με την ευχή, είτε μ’ έναν Ψαλμό, ιδιαίτερα τον 69ο, «Ο Θεός εις την βοήθειάν μου πρόσχες».

 Να αυτό που ήθελες- έναν κανόνα προσευχής. Θα τονίσω, πάντως, γι’ άλλη μια φορά, ότι δεν πρέπει να απολυτοποιείται ο κανόνας, που είναι όχι αυτοσκοπός, αλλά μέσο κοινωνίας με τον Θεό. Γι’ αυτό, άλλωστε, πέρα από τις καθιερωμένες προσευχές, δεν έχει θεσπιστεί ενιαίος κανόνας προσευχής για όλους τους πιστούς. Σημασία έχει να προσεύχεσαι ουσιαστικά, σωστά, αληθινά. Και αληθινή προσευχή είναι 
η νοερή παράσταση ενώπιον του Θεού μέσα στην καρδιά με αφοσίωση και εγκάρδια υποταγή σ' Αυτόν.
 Σκέφτηκα να σου προτείνω κάτι: Μπορείς να περιορίσεις τον προσευχητικό κανόνα μόνο σε μετάνοιες με την επανάληψη της ευχής, του «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και σε προσευχή με δικά σου λόγια. Αντί για την ευχή μπορείς, αν προτιμάς, να επαναλαμβάνεις κάποιαν άλλη σύντομη προσευχή, που να εκφράζει τις εσωτερικές του ανάγκες ή δοξολογία και ευχαριστία στον Θεό. Καθόρισε είτε έναν αριθμό ευχών είτε ένα χρονικό διάστημα προσευχής – ή και τα δύο-, ώστε να μην κυριευθείς από την οκνηρία.

 Εμείς οι άνθρωποι, βλέπεις, έχουμε μιάν ακατανόητη ιδιομορφία: Όταν καταπιανόμαστε με κάποιαν εξωτερική εργασία, μας φαίνεται πως οι ώρες περνούν σαν λεπτά. Όταν, απεναντίας, προσευχόμαστε, μας φαίνεται πως τα λεπτά περνούν σαν ώρες. Αυτή η ψευδαίσθηση δεν μας βλάπτει, όταν εκτελούμε έναν καθιερωμένο κανόνα, και μάλιστα όταν διαβάζουμε τις ιερές ακολουθίες από τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας μας. Όταν ,όμως, προσευχόμαστε ελεύθερα, λέγοντας την ευχή ή άλλη μικρή προσευχή, υπάρχει ένας κίνδυνος: Να σταματήσουμε την προσευχή λίγο μετά την έναρξή της, με την απατηλή βεβαιότητα ότι προσευχηθήκαμε για πολύ και ολοκληρώσαμε την ακολουθία μας.
Γι’ αυτό οι καλοί εργάτες της προσευχής επινόησαν τα κομποσχοίνια ,που μας προστατεύουν από τον κίνδυνο της αυταπάτης. Το κομποσχοίνι μας χρειάζεται όταν προσευχόμαστε με στερεότυπες επαναλαμβανόμενες ευχές, όχι όταν διαβάζουμε τις προσευχές του Προσευχηταρίου.
 Να πώς θα το χρησιμοποιείς: Θα το κρατάς στο αριστερό σου χέρι, θα λες μιαν ευχή, λ.χ. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και θα τραβάς ένα κόμπο με τα δύο δάχτυλα, τον αντίχειρα και τον δείκτη. Θα λες άλλην μιαν ευχή και θα τραβάς άλλον ένα κόμπο. Έτσι θα συνεχίζεις, κάνοντας το σημείο του σταυρού και μια μετάνοια- είτε μικρή είτε μεγάλη, ό,τι προτιμάς- σε κάθε ευχή. Καθόρισε έναν αριθμό ευχών και αντιστοίχων μετανοιών ως καθημερινό κανόνα σου, συνάμα όμως καθόρισε κι έναν ελάχιστο χρόνο προσευχής, για να μην ξεγελιέσαι λέγοντας τις ευχές βιαστικά. Αν κάποτε ασυναίσθητα βιαστείς και τελειώσεις νωρίτερα από τον καθορισμένο χρόνο, συνέχισε τις ευχές και τις μετάνοιες ως τη συμπλήρωσή του.
Σου στέλνω ένα κομποσχοίνι. Δοκίμασέ το!

  Διαβάζοντας όσα γράφω σ’ αυτή η την επιστολή, μη νομίσεις ότι θέλω να σε οδηγήσω σε μοναστήρι. Κάθε άλλο. Εγώ, μάλιστα, πρωτάκουσα για την προσευχή με κομποσχοίνι από κάποιον λαϊκό, όχι από μοναχό. Εκτός από τους μοναχούς, πολλοί είναι και οι λαϊκοί που προσεύχονται μ’ αυτόν τον τρόπο. Πιστεύω ότι είναι και για σένα κατάλληλος.
Θα επαναλάβω και πάλι η ουσία της προσευχής είναι η νοερή παράσταση της ψυχής ενώπιον του Θεού μέσα στην καρδιά ή, αλλιώς, η ανύψωση του νου και της καρδιάς στον Θεό. Να σε τι μας βοηθούν οι απλοί κανόνες που ανέφερα. Δίχως αυτούς , λόγω της αδυναμίας μας, δεν θα καταφέρναμε σχεδόν τίποτα.
Ο Κύριος να σ’ ευλογεί!

«Από το βιβλίο: «ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ – Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ γράμματα σε μια ψυχή»
ΕΚΔΟΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ – ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ – ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΙΙΚΗΣ 2000

Άλλο η κρίση κι’ άλλο η κατάκριση! Μεγάλου Βασιλείου



Επειδή ό Κύριος άλλοτε μεν λέγει: «Μην κατακρίνετε και δεν θα κατακριθείτε από το Θεό», άλλοτε δε προστάζει να κρίνουμε δίκαια «Μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνετε»(Ιω. 7,24), συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται εξολοκλήρου να κρίνουμε, αλλά διδασκόμαστε ότι η μία κρίση από την άλλη είναι διαφορετική.
Ο Απόστολος Παύλος μας έδειξε καθαρά σε ποιές περιπτώσεις πρέπει να κρίνουμε και σε ποιές όχι. Γιατί ως προς εκείνα μεν που ανήκουν στη διάκριση του καθενός και δεν διατάσσονται από τη Γραφή είπε: «Συ λοιπόν γιατί κατακρίνεις τον αδελφό σου;» (Ρωμ. 14,10), και «Ας μην κατακρίνουμε πλέον ο ένας τον άλλον» (Ρωμ. 14,13).
Ως προς εκείνα δε που δυσαρεστούν το Θεό, καταδίκασε εκείνους που δεν κρίνουν και ο ίδιος διατύπωσε την κρίση του με τα έξης λόγια: «Γιατί εγώ, αν και είμαι απών σωματικά, είμαι όμως παρών ανάμεσα σας με το πνεύμα μου, έχω πλέον κρίνει και καταδικάσει, σαν να ήμουνα παρών, αυτόν που έχει διαπράξει τη φοβερή αυτή αμαρτία (να συζεί με τη μητρυιά του). Να συναχθείτε λοιπόν στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού όλοι σας και σεις και το πνεύμα μου μαζί με τη δύναμη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να παραδώσουμε αυτόν τον άνθρωπο στο σατανά (με την αποκοπή του από την Εκκλησία), για να τιμωρηθεί σκληρά το σώμα του, ώστε να σωθεί η ψυχή του κατά την ημέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού» (Α΄ Κορ.5,3-5).
Συνεπώς, αν κάτι ανήκει στη δική μας διάκριση ή είναι αμφίβολο, δεν πρέπει να κρίνουμε γι’ αυτό τον αδελφό, σύμφωνα με το λόγο του Αποστόλου Παύλου που αναφέρεται σ’ εκείνα που αγνοούμε: «Ώστε μη σπεύδετε να κάνετε κρίσεις πρόωρα, έως ότου έλθει ο Κύριος, που θα φωτίσει και θα αποκαλύψει όσα είναι κρυμμένα στο σκοτάδι και θα φανερώσει τις επιθυμίες των καρδιών» (Α’ Κορ.4,5).
Είναι δε απαραίτητη ανάγκη να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα του Θεού, για να μη δεχθεί μαζί με τον ένοχο κι εκείνος που σιωπά (και δεν διαμαρτύρεται) την οργή του Θεού, εκτός εάν, επειδή κάνει τα ίδια με τον κατηγορούμενο, δεν έχει παρρησία να κρίνει τον αδελφό του (τον πλησίον), ακούγοντας τον Κύριο που λέγει: «βγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου και τότε θα δεις καθαρά, ώστε να βγάλεις (με προσοχή και αγάπη) το αχυράκι από το μάτι του αδελφού σου» (Ματθ.7,5).
Σε δυό περιπτώσεις κατά τη γνώμη μου, επιτρέπεται να πούμε κάτι κακό για κάποιον: Όταν υπάρχει ανάγκη να συσκεφτεί κανείς με άλλους πεπειραμένους πως θα διορθωθεί εκείνος που αμάρτησε, κι’ όταν χρειαστεί να προφυλάξουμε εκείνους που από άγνοια μπορούν πολλές φορές να συναναστραφούν με κάποιον κακό, σαν να ήταν καλός. Γιατί ο απόστολος Παύλος παρήγγειλε να μη συναναστρέφεται κανείς με ανθρώπους τέτοιου είδους (Β’ Θεσ. 3,14), για να μη δεχθεί κάποτε αγχόνη στην ψυχή του.
Δηλαδή να κάνουμε αυτό που βρίσκουμε ακριβώς, ό,τι έκαμε ο ίδιος Απόστολος γράφοντας στον Τιμόθεο: «Αλέξανδρος ο χαλκουργός μου προξένησε πολλά κακά. Απ’ αυτόν να φυλάγεσαι και συ, γιατί εναντιώθηκε πολύ στο κήρυγμά μου» (Β Τιμ.4,14).
Εάν λοιπόν δεν υπάρχει τέτοια ανάγκη, σαν την παραπάνω, εκείνος που κατακρίνει με σκοπό να συκοφαντήσει και να διασύρει, είναι επικριτής, ακόμη κι’ όταν είναι αληθινό αυτό που λέγει.

 Μ. Βασιλείου, «Όροι κατ' επιτομήν»/πηγή

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

Η διάγνωση της αμαρτίας και η θεραπεία της π. Ιωάννης Ρωμανίδης



3) Διάγνωσις και θεραπεία.
Η πατερική παράδοσις ήτο υποχρεωμένη να χρησιμοποιήση την φιλοσοφικήν γλώσσαν της εποχής της, δια να γίνη κατανοητή και να πολεμήση τας αιρετικάς διαστροφάς της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Τούτο, εν τούτοις, δεν σημαίνει ότι η φιλοσοφία εχρησίμευσεν εις την κατανόησιν της διδασκαλίας του Χριστού. Πάντως, οι Πατέρες απέρριπτον τους αφηρημένους στοχασμούς περί Θεού και την σχέσιν Του με την δημιουργίαν και επέμενον εις την εμπειρικήν προσέγγισιν της ενώσεως μετά του Θεού, δια μέσου της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας. Εντός αυτού του πλαισίου πρέπει να εννοηθούν οι όροι αυτών (δηλαδή των πατέρων), «πράξις» (κάθαρσις, φωτισμός) και «θεωρία» (όρασις). Τούτο δεν έχει καμμίαν σχέσιν με την μεσαιωνικήν δυτικήν διάκρισιν μεταξύ κοινωνικής δράσεως και στοχαστικής θεωρίας περί Θεού, η οποία δια τους Πατέρας είναι δαιμονική και πηγή όλων των αιρέσεων. «Πράξις» είναι η κάθαρσις της καρδίας και «θεωρία» είναι η όρασις της δόξης, την οποίαν η καρδία έχει, ή δια της εσωτερικής πίστεως του φωτισμού, ή δια του δοξασμού, ή της θεώσεως. Θέωσις είναι η όρασις (θέα) της δόξης του Θεού εν Χριστώ. Θέωσις δεν είναι ο φωτισμός ή απλώς η συμμετοχή εις την Θείαν Ευχαριστίαν, ως φαίνεται να πιστεύουν μερικοί Ορθόδοξοι σήμερα.
020 0064
Αι διακρίσεις αύται προϋποθέτουν το γεγονός ότι η καρδία και όχι η διάνοια είναι το κέντρον της πνευματικότητος και το μέρος όπου μορφούται ο Θεολόγος και επίσης το γεγονός ότι η καρδία συνήθως δεν λειτουργεί σωστά. Εκείνοι, των οποίων αι καρδίαι αντλούν μόνον αίμα φυσικώς, νομίζουν ότι ο εγκέφαλος και το νευρικόν σύστημα είναι τα γνωστικά κέντρα του ανθρώπου δια την ανάλυσιν των εσωτερικών και εξωτερικών σχέσεών τινος προς την Παλαιάν και Καινήν Διαθήκην. Η καρδία φαίνεται να λαμβάνηται ως έν τοιούτον κέντρον. Αυτοί φυσικώς συμπεραίνουν ότι αυτό γίνεται, εξ αιτίας της αρχικής και ανακριβούς αντιλήψεως αυτού.
Εν τούτοις, η Ορθόδοξος παράδοσις γνωρίζει ότι η καρδία, παραλλήλως με την άντλησιν του αίματος είναι, όταν καλλιεργηθή καταλλήλως, ο τόπος της κοινωνίας μετά του Θεού δια της αδιαλείπτου προσευχής, δηλαδή της αεννάου μνήμης του Θεού. Τα λόγια του Χριστού, «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται», [ 28 ] έχουν ληφθή πολύ σοβαρώς, διότι έχουν εκπληρωθή εις όλους εκείνους, οι οποίοι έλαβαν το χάρισμα του δοξασμού και προ και μετά της Ενσαρκώσεως.
Η Πατερική και Δογματική Θεολογία είναι δια τους Πατέρας η ιδία πραγματικότης και μαθαίνεται καταλλήλως, όταν η διάνοια παρατηρή τας ενεργείας του Αγίου Πνεύματος εις την καρδίαν και συνεργή εις την εκδίωξιν όλων των λογισμών και των καλών και των κακών, οι οποίοι δεν ανήκουν εκεί, δια να τους αντικαταστήση με την μοναδικήν σκέψιν – προσευχήν – μνήμην του Θεού (τήν μονολόγιστον ευχήν).
Με την πάροδον του χρόνου μερικοί Πατέρες ωνόμασαν «νούν» την ενέργειαν της ψυχής εντός της καρδίας, όταν αυτή επανέλθη εις την φυσικήν της κατάστασιν και επεφύλασσαν τα ονόματα «λόγος» και «διάνοια» δια την λογικήν ή δι’ ό,τι σήμερον πολλοί θα εκάλουν εγκέφαλον και το νευρικόν του σύστημα. Άλλοι Πατέρες θα συμπεριλάβουν την προσευχητικήν ενέργειαν της καρδίας υπό τον όρον «νούς», εις τον οποίον επίσης τότε συμπεριλαμβάνονται αι διανοητικαί και λογικαί ενέργειαι της ψυχής συγκεντρωμέναι εις τον εγκέφαλον. Δια να αποφευχθή σύγχυσις χρησιμοποιούμεν τους όρους «νοερά ενέργεια» και «νοερά προσευχή», δια να προσδιορίσωμεν την ενέργειαν του νοός εις την καρδίαν, ονομαζομένην «νοεράν ευχήν».
Η προσευχή εις την καρδίαν ημπορεί να γίνη αδιάλειπτος, ενώ η προσευχή η διαμένουσα εις την διάνοιαν ή τον εγκέφαλον ενεργεί δια της αποφάσεως του προσευχομένου και εις περιόδους εκλεγμένας υπ’ αυτού. Εκείνος, ο οποίος έχει το χάρισμα της αδιαλείπτου προσευχής εις την καρδίαν του, προσεύχεται επίσης με το μυαλόν του ή την διάνοιαν, όταν προσεύχηται με άλλους και δια άλλους εν τη παρουσία αυτών και δια εποικοδομήν των. Αυτός, πράγματι εις αυτάς τας περιόδους προσεύχεται ο ίδιος με την διάνοιάν του και ταυτοχρόνως προσεύχεται εν τη καρδία του με το Πνεύμα, με την γλώσσαν της Πεντηκοστής ή τον λόγον, ο οποίος εδόθη εις αυτόν δια του Θεού εν Χριστώ. Η μία είναι η προσευχή του ανθρώπου εις τον Θεόν, η άλλη η προσευχή του Αγίου Πνεύματος εν Χριστώ εις τον Θεόν. Εν αυτώ ο Απόστολος Παύλος λαμβάνει την τοιαύτην διπλήν προσευχήν των χαρισματούχων ως φυσικόν φαινόμενον εις την Εκκλησίαν της Κορίνθου, αλλά επιπλήττει τους Κορινθίους με αυτό το χάρισμα, διότι δεν προσεύχονται επίσης με την διάνοιαν δια την ωφέλειαν των άλλων παρόντων, οι οποίοι είναι ικανοί να προσεύχωνται μόνον με το μυαλόν. [ 29 ]
[Συνεχίζεται]
[ 28 ] Ματθ. 5, 8.
[ 29 ] Κορ. 14, 14 κ.ε.

Ἡ λογική-διανοητική καί καρδιακή-νοερά λειτουργία τῆς ψυχῆς από Φώτης Σχοινάς



Ἐπιχειρώντας τήν διερεύνηση τοῦ θέματός μας κατ̉ ἀρχάς θά δώσουμε ἕνα ὁρισμό τῆς ψυχῆς τοῦ ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ. «Ψυχή τοίνυν ἐστίν οὐσία ζῶσα ἁπλῆ, ἀσώματος, σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς κατ᾿ οἰκείαν φύσιν ἀόρατος, λογική τε καί νοερά, ἀσχημάτιστος, ὀργανικῷ κεχρημένη σώματι καί τούτῳ ζωῆς αὐξήσεώς τε καί αἰσθήσεως καί γεννήσεως παρεκτική, οὐχ ἕτερον ἔχουσα παρ᾿ ἑαυτήν τόν νοῦν, ἀλλά μέρος αὐτῆς τό καθαρώτατον (ὥσπερ γάρ ὀφθαλμός ἐν σώματι, οὕτως ἐν ψυχῇ νοῦς), αὐτεξούσιος, θελητική τε καί ἐνεργητική, τρεπτή ἤτοι ἐθελότρεπτος, ὅτι καί κτιστή, πάντα ταῦτα κατά φύσιν ἐκ τῆς τοῦ δημιουργήσαντος αὐτήν χάριτος εἰληφυῖα, ἐξ ἧς καί τό εἶναι καί τό φύσει οὕτως εἶναι εἰληφέν».[1] Ἀπό τόν ἀνωτέρω ὁρισμό βλέπουμε τρία πράγματα: 1) Ὅτι ἡ ψυχή εἶναι “οὐσία”.Ὅταν λέγουμε “οὐσία” στήν χριστιανική ὀντολογία (ἀλλά καί στήν ἀριστοτελική) ἐννοοῦμε «πρᾶγμα αὐθύπαρκτον μή δεόμενον ἑτέρου πρός σύστασιν ἤγουν τό ἐν ἑαυτῷ ὄν καί μή ἐν ἑτέρῳ ἔχον τήν ὕπαρξιν»[2].Ἔτσι ὅ,τι χαρακτηρίζει τήν οὐσία εἶναι ἡ αὐθυπαρξία, ἡ αὐτοδύναμη, ἡ μή ἐξηρτημένη ἀπό κάτι ἄλλο ὕπαρξη κάποιου πράγματος. Ὡς ἐκ τούτου ἡ “οὐσία” τῆς ψυχῆς, καίτοι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μέ τήν “οὐσία” τοῦ σώματος, διακρίνεται αὐτῆς τῆς τελευταίας. 2) Ὅτι ἡ ψυχή εἶναι “λογική καί νοερά οὐσία”. Αὐτά τά δύο “λογική” καί “νοερά” δέν εἶναι συνώνυμα, ἀλλά σηματοδοτοῦν διαφορετικά πράγματα, ὅπως θά δοῦμε παρακάτω. Ἐπίσης κάθε οὐσία εἴτε κτιστή εἴτε ἄκτιστη ἔχει τήν οἰκεία σ̉ αὐτήν ἐνέργεια. Οὐσία ἀνενέργητη εἶναι ἀδιανόητη. Ἐπομένως λέγοντας “οὐσία λογική καί νοερά”ταυτογχρόνως συνεννοοῦμε καί “ἐνέργεια λογική καί νοερά”[3]. 3) Ὅτι ὁ νοῦς εἶναι τό καθαρώτερον μέρος τῆς ψυχῆς, ὁ νοερός  ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς.
  Ὁ νοῦς διακρίνεται ἀπό τόν λόγο-διάνοια. Ὁ νοῦς εἶναι ἡ ἀνωτάτη γνωστική δύναμη τῆς ψυχῆς. Οἱ γνωστικές δυνάμεις τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ νοῦς, ὁ λόγος/διάνοια, ἡ δόξα (=γνώμη), ἡ φαντασία καί οἱ αἰσθήσεις. «Χρή γινώσκειν, ὅτι ἡ ἡμετέρα ψυχή διττάς ἔχει τάς δυνάμεις, τάς μέν γνωστικάς, τάς δέ ζωτικάς. Καί γνωστικαί μέν εἰσί νοῦς, διάνοια, δόξα, φαντασία, αἴσθησις, ζωτικαί δέ ἤγουν ὀρεκτικαί βούλησις καί προαίρεσις». Ὄργανο θεογνωσίας εἶναι ὁ νοῦς. Ὁ λόγος (=λογική) ἐννοιοποιεῖ καί κοινοποιεῖ τήν γνώση πού προσπορίζεται ὁ νοῦς μέ τήν νοερά θεωρία (=θέα) τοῦ ἀκτίστου φωτός. Μέ τόν λόγο, δηλαδή τήν λογική δέν μποροῦμε νά γνωρίσουμε τόν Θεό, οὔτε νά συμμετάσχουμε στήν αἰώνια ζωή καί δόξα του. Ἡ λογική ἐνέργεια τῆς ψυχῆς προσιδιάζει στήν γνώση τοῦ κτιστοῦ, ἡ νοερά ἐνέργεια στήν γνώση τοῦ ἀκτίστου. Εἶναι ἀδύνατον μέ τή λογική καί τόν διανοητικό στοχασμό  νά γνωρίσουμε καί νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Θεό. Ἐν προκειμένῳ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γράφει: «Τίς γάρ κοινωνία λογισμοῦ καί θείας μεθέξεως, στοχασμοῦ καί ἀπορρήτου ἐλλάψεως, εἰδήσεως (καί τοῦτ̉ ἐκ τοῦ ἀναλογίζεσθαι προσγινομένης) καί κτήσεως καί ἀπολαύσεως φωτός ἀρρήτου καί ἀλήκτου, ἐκ τῆς πρός τούς ἀξίους ἀνακράσεως ἐκτελουμένης κατά τόν μέγαν Βασίλειον»[4]. Ἡ ἀληθής γνώση τοῦ Θεοῦ προσπορίζεται ἀπό τήν ἀπόρρητο ἔλλαμψη τοῦ θείου φωτός.
  Ἡ λογική/διανοητική ἐνέργεια τῆς ψυχῆς ἔχει ὡς ὄργανο τόν ἐγκέφαλο ἐνῶ ἡ νοερά ἐνέργεια τήν καρδία. Ἐπ̉ αὐτοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ   Παλαμᾶς γράφει: «Ὁ μέν γάρ Ἀθανάσιος τῷ ἐγκεφάλῳ τό λογικόν ἐνεῖναι (=ἐνυπάρχει, ἑδρεύει) τῆς ψυχῆς φησί· Μακάριος δέ ὁ τῇ μεγαλειότητι μηδέν ἐλλείπων, ἐν τῇ  καρδίᾳ τήν τοῦ νοῦ ἐνέργειαν, συνωδά (=συμφώνως) δέ τούτοις οἱ ἅγιοι σχεδόν ἅπαντες»[5]. Ἡ καρδία εἶναι τό κέντρο καί ἡ ρίζα τῆς νοερᾶς ἐνεργείας τοῦ νοῦ. Κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη «Ὑπάρχει ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Κατά τούς Ἑβραίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, δηλαδή κατά τούς Προφῆτες καί κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τό πνευματικό κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ καρδιά, ἐνῶ τό διανοητικό κέντρο εἶναι ὁ ἐγκέφαλος»[6]. Ὅπως ἔχει γραφεῖ ἀπό τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου π. Ἱερόθεο «ἡ λειτουργία τῆς λογικῆς ἐνέργειας γίνεται στήν διάνοια τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ λειτουργία τῆς νοερᾶς ἐνέργειας, στόν ἀναγεννημένο ἄνθρωπο, γίνεται στήν καρδιά»[7]
  Ἡ προσευχή, καί δή ἡ μονολόγιστη προσευχή, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με, διά τῆς ὁποίας ἑνώνεται ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεό, ἔχει ὡς ἐπίκεντρο ἀρχικά τό στόμα, ἀφοῦ προφορικά-ἐκφώνως τήν λέγει ὁ ἅνθρωπος καί τήν ἀκούει τό αὐτί. Ἀκολούθως ἀνεβαίνει στόν ἐγκέφαλο καί ἀφοῦ χρονίσει ἐκεῖ, Θεοῦ θέλοντος, κατεβαίνει καί ἐγκαθιδρύεται στήν καρδία, ὁπότε ἐκβάλλεται ἐκεῖθεν ὁ βύθιος πύθων καί ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ὅλος φωτοφόρος, πνευματοφόρος, Χριστοειδής καί Τριαδοειδής. Οἱ  πνευματικοί ὁδηγοί τῆς νοερᾶς προσευχῆς λέγουν ὅτι ὁ δεύτερος τρόπος προσευχῆς  ἔχει ὡς κέντρο τόν ἐγκέφαλο, ἐνῶ ὁ τρίτος τήν καρδία: «Τόν δεύτερον τρόπον τῆς προσευχῆς προσήκει νά τόν ὀνομάσωμεν  νοο-ἐγκεφαλικόν, κατ̉ ἀντίθεσιν πρός τόν τρίτον τρόπον, τόν νοο-καρδιακόν ἤ καρδιο-νοηματικόν»[8].  
   Βέβαια προϋπόθεση ἀπαράβατη εἶναι ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπό τά ψεκτά πάθη, ἡ ἐξυγίανση τῶν γνωστικῶν ὀργάνων τῆς ψυχῆς καί πάνω ἀπό ὅλα ἡ θεία Χάρις. Λέγουμε ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐξυγίανση τῶν γνωστικῶν  δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, διότι μέ τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων ἐσκοτίσθη ὁ νοῦς, ἀμαυρώθηκε, διεκόπη ἡ νοερά ἐνέργειά του καί ταυτίστηκε μέ τήν λογική καί ὑποδουλώθηκε στά πάθη καί τό περιβάλλον.Ὅλη ἡ ἀσκητική/ἡσυχαστική ἀγωγή τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποβλέπει στήν ἀπελευθέρωση τοῦ νοῦ ἀπό τήν λογική, τά πάθη καί τό περιβάλλον, τόν φωτισμό του καί τήν ἀποκατάσταση τῆς καρδιακῆς ἐνεργείας του, ἡ ὁποία συνίσταται στήν ἀένναη μνήμη τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ καρδίᾳ.
    Ὁ ἄνθρωπος ὅπως λέγει ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔχει τρία μνημονικά κέντρα: τό μνημονικό κέντρο τῶν κυττάρων τοῦ σώματος, τό μνημονικό κέντρο τοῦ ἐγκεφάλου καί τό μνημονικό κέντρο τῆς καρδίας[9]. Τό νοερό-καρδιακό μνημονικό κέντρο ἔχει ὡς ἔργο του τήν ἀένναη μνήμη τοῦ Θεοῦ. Κατά τόν π.Ἰωάννη Ρωμανίδη «ὅταν ὁ νοῦς λειτουργεῖ φυσιολογικά τότε εἶναι στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί προσεύχεται»[10]. Μέ τήν πτώση ὅμως διεκόπη ἡ νοερά-καρδιακή ἐνέργεια τῆς ψυχῆς ἐνῶ ἔμεινε ἀλώβητη ἡ λογική ἐνέργεια καί βέβαια οἱ βιολογικές λειτουργίες. Μέ τό προπατορικό ἁμάρτημα διεσαλεύθη ἐκ βάθρων καί διεκόπη ἡ καρδιακή-νοερά λειτουργία τῆς ψυχῆς, ἐνῶ συνέχισαν νά λειτουργοῦν ἡ λογική ἐνέργεια καί οἱ βιολογικές λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ νοῦς κατέστη  ἐσκοτισμένος καί ἀνενέργητος. Σκοπός τῆς ἡσυχαστικῆς ἀγωγῆς εἶναι ὁ φωτισμός του   καί ἡ ἀποκατάσταση  τῆς  λειτουργίας του. «Γι̉ αὐτό καί ἡ ὅλη ἀσκητική τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας βασίζεται στό νά χωρισθῆ ὁ νοῦς ἀπό τήν λογική καί νά περιορισθῆ ὁ νοῦς μέσα στό σῶμα, κυρίως στό χῶρο τῆς καρδιᾶς»[11] λέγει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Ὁ βαθμός ἀποκαταστάσεως τῆς νοερᾶς ἐνεργείας ταυτίζεται μέ τόν βαθμό κτήσεως τῆς θείας Χάριτος.Ὅπως λέγει καί ὁ π. Ἐφραίμ ὁ Βατοπαιδινός «μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἡ νοερά ἐνέργεια ἀποτελεῖ τό δείκτη εὑρέσεως τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ»[12].  Ὁ νοῦς, ὅταν ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν λογική, τά πάθη καί τό περιβάλλον, φωτίζεται, ἐκλαμπρύνεται, ὑψώνεται πρός τόν Θεό καί θεᾶται ἀπορρήτως τήν ἄκτιστη δόξα του, τό ἄκτιστο φῶς. Στήν κατάσταση τῆς θεώσεως ἀναστέλλονται οἱ βιολογικές  λειτουργίες τοῦ σώματος. Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης λέγει ἐπ̉ αὐτοῦ: «Οἱ θεούμενοι ἅγιοι γνωρίζουν ἐκ πείρας ὅτι στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως   συμμετέχει καί τό σῶμα, ἀλλά ἐπί πλέον ὅτι γίνεται καί ἀναστολή τῶν σωματικῶν ἐνεργειῶν. Ὅσο ἔχει κανείς τήν θέωση δέν κοιμᾶται, δέν τρώει, δέν πίνει, μέ συγχωρεῖτε, δέν πάει στόν ἀπόπατο, δηλαδή τελεία ἀναστολή ὅλων τῶν φυσικῶν λειτουργιῶν τοῦ ἀνθρώπου, ὁσάκις διαρκεῖ αὐτή ἡ κατάσταση»[13]. Εἶναι   χαρακτηριστικό ὅτι στήν κατάσταση τῆς θεώσεως ὁ νοῦς εἶναι ἀνεπηρέαστος ἀπό τή λογική, τό περιβάλλον καί τά πάθη καθώς καί ἀπό τίς κακώσεις τοῦ σώματος. Ἔτσι καί οἱ Μάρτυρες, ὄντες θεωμένοι, μποροῦσαν νά ἀντέξουν καί τά χειρότερα βασανιστήρια χωρίς νά ἀρνηθοῦν τόν Χριστό. Ἄς ἀκούσουμε ἐπ̉ αὐτοῦ τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη: «Ξέρανε (οἱ Πνευματικοί Πατέρες) ὅτι οἱ Τοῦρκοι θά τόν πιάσουν  (τόν Χριστιανό πού  μετάνιωσε) γιά νά ἀρνηθῆ πάλι τόν Χριστό καί τόν ἑτοιμάζανε κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε νά μήν   ἀρνηθῆ τόν Χριστό. Καί περνοῦσε ἀπό τά χειρότερα βασανιστήρια.  Καί αὐτό ἔχει μεγάλη σημασία, διότι ὁ νοῦς, ὅταν ἔχη τήν  νοερά προσευχή, γίνεται ἀνεπηρέαστος, δέν δέχεται πλέον τίποτε ὁ νοῦς οὔτε ἀπό τήν λογική οὔτε ἀπό τά πάθη οὔτε ἀπό τό περιβάλλον, τίποτα».[14] 
    Σημειωτέον ὅτι κάποιος μπορεῖ νά ἔχει ὑπεραναπτυγμένη τήν λογική ἐνέργεια τῆς ψυχῆς καί παράλληλα νεκρωμένη τήν νοερά ἐνέργεια τῆς ψυχῆς.Τοῦτο εἶναι σύνηθες στήν σύγχρονη ἐποχή. Ἀπό τήν μιά ἔχουμε ὑπερτροφική λογική/διάνοια/στοχασμό καί ἀπό τήν ἄλλο σκοτασμό, νέκρωση τοῦ νοῦ. Βέβαια εἶναι ὑπαρκτή καί ἡ ἀντίθετη κατάσταση: ἀπό τή μιά φωτισμός τοῦ νοῦ καί ἀπό τήν ἄλλη μειωμένη λογική-διανοητική κατάσταση τῆς ψυχῆς. Παράδειγμα ὁρισμένα νήπια πού ἔχουν ὅραση τοῦ ἀκτίστου φωτός. Ὁμοίως καί ἐνήλικες  διανοητικά καθυστερημένοι πού ἔχουν θεοπτία καί εὑρίσκονται σέ κατάσταση θεώσεως. Βέβαια πέρα ἀπό τίς ἐξαιρετικές αὐτές πριπτώσεις, τῆς θεοπτίας τῶν νηπίων καί τῶν διανοητικά καθυστερημένων, εἶναι ἀρκετά συνήθης στήν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία ἡ ὕπαρξη ἀγραμμάτων ἤ ὀλγογραμμάτων θεοπτῶν ἁγίων. Σύνηθες εἶναι ἐπίσης καί τό φαινόμενο ὁ φωτισμένος νοῦς νά συμπαρασύρει στήν ἐκλάμπρυνση καί ὄξυνση καί τήν λογική-διανοητική δυνάμη τοῦ ὀλιγογραμμάτου θεόπτου. Τέτοια περίπτωση εἶναι ὁ ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ π. Ἰωσήφ ὁ Σπηλαιώτης, ὁ π. Γαβριήλ ὁ Διονυσιάτης κ. ἄ. Βέβαια ὑπάρχει καί ἡ περίπτωση τῆς παράλληλης καί ἁρμονικῆς ἀναπτύξεως τόσο τῆς λογικῆς-διανοητικῆς λειτουργίας ὅσο καί τῆς νοερᾶς-καρδιακῆς λειτουργίας, ὁπότε ἔχουμε τήν περίπτωση τῶν Μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἄς δοῦμε τί λέει ἐπί τοῦ προκειμένου ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Ὑπάρχουν δύο παράλληλες λειτουργίες τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος. Εἶναι ἡ λογική καί νοερά ἐνέργεια. Ἕνας ἄνθρωπος, μπορεῖ μέ τήν λογική του νά εἶναι φωστήρας, μπορεῖ νά εἶναι σπουδαῖος θεολόγος λογικά, καί στό νοῦ του νά εἶναι πωρωνένος· ὁ νοῦς του νά εἶναι στό σκοτάδι. Ἀπό τό ἄλλο μέρος, μπορεῖ κάποιος νά εἶναι τελείως ἀγράμματος ἐξ ἀπόψεως κοσμικῆς καί νά ἔχη φωτισμένο νοῦ, καί νά ξέρη πῶς νά φωτίζη τόν νοῦ καί τῶν ἄλλων ἀκόμη ἀνθρώπων, νά ξέρη δηλαδή αὐτός, ὁ ἀγράμματος, πῶς νά ὁδηγῆ καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἀπό τήν κάθαρση στόν φωτισμό. Ὁπότε, ἐξ ἐπόψεως χριστιανικῆς, αὐτός εἶναι ὁ “ἀγράμματος”; Καί ποιός εἶναι ὁ “φωτσμένος”; Αὐτός πού ξέρει πολλά γράμματα καί ἰδέα δέν ἔχει ἀπό φώτιση τῆς καρδιᾶς ἤ ἐκεῖνος πού ἔχει τήν φώτιση τῆς καρδιᾶς καί ξέρει  νά ὁδηγῆ καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους στήν φώτιση; Γι̉ αὐτόν τόν λόγο, βλέπουμε αὐτό τό παράδοξο φαινόμενο, ὅτι στήν Ὀρθοδοξία, πολλές φορές, οἱ  πιό φωτισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού δέν ἔχουν σπουδάσει τήν θεολογία στά Πανεπιστήμια. Ἔτσι, ἔχουμε δύο φαινόμενα. Τό ἕνα εἶναι ἐκεῖνος πού εἶναι ἀγράμματος στήν λογική καί φωτισμένος στόν νοῦ του. Καί τό ἄλλο, ἐκεῖνος πού εἶναι φωτισμένος στήν λογική του καί σκοτισμένος στόν νοῦ του. Μετά ὑπάρχουν καί ἄλλα παραδείγματα, πού εἶναι κανείς φωτισμένος καί στήν λογική του καί στὀν νοῦ του. Αὐτός ὁ συνδυασμός μᾶς ἔχει δώσει τούς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ἕνας Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας ἔχει φωτισμένο μόνο τόν  νοῦ του, ἔχουμε τούς μεγάλους ἀσκητικούς Πατέρες, οἱ ὁποῖοι στά πνευματικά τους εἶναι ἄφθαστοι. Ὅ,τι ἔχουν γιά τήν πνευματική ζωή εἶναι ἄφθαστο, ἀλλά δέν μᾶς ἔχουν ἀφήσει συγγράμματα, ἄς ποῦμε, ὅπως εἶναι τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου Νύσσης, πού εἶχαν καί τήν μεγάλη παιδεία τήν κοσμική. Μετά, ἔχουμε τό ἄλλο εἶδος· καί πωρωμένος στήν καρδιά καί ἕνας βλάκας στήν λογική»
    Πρέπει νά διευκρινίσουμε ἀκόμα ἕνα θέμα. Οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ      Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐγνώριζαν ἐμπειρικά τήν διάκριση τῆς καρδιακῆς-νοερᾶς ἀπό τήν λογική-διανοητική λειτουργία τῆς ψυχῆς. Ἀπό αὐτή τήν ἴδια τήν ἐμπειρία τους εἶχαν γνώση καί τῶν δύο παραλλήλων λειτουργιῶν τῆς ψυχῆς. Βέβαια ἡ ὁρολογία δέν ἦταν τελείως σαφής καί ποίκιλε ἀπό Πατέρα σέ Πατέρα κατά τούς πρώτους αἰῶνες τῆς Ἐκκλησιαστικῆς γραμματείας. Ἀπό τόν 4ο καί κυρίως τόν 5οαἰώνα γίνεται καί καθιερώνεται ἡ διάκριση λόγου καί νοῦ. Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης λέει ἐπ̉ αὐτοῦ: «Οἱ Πατέρες στήν ἀρχή κληρονόμησαν μιά παράδοση μέ τόν ὅρο καρδία. Ἔλεγαν “καρδία” πρῶτα καί τίποτα ἄλλο ἤ ἔλεγαν τό “πνεῦμα”τοῦ ἀνθρώπου καί τίποτε ἄλλο, ἤ ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Μετά, σέ ὁρισμένο χρόνο, ἄρχισαν οἱ Πατέρες νά χρησιμοποιοῦν τή διάκριση νοός καί λόγου, γιά νά διαφοροποιήσουν τά δύο, ὥστε ἡ νοερά ἐνέργεια νά μή ταυτίζεται μέ τήν λογική. Γι̉ αὐτόν τόν λόγο πῆραν ταυτόσημες λέξεις, διότι στά ἑλληνικά νοῦς καί λόγος εἶναι τό ἴδιο πράγμα. Ὅπως ἔκαναν τήν διάκριση μεταξύ ὑποστάσεως καί οὐσίας, τό ἴδιο ἔκαναν καί ἐδῶ. Εἶπαν: ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς λέμε “λόγο”αὐτό πού εἶναι μέσα στό κεφάλι τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι ἡ λογική τοῦ ἀνθρώπου καί αὐτό πού προσεύχεται μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου θά τό ὀνομάσουμε “νοῦ” καί τελείωσε τό θέμα. Αὐτό ἔκαναν. Ὁπότε, δέν ταυτίζεται ὁ νοῦς αὐτός μέ τήν λογική οὔτε μέ τήν καρδιά, ἀλλά ὅταν προσεύχεται ὁ νοῦς, ὅμως, πάντοτε προσεύχεται στήν καρδιά»[16]
Βλέπουμε λοιπόν πώς ὅσον ἀφορᾷ στίς γνωστικές δυνάμεις τῆς ψυχῆς, θεμελιώδης εἶναι ἡ διάκριση νοῦ καί λόγου/διανοίας. Μάλιστα ἡ θεώρηση τοῦ νοῦ, τοῦ νοεροῦ ὀφθαλμοῦ τῆς ψυχῆς, ὡς τοῦ  ἀνωτάτου γνωστικοῦ ὀργάνου τῆς ψυχῆς ἐντάσσεται στή γενικώτερη θεώρηση τῆς Ἑλληνικῆς γνωσιοθεωρίας, στήν ἀρχαιοελληνική καί χριστιανική μορφή της, πού θεωρεῖ τήν σύλληψη τῆς ἀληθείας ὡς ἀποτέλεσμα νοητικῆς ὁράσεως αὐτῆς. Τόσο στήν Πλατωνική κυρίως, ἀλλά καί στήν Ἀριστοτελική φιλοσοφία ὁ νοῦς διά τῆς ἀμέσου ὁράσεώς του συλλαμβάνει τήν ἀλήθεια. Κατά τόν Κωνσταντῖνο Γεωργούλη, «λέγοντες εἶδος καί ἰδέαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες νοοῦν κάτι τό ὁποῖον ἀποκαλύπτεται διά τῆς ἐνεργείας τῆς ὁράσεως, ἐκεῖνο τό ὁποῖον συλλαμβάνεται διά τῆς ὁράσεως»[17]. Ἔτσι στόν Πλάτωνα τίς ἰδέες θεᾶται ὁ νοῦς, τό ὀπτικόν τῆς ψυχῆς, ὁμοίως καί κατά τόν Ἀριστοτέλη ὁ νοῦς διά μιᾶς συνοπτικῆς ματιᾶς συλλαμβάνει τό εἶδος. Ὁμοίως καί στήν Πατερική φιλοσοφία τό ἄκτιστον φῶς, πού συνιστᾷ οὐσιῶδες σύμβολον τῆς  θεότητος καί συνάμα εἶναι ποριστικόν τῆς τελείας (τῆς ἀσφάλτου) γνώσεως, ἀποτελεῖ τό πανίερον θέαμα τοῦ κεκαθαρμένου νοῦ τῶν θεοπτῶν.

Σημειώσεις
[1] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ὀρθοδόξου πίστεως κστ΄, 44-52, Β. Κotter,τόμος ΙΙ, Βερολῖνο 1973, σελ. 77
[2] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Διαλεκτικά , α΄ 5-10, Β. Kotter, τόμος Ι, Βερολῖνο1969, σελ. 57-58
[3] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις  κριβής πίστεως λστ‘ 3 30-31, Β. Κotter, τόμος ΙΙ, Βερολῖνο 1973, σελ. 88-89
[4] Γρηγορίου Παλαμᾶ, Πρός Ἀκίνδυνον λόγοι  ντιρρητικοί, λόγος Ε, 11, ΕΠΕ, τόμος 6, Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 130
[5] Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἁγιορειτικός Τόμος 3, ΕΠΕ, τόμος 3, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 504
[6] Βλ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, Ἐμπειρική Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατά τίς προφορικές
παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, τόμος Β‘, Λεβάδεια 2011,σελ.154
[7] Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, ὅ.π., σελ.157
[8] Ἡ νοερά ἄθλησις ἤτοι περί προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, μετάφρασις ἐκ τοῦ Ρωσικοῦ, Κατουνάκια Ἁγίου Ὀρους 1976, σελ. 144
[9] Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, ὅ.π., σελ. 146-147 -155 καί 184-185
[10] Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, ὅ.π., σελ. 162
[11] Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, ὅ.π., σελ. 163
[12] Ἀρχιμανδρίτου Ἐφραίμ (Βατοπαιδινοῦ), “Ἡ χρήση λογικῆς καί νοερᾶς ἐνέργειας τοῦ  ανθρώπου κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ”, στήν Κοινωνία,
ἔτος ΝΗ‘, Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2015, τεῦχος 2, σελ. 144
[13] Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, ὅ.π., σελ.174-175
[14] Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, ὅ.π., σελ.σελ. 169
[15] Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, ὅ.π., σελ. 155-156
[16] Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου, ὅ.π., σελ. 160-161
[17] Κωνσταντίνου Γεωργούλη, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἐκδόσεις Παπαδήμας, Ἀθήνα 2000, σελ.180
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Andrew Wyeth.
πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Κεντρικά σημεία της διδασκαλίας του π. Ιωάννου Ρωμανίδη Του σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου Ιεροθέου



Κεντρικά σημεία της διδασκαλίας του π. Ιωάννου Ρωμανίδη

Του σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου Ιεροθέου
Η διδασκαλία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη συντονίζεται στην διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, την οποία εκείνος παρουσίασε με έναν σύγχρονο τρόπο στους φοιτητές του, τους ακροατές του και τους συνομιλητές του, όπως το έκανε και με τα γραπτά του. Όταν κανείς τον συναντούσε και συζητούσε για ελάχιστα λεπτά της ώρας μαζί του, μπορούσε να παραλάβει μια συμπεπυκνωμένη διδασκαλία. Είχε την ικανότητα σε μικρό χρονικό διάστημα να μεταδίδει με τρόπο ευσύνοπτο και απλό τον πυρήνα της διδασκαλίας του.

 Στην συνέχεια θα εκτεθούν δέκα σημεία, που είναι οι κεντρικές θέσεις της διδασκαλίας του, όπως τις έχω αντιληφθεί.

1. Ο Θεός της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι Θεός της αποκαλύψεως, δηλαδή ο Θεός ο οποίος φανερώθηκε στους Προφήτες, Αποστόλους και Αγίους κάθε εποχής και οι οποίοι χαρακτηρίζονται θεούμενοι και είναι φίλοι του Θεού. Ο Θεός της Εκκλησίας δεν είναι Θεός των φιλοσόφων και των στοχαστών, αλλά ο Θεός των Πατέρων ημών. Αποκαλύπτεται δε στους Θεουμένους, σε αυτούς, δηλαδή, που βρίσκονται σε ένα επίπεδο πνευματικής καταστάσεως, για να αισθανθούν την κοινωνία μαζί Του.

Η πνευματική αυτή κατάσταση λέγεται θεωρία, δηλαδή, οι θεόπτες βλέπουν τον Θεό μέσα στο Φως της δόξης Του. Αυτή η θέα είναι κοινωνία. Η κοινωνία προσφέρει γνώση και η γνώση αυτή είναι υπεράνω της ανθρώπινης γνώσεως. Κατά την διάρκεια της θεωρίας ο θεούμενος δεν έχει νοήματα, μετέχει του Φωτός, αλλά μετά την θεωρία καταγράφει την εμπειρία του με λέξεις και εικόνες που λαμβάνει από το περιβάλλον. Ο Θεός είναι Φως, οι Άγιοι ζουν μέσα στο Φως και στην συνέχεια περιγράφουν την άκτιστη αυτήν πραγματικότητα με στοιχεία της κτιστής πραγματικότητας. Η λέξη «άκτιστος» σημαίνει αδημιούργητος, δηλαδή δεν είναι κτιστός. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ακτίστου και κτιστού και οι θεούμενοι το αντιλαμβάνονται αυτό κατά την διάρκεια της θεοπτικής τους εμπειρίας.

Η γνώση του Θεού, που γίνεται με άκτιστα ρήματα, μεταφέρεται με κτιστά ρήματα, νοήματα και εικονίσματα, αφ' ενός μεν για να κατηχηθούν οι πιστοί και να πορευθούν τον δρόμο της Θεώσεως, αφ' ετέρου δε για να αντιμετωπισθούν οι αιρετικοί. Έτσι, καταρτίσθηκαν τα δόγματα από τις Τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους. Άλλο είναι το δόγμα περί της Αγίας Τριάδος και άλλο είναι το μυστήριο της Αγίας Τριάδος.

Επομένως, ο Θεός της Εκκλησίας δεν είναι Θεός των στοχαστών ούτε των φιλοσόφων, αλλά ο Θεός των Πατέρων ημών.

2. Τόσο στην Παλαιά Διαθήκη όσο και στην Καινή Διαθήκη γίνεται λόγος για τον Τριαδικό Θεό, ήτοι τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιον Πνεύμα. Δεν κάνει λόγο μόνον η Καινή Διαθήκη για τον Τριαδικό Θεό, αλλά και η Παλαιά Διαθήκη. Τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουν κοινή ουσία-φύση και ιδιαίτερα υποστατικά ιδιώματα, που είναι του Πατρός το αγέννητο, του Υιού το γεννητό και του Αγίου Πνεύματος το εκπορευτό.

Ο Θεός υπερβαίνει όλες τις κατηγορίες της ανθρώπινης και κτιστής ύπαρξης, είναι ορατός και αόρατος, γνωστός και άγνωστος, περιγραπτός και απερίγραπτος, γι' αυτό και δεν μπορούν να εφαρμόζονται στον Θεό οι περσοναλιστικές κατηγορίες.

Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο κρυπτόμενος, αλλά και κρύπτεται φανερούμενος. Ο Θεός είναι ένα μυστήριο και δεν είναι μόνον πρόσωπο με την έννοια που εμείς προσδίδουμε στην έννοια του προσώπου, δηλαδή με τις ανθρωπομορφικές εκφράσεις μας, αλλά είναι κάτι πέρα από αυτά. Στην κατάσταση της θεοπτίας καταργούνται όλα τα νοήματα και μετέχεται ο Θεός ως υποστατικό Φως.

Στον Τριαδικό Θεό υπάρχουν κοινά και ακοινώνητα. Τα κοινά είναι η ουσία, η φύση, η ενέργεια, η δόξα κλπ. Ενώ τα ακοινώνητα είναι το αγέννητο, το γεννητό και το εκπορευτό. Ο Πατήρ κοινωνεί την ουσία Του στον Υιό δια της γεννήσεως και κοινωνεί την ουσία Του στο Άγιον Πνεύμα (δια του Λόγου) δια της εκπορεύσεως. Επομένως, στον Τριαδικό Θεό υπάρχει κοινωνία φύσεως-ουσίας και ενεργείας και όχι κοινωνία προσώπων. Τα πρόσωπα αλληλοπεριχωρούνται, αλλά δεν υπάρχει κοινωνία προσώπων, επειδή τα ακοινώνητα δεν κοινωνούνται.

Γη γνώση του Τριαδικού Θεού γίνεται κατά την διάρκεια της θεοπτικής εμπειρίας, οπότε βλέπει κανείς τον Θεό ως Φως, δια του Φωτός, εν τω Φωτί. Το Φως είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού.

3. Ο Θεός που αποκαλύπτεται στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο άσαρκος Λόγος, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ του Μεγάλης Βουλής Αγγέλου, δηλαδή του ακτίστου Λόγου, και των κτιστών αγγέλων. Οι Προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη βλέπουν τον Πατέρα δια του άσαρκου Λόγου εν Αγίω Πνεύματι. Με αυτήν την έννοια στην Παλαιά Διαθήκη αποκαλύπτεται ο Τριαδικός Θεός.

Στην Καινή Διαθήκη ο Άκτιστος Λόγος αποκαλύπτεται εν σαρκί, αφού προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση από την Παναγία μητέρα Του. Έτσι, από άσαρκος Λόγος γίνεται σεσαρκωμένος, από Μεγάλης Βουλής Άγγελος γίνεται Χριστός, που στα Εβραϊκά σημαίνει Μεσσίας. Η λέξη Χριστός σημαίνει ότι η ανθρώπινη φύση χρίσθηκε από τον Θεό, ο ίδιος ο Θεός (Πατήρ, Υιός, Άγιον Πνεύμα) έχρισε την ανθρώπινη φύση. Και στην Καινή Διαθήκη δια του Χριστού βλέπουμε τον Πατέρα εν Αγίω Πνεύματι. Όταν ο Φίλιππος είπε στον Χριστό: «δείξον ημίν τον πατέρα και αρκεί ημίν», ο Χριστός του απάντησε: «τοσούτον χρόνον μεθ' υμών ειμί, και ουκ έγνωκάς με, Φίλιππε; Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα· και πώς συ λέγεις, δείξον ημίν τον πατέρα;» (Ιωάννης ιδ' 8-9).

4. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και το τελειότερο δημιούργημά Του είναι ο άνθρωπος. Ο Θεός είναι άκτιστος, ενώ ο κόσμος είναι κτιστός, που σημαίνει ότι έχει μια συγκεκριμένη αρχή, έχει φθορά και έχει τέλος. Η ψυχή του ανθρώπου είναι δημιούργημα του Θεού και ως κτίσμα έπρεπε να έχει τέλος, αλλά όμως δεν υπάρχει τέλος της ψυχής, διότι ο Θεός θέλησε διαφορετικά. Έτσι, η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη κατά Χάρη και όχι κατά φύση. Έπειτα στον άνθρωπο δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ φύσει αθανάτου ψυχής και φύσει θνητού σώματος. Ολόκληρος ο άνθρωπος, αποτελούμενος από ψυχή και σώμα, είναι θετικό δημιούργημα του Θεού και κλήθηκε για να ζει αιωνίως μαζί Του.

Ο Αδάμ και η Εύα είχαν ψυχή και σώμα, αλλά και την Χάρη του Θεού. Δεν πρόκειται για τρισύνθετο, αφού ο άνθρωπος έχει ψυχή και σώμα, αλλά για το ότι ο πραγματικός άνθρωπος έχει και την Χάρη του Θεού. Ο Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο ήταν οι πιο φυσιολογικοί άνθρωποι.

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ' εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του.

Η πραγματική εικόνα του Θεού του αοράτου είναι ο Λόγος, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Ο άνθρωπος δεν είναι εικόνα του Θεού, αλλά είναι κατ' εικόνα Θεού, δηλαδή κατ' εικόνα του Λόγου. Το καθ’ ομοίωση είναι το να φθάσει ο άνθρωπος στην μέθεξη της δόξης του Θεού, Η αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου, ο οποίος έλαβε το κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση, συμπεριελάμβανε και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, αφού «το αφθαρτοποιόν Πνεύμα κάνει τον άνθρωπον κατ’ εικόνα και καθ' ομοίωσιν Θεού». Έτσι, ο γνήσιος άνθρωπος είναι αυτός που ζει εν Χριστώ και εν Αγίω Πνεύματι μέσα στο Φως της δόξης του Θεού.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ο άνθρωπος δεν είναι πρόσωπο κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού, αλλά είναι εικόνα του Λόγου, γιατί δεν υπ' άρχει καμιά αναλογία μεταξύ Θεού και ανθρώπου, μεταξύ ακτίστου και κτιστού. Η μόνη γέφυρα μεταξύ κτιστού και ακτίστου είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός και οι φίλοι Του. Οι Πατέρες δεν ανέπτυξαν ιδιαίτερα την θεωρία περί του ανθρώπου ως προσώπου, γιατί γνώριζαν ότι ο άνθρωπος είναι κατ' εικόνα Θεού και πρέπει να φθάσει στο καθ' ομοίωση, την θέωση-δοξασμό, γι' αυτό δεν έλεγαν ότι ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, αλλά ότι όλοι έχουν την νοερά ενέργεια, η οποία πρέπει να ενεργοποιηθεί, και να φθάσουν στην θέωση, δηλαδή να γίνουν θεούμενοι.

5. Η πτώση του ανθρώπου είναι η απώλεια της δόξης του Θεού, σύμφωνα με το χωρίο του Αποστόλου Παύλου: «πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμαίους Γ', 23). Ο θάνατος δεν δημιουργήθηκε από τον Θεό, αλλά ήλθε κατά συμβουλή του διαβόλου και ως αποτέλεσμα της απομακρύνσεώς του από την δόξα του Θεού. Η κληρονόμηση του προπατορικού αμαρτήματος στους ανθρώπους δεν είναι κληρονόμηση της ενοχής, αλλά κληρονόμηση των αποτελεσμάτων της απομακρύνσεώς του ανθρώπου από τον Θεό, που είναι ο θάνατος.

Το τι ακριβώς συνέβη με το προπατορικό αμάρτημα, φαίνεται από την διδασκαλία των Πατέρων περί του ανθρώπου, Σύμφωνα με αυτήν, η ψυχή του ανθρώπου έχει δύο παράλληλες ενέργειες, ήτοι την νοερά και την λογική ενέργεια. Με την αμαρτία η νοερά ενέργεια (νους) σκοτίσθηκε και έπαυσε να έχει επικοινωνία με τον Θεό.

Με την αμαρτία εισήλθε στον πεπτωκότα άνθρωπο το θηρίο του θανάτου, που απειλεί την ζωή του. Είναι θάνατος πνευματικός και σωματικός. Έτσι, ο άνθρωπος έχασε την μνήμη του Θεού και ζει με την λογική και την φαντασία.

Οι Προφήτες και οι δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη καθάρισαν την καρδιά τους από τα πάθη, φωτίσθηκε ο νους τους από την Χάρη του Θεού και έφθασαν στην θεωρία βλέποντας την δόξα του Θεού. Αυτό το βλέπουμε καθαρά στον Προφήτη Μωυσή, γι' αυτό και ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, προκειμένου να παρουσίαση το πρότυπο του τελείου ανθρώπου, παρουσίασε τον Μωυσή.

Έτσι, οι Προφήτες και οι δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη είναι φίλοι του Θεού, κατηλλάγησαν με τον Θεό, έφθασαν στην μέθεξη της δόξης Του, αλλά δεν μπορούσαν να νικήσουν τον θάνατο, γι' αυτό και κατέβαιναν στον Άδη. Με την θεοπτία την οποία είχαν, υπερέβησαν τον πνευματικό θάνατο, αν και αυτό ήταν προσωρινό, αλλά δεν μπορούσαν να υπερβούν τον σωματικό θάνατο. Ο Χριστός με την κάθοδό Του στον Άδη απελευθέρωσε τους φίλους Του από το κράτος του θανάτου.

6. Ο άσαρκος Λόγος της Παλαιάς Διαθήκης σαρκώθηκε, προσέλαβε το παθητό και το θνητό της φύσεως του ανθρώπου, χωρίς την αμαρτία, για να νικήσει τον θάνατο πάνω στο σώμα Του και έτσι να απαλλάξει τους ανθρώπους από το κράτος του θανάτου και όχι από την οργή του Θεού, όπως ισχυρίζονται οι Φραγκολατίνοι.

Ο Χριστός δίδαξε εν παραβολαίς τον λαό, αποκάλυψε τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού στους Μαθητές που εγκατέλειψαν τα πάντα και Τον ακολούθησαν και μερικούς από αυτούς τους εισήγαγε μέσα στην Βασιλεία του Θεού, στο άκτιστο Φως της θεότητος, όπως συνέβη στο Όρος Θαβώρ.

Το μυστήριο του Σταυρού και της αναστάσεως του Χριστού ελευθερώνει τους Θεού μένους από την αμαρτία, τον διάβολο και τον θάνατο. Το μυστήριο του Σταυρού ενεργούσε και στην Παλαιά Διαθήκη, διότι δι' αυτού οι Προφήτες και οι δίκαιοι γίνονταν φίλοι Του, αλλά δεν τους απάλλασσε από το κράτος του θανάτου, πράγμα το οποίο έγινε με το ιστορικό γεγονός της σταυρώσεως και της αναστάσεως του Χριστού και την ζωή τους στην Εκκλησία.

Το κοινό γνώρισμα της Παλαιός και Καινής Διαθήκης είναι οι βαθμοί της πνευματικής τελειότητος, ήτοι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Οι Προτεστάντες επειδή απέρριψαν τον μοναχισμό και υιοθέτησαν τις θεωρίες του απολύτου προορισμού του Καλβίνου και τα περί σωτηρίας του ανθρώπου με μόνη την πίστη του Λουθήρου, καθώς επίσης επειδή απέρριψαν τις θεωρίες των Φραγκολατίνων περί αξιομισθιών και καθαρτηρίου πυρός, καταφέρθηκαν εναντίον της καθάρσεως, του φωτισμού και της Θεώσεως, ως δήθεν προερχόμενα από τους ειδωλολάτρες.

Όμως, τα περί καθάρσεως, φωτισμού και Θεώσεως, με διαφορετική έννοια από εκείνη που έδιναν οι Νεοπλατωνικοί, είναι κοινή παράδοση των Προφητών, Αποστόλων και Αγίων, ως μέθοδος θεραπείας και γνώσεως του Θεού. Αυτή είναι η Ορθόδοξη άσκηση.

7. Η Εκκλησία υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη ως κοινωνία των δικαίων και των Προφητών με τον Μεγάλης Βουλής Άγγελο. Όμως, η Εκκλησία με την ενσάρκωση του Χριστού γίνεται σώμα Του και εκείνος κεφαλή της. Αυτή είναι «η πάσα αλήθεια» την οποία αποκάλυψε το Άγιον Πνεύμα στους Αποστόλους την η μέρα της Πεντηκοστής, και πέρα από αυτό δεν υπάρχει άλλη αλήθεια.

Στην Παλαιά Διαθήκη η άκτιστη Χάρη του Θεού μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς και πολλαπλάσιάζεται απολλαπλασιάστως εν πολλοίς. Αυτό γίνεται στην Καινή Διαθήκη και με το θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, το οποίο προσέλαβε από την Παναγία και έγινε πηγή τής ακτίστου Χάριτος του Θεού. Έτσι, στην ζωή της εκκλησίας και το Σώμα του Χριστού μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς και πολλαπλασιάζεται απολλαπλασιάστως εν πολλοίς. Αυτό είναι το πλήρωμα της αληθείας και πέραν αυτού δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Μέσα στην Εκκλησία γνωρίζουμε και βιώνουμε την αλήθεια και τον Χριστό.

Η Εκκλησία στην Καινή Διαθήκη είναι Σώμα Χριστού, το οποίο είναι ενωμένο με την κεφαλή, τον Χριστό, και δεν είναι εις τύπον της Αγίας Τριάδος. Βεβαίως, δια του Χριστού οι θεούμενοι γνωρίζουν τον Πατέρα και κοινωνούν του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή μετέχουν τής ακτίστου ενεργείας του Θεού, αλλά δεν κοινωνούν των Προσώπων της Αγίας Τριάδος.

Ο Χριστιανός με το Άγιο Βάπτισμα, με το Άγιο Χρίσμα γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος, αφού ενεργοποιείται η νοερά ενέργεια της ψυχής και γίνεται αδιάλειπτη προσευχή, και με την Θεία Ευχαριστία κοινωνεί το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Τότε γεύεται την πρώτη ανάσταση. Τα κέντρα της εκκλησιαστικής ζωής είναι η Θεία Ευχαριστία, η προσευχή και η ανάγνωση της Αγίας Γραφής, η οποία αναλύεται από Προφήτες. Έτσι, έχουμε την Θεία Ευχαριστία, τον κανόνα της προσευχής - ακολουθιών, όπως συναντάται στο Μέγα Ευχολόγιο και τις αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Δηλαδή, η Θεία Ευχαριστία συνδέεται αναπόσπαστα με τα άλλα Μυστήρια και τις Ιερές Ακολουθίες, αλλά και με τα Ορθόδοξα δόγματα και τις προϋποθέσεις τους, που είναι ο Ορθόδοξος ησυχασμός.

Η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, με τα Μυστήρια και την ησυχαστική παράδοση, ως μέθοδο θεραπείας, θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό σημαίνει ότι τον επαναφέρει στην κατάσταση που βρισκόταν ο Αδάμ στον Παράδεισο και τον ανεβάζει ακόμη υψηλότερα, αφού τον ενώνει με τον Θεάνθρωπο Χριστό και νικά τον θάνατο. Ο Αδάμ στον Παράδεισο βρισκόταν στον φωτισμό του νου και στην θέωση. Μετά την πτώση έχασε την επικοινωνία με τον Θεό, σκοτίσθηκε ο νους του και ήταν επόμενο ο νους να ταυτισθεί με την λογική, τα πάθη και το περιβάλλον. Μέσα στην Εκκλησία πρέπει να γίνει η αποκατάσταση της ανθρώπινης φύσεως, να καθαρισθεί η καρδιά από τα πάθη, να φωτισθεί ο νους και ο άνθρωπος να φθάσει στην θέωση. Αυτό λέγεται θεραπεία. Με αυτήν την έννοια η Εκκλησία είναι το πνευματικό θεραπευτήριο, το πνευματικό νοσοκομείο.

Η νοερά προσευχή είναι ένδειξη ότι ο άνθρωπος είναι ναός του Αγίου Πνεύματος και κοινωνεί του Χριστού. Μέσα στην Εκκλησία ο η άρχει και η λογική λατρεία, αλλά και η νοερά λατρεία. Η νοερά λατρεία γίνεται αδιάλειπτα. Ο νους πρέπει να καθαρισθεί από κάθε λογισμό και μέσα εκεί πρέπει να γίνεται μόνον η λεγάμενη μονολόγιστη προσευχή, να υπάρχει δηλαδή ένας λόγος, η μνήμη του Θεού.

Η Εκκλησία έχει δύο όψεις, την θετική και την αρνητική. Η θετική όψη είναι η Χριστολογία, ότι δηλαδή είναι το Σώμα του Χριστού και κοινωνία Θεώσεως, αφού η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με την θεία φύση στο Πρόσωπο του Λόγου και θεώθηκε «άμα τη συλλήψει», «εξ άκρας συλλήψεως». Η αρνητική όψη είναι η δαιμονολογία, αφού κάνει αγώνα εναντίον του διαβόλου, της αμαρτίας και του θανάτου και θεραπεύει τον άνθρωπο, τον απαλλάσσει από «τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον» (Εβραίους Β΄, 14). Αυτό φαίνεται και από το έργο του Χριστού, ο οποίος ήλθε στον κόσμο «για να λύση τα έργα του διαβόλου» (Α Ιωάννης Γ', 8), όπως φαίνεται στα ευαγγέλια. Το παράδοξο δε και εκπληκτικό είναι ότι ο Χριστιανός όσο αισθάνεται και βιώνει την αρνητική όψη της Εκκλησίας, δηλαδή όσο πολεμά και νικά εν Χριστώ τον διάβολο, τόσο και βιώνει την θετική όψη της Εκκλησίας, την Χριστολογία, δηλαδή αισθάνεται την αγάπη του Χριστού και ενώνεται μαζί Του. Αυτό ουσιαστικά υπονοούν οι βαθμοί της πνευματικής ζωής, που είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Βέβαια, ο αγώνας εναντίον του διαβόλου γίνεται εν Χριστώ.

Η πολεμική εναντίον του διαβόλου είναι διαρκής σε όλα τα στάδια της πνευματικής ζωής. Ο διάβολος πολεμά τον άνθρωπο ανάλογα με τον βαθμό της πνευματικής του καταστάσεως, αλλά ο θεούμενος διακρίνει τις μεθοδείες του, γιατί ο νους του είναι φωτισμένος από την Χάρη του Θεού. Και όταν ο διάβολος εμφανίζεται «ως Άγγελος φωτός» (παράβαλλε Β΄ Κορινθίους ια', 14), τότε ο θεούμενος γνωρίζει ότι το φως αυτό δεν βιώνεται δια της συγκράσεως, όπως γίνεται με το άκτιστο Φως, το οποίο εξέρχεται μέσα από την καρδιά του θεουμένου, αλλά δια της συζυγίας, αφού το κτιστό φως του διαβόλου είναι παρυφιστάμενο, είναι έξω από τον άνθρωπο.

Έτσι, ο Χριστιανός αγωνιζόμενος εν Χριστώ, ζώντας στην Εκκλησία πορεύεται από το κατ' εικόνα στο καθ’ ομοίωση, από την ιδιοτελή στην ανιδιοτελή αγάπη, και μεταβάλλεται από δούλος σε μισθωτό και φίλο του Χριστού, βιώνει το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού ως μυστήριο καταλλαγής του με τον Θεό και γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος. Τότε γίνεται πραγματικός θεολόγος και μπορεί να εξασκήσει το έργο του Πνευματικού Πατρός.

Η αίρεση είναι άρνηση της μεθοδολογίας για την γνώση του Θεού, δηλαδή συνίσταται στην αντικατάσταση της καθάρσεως, του φωτισμού και της Θεώσεως με τον στοχασμό και τον ηθικισμό, οπότε υπάρχουν διεστραμμένα αποτελέσματα. Εκείνος που στοχάζεται περί του Θεού είναι επόμενο να καταλήγει σε εσφαλμένες αντιλήψεις περί του Θεού, να κατασκευάζει έναν δικό του Θεό, σύμφωνα με τους στοχασμούς και την φαντασία του και ένα τέτοιος Θεός είναι ανύπαρκτος

Οι θεούμενοι δεν δέχονται τον στοχασμό στην Ορθόδοξη θεολογία και τον ηθικισμό στην πρακτική ζωή. Αντί του δυτικού στοχασμού και ηθικισμού δέχονται τον ησυχασμό. Το δόγμα είναι διατύπωση της αποκαλύψεως και συνδέεται με την ασκητική που οδηγεί τον άνθρωπο στην αποκάλυψη.

8. Η εσχατολογική ζωή δεν είναι η ζωή μετά τον θάνατο και μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, αλλά είναι η εν Χριστώ ζωή, αφού ο Χριστός, ο Οποίος είναι «ο πρώτος και ο έσχατος», ήλθε στον κόσμο. Έτσι, η Βασιλεία του Θεού εισήλθε μέσα στον κόσμο, την ιστορία και ο άνθρωπος μπορεί να μεθέξει της Βασιλείας του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι οι θεόπτες μετέχουν από τώρα της Βασιλείας του Θεού και δεν την αναμένουν απλώς στο μέλλον. Αυτή είναι η πρώτη ανάσταση και θα ακολουθήσει και η δεύτερη ανάσταση μετά την ανάσταση των σωμάτων και την βίωση της Βασιλείας του Θεού με όλη την ύπαρξη, δηλαδή με την ψυχή και το σώμα.

Η μέθεξη της Βασιλείας του Θεού είναι μέθεξη τής ακτίστου δόξης του Θεού εν τω Φωτί στην υπόσταση του Λόγου. Η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά ο δοξασμός, η θέα της θεότητος του Χριστού στην τεθεωμένη σάρκα Του.

Ο κάθε θεόπτης στην Καινή Διαθήκη είναι μέλος του Σώματος του Χριστού και, όταν ορά αοράτως και γνωρίζει αγνώστως το άκτιστο Φως, μετέχει τής ακτίστου ενεργείας του Θεού. Η δράση του Φωτός γίνεται έσωθεν δια της Θεώσεως, αλλά και έσωθεν του θεανθρωπίνου Σώματος του Χριστού, αφού είναι μέλος του Σώματος του Χριστού.

9. Ο Παράδεισος και η Κόλαση υπάρχουν εξ επόψεως τού ανθρώπου και όχι εξ επόψεως του Θεού. Ο Θεός θα εμφανισθεί σε όλους τους ανθρώπους και άλλοι θα δουν τον Θεό ως Φως, επειδή είχαν καθαρίσει το νοερό της ψυχής και είχαν αποκτήσει αυτοπτικό όμμα, οπότε αυτό είναι ο Παράδεισος, και άλλοι θα δουν τον Θεό ως πυρ και αυτό είναι η Κόλαση. Όταν καθίσει κανείς κάτω από τον ήλιο και άνοιξη τα μάτια του τα οποία δεν μπορούν να ανθέξουν την δράση αυτή, θα τυφλωθεί. Αυτό είναι η Κόλαση. Με αυτήν την έννοια λέγεται ότι ο Θεός είναι και φως και πυρ, γιατί άλλους φωτίζει και άλλους κατακαίει.

Ο Χριστός στην διδασκαλία Του, μιλώντας για την Κόλαση χρησιμοποίησε τις λέξεις «σκότος» και «κυρ». Αλλά το αισθητό σκότος δεν είναι πυρ το οποίο φωτίζει, και όταν υπάρχει το πυρ δεν υπάρχει το σκότος. Αυτό σημαίνει ότι η Κόλαση δεν είναι ούτε πυρ ούτε σκότος, όπως γνωρίζουμε εμείς τα στοιχεία αυτά στην κτιστή πραγματικότητα, αλλά είναι βίωση του ακτίστου Φωτός ως σκότους λόγω της ασθένειας του ανθρώπου. Επομένως, δεν έκανε ο Θεός την Κόλαση, αλλά ο άνθρωπος βιώνει τον Θεό ως Κόλαση, και ούτε η Κόλαση είναι μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά είναι η άκτιστη Χάρη του Θεού που βιώνεται ως πυρ καταναλίσκον. Ο Θεός θα αγαπά όλους τους ανθρώπους, δικαίους και άδικους, αλλά οι άδικοι δεν θα μπορούν να καταλάβουν την αγάπη του Θεού.

Οι Άγιοι στην Βασιλεία του Θεού θα έχουν διαρκή πρόοδο στην μέθεξη της δόξης του Θεού, δεν θα υπάρχει μια ευδαιμονία, δηλαδή μια στατική κατάσταση, και οι κολασμένοι θα έχουν πώρωση και θα μετέχουν του Θεού ως πυρός. Μετά θάνατον δεν υπάρχει μετάνοια, αλλά υπάρχει πρόοδος στην μετάνοια, που σημαίνει ότι, όταν ο άνθρωπος αρχίσει να μετανοεί από αυτήν την ζωή, η μετάνοια θα ολοκληρωθεί στην άλλη.

10. Ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του έγινε άνθρωπος και εισήλθε στην ιστορία. Η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού ζει μέσα στην ιστορία και την εξαγιάζει. Αλλά και οι Άγιοι ζουν μέσα στην ιστορία. Ακόμη και μετά τον θάνατό τους, πράγμα το οποίο αποδεικνύεται από τα ιερά λείψανά τους. Με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού δεν θα καταργηθεί η ιστορία, αλλά θα είναι μεταμορφωμένη. Ο Χριστός έχει την ανθρώπινη φύση πάντοτε ενωμένη με την θεία φύση στο πρόσωπό Του, «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως». Και οι άνθρωποι μετά την ανάσταση θα έχουν το δικό τους σώμα, αλλά μεταμορφωμένο. Έτσι, δεν καταργείται η ιστορία ούτε υπάρχει μετα-ιστορία, αλλά μεταμορφώνεται η ιστορία.

Η Εκκλησία που ζει μέσα στον χρόνο και την ιστορία προσέλαβε δια των Πατέρων στοιχεία του περιβάλλοντος για να εκφράσει την αποκαλυπτική αλήθεια. Προσέλαβε στοιχεία από την Εβραϊκή και την Ελληνική σκέψη, από τον ρωμαϊκό πολιτισμό, τα μεταμόρφωσε και έτσι δημιουργήθηκε ένας ιδιαίτερος πολιτισμός, που είναι το πνευματικό ένδυμα της αποκαλυπτικής αλήθειας· πρόκειται για την ρωμαίικη παράδοση. Η βάση της ρωμαίικης θεολογίας είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Αυτό εκφράσθηκε σε έναν ιδιαίτερο χώρο με την πολιτιστική του παράδοση και ονομάζεται Χριστιανική ρωμαϊκή θεολογία, Χριστιανικός ρωμαϊκός πολιτισμός.

Η αρχαία Εκκλησία, τόσο στην Δύση όσο και στην Ανατολή, είχε ενιαία παράδοση και, κυρίως, ενιαία μεθοδολογία για την μέθεξη του Θεού που εκφραζόταν με την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση. Από τους δυτικούς Πατέρες διέφερε ο ιερός Αυγουστίνος, επειδή είχε νεοπλατωνικές και μανιχαΐκές παραδόσεις και επειδή δεν γνώριζε την Ελληνική γλώσσα. Τις απόψεις του ιερού Αυγουστίνου τις χρησιμοποίησαν κατά κόρον οι Φράγκοι θεολόγοι της αυλής του Καρλομάγνου, πιθανολογείται μάλιστα ότι εκείνος που τις προώθησε και τις χρησιμοποίησε είναι ο Αλκουίνος, βασικός θεολόγος του Καρλομάγνου.

Με βάση αυτές τις θεωρίες οι Φράγκοι καταδίκασαν στην Σύνοδο της Φραγκφούρτης το 794 μ. Χ. Τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, εισήγαγαν την θεωρία περί της αιώνιας ευδαιμονίας εν τω Θεώ, την μεθοδολογία του στοχασμού για την γνώση του Θεού, και, κατ' επέκταση, αρνήθηκαν την μέθοδο της καθάρσεως, του φωτισμού και της Θεώσεως, κατήργησαν την διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργείας στον Θεό (actus purus) και εισήγαγαν την θεωρία της γνώσεως της ουσίας του Θεού, το filioque κλπ.

Αυτές οι απόψεις αναλύθηκαν περισσότερο από θεολόγους της Δύσεως, ήτοι τον Άνσελμο Καντερβουρίας, τον Θωμά Ακινάτη, και άλλους σχολαστικούς θεολόγους, όπως τον Βαρλαάμ, οπότε διαμορφώθηκε μια άλλη πολιτιστική παράδοση, ένας άλλος πολιτισμός, που είναι αντίθετος από την Ορθόδοξη ρωμαίικη παράδοση. Μάλιστα δε, έφθασαν στο σημείο οι δυτικοί θεολόγοι να θεωρήσουν ότι οι ανατολικοί Πατέρες είχαν εισαγάγει διάφορες αιρέσεις στην θεολογία τους, επειδή δεν συμφωνούσαν με τις δικές τους απόψεις, και είναι γνωστά τα συγγράμματα Contra Errores Graecorum.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να δει κανείς την συζήτηση και την διαμάχη μεταξύ του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος εξέφραζε την Ορθόδοξη ρωμαϊκή παράδοση, και του Βαρλαάμ, ο οποίος ήταν εκπρόσωπος της δυτικής σχολαστικής θεολογίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατοχύρωσε συνοδικώς την διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και καταδίκασε τον Βαρλαάμ και τους όμοιους του.

Αυτές ήταν οι δέκα κεντρικές θέσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη.

Το σημαντικό είναι ότι ο π, Ιωάννης κατέληξε σε όλη αυτήν την θεολογία για πολλούς και διαφόρους λόγους.

Ο πρώτος, γιατί είχε κληρονομήσει μια προφορική ρωμαίικη παράδοση από τους γονείς του.

Ο δεύτερος λόγος, γιατί γνώρισε στην Αμερική που έζησε την δυτική παράδοση, όπως εκφραζόταν από τους Παπικούς και τους Προτεστάντες. Στους διαλόγους στους οποίους συμμετείχε γνώρισε το πνεύμα του δυτικού Χριστιανισμού, οπότε αναζήτησε τον πυρήνα της Ορθοδόξου διδασκαλίας στους Αποστολικούς Πατέρες, το ευχολόγιο της Εκκλησίας και στην ησυχαστική της παράδοση. Έπειτα επεκτάθηκε στους Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων, τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και την Φιλοκαλία.

Ο τρίτος λόγος, γιατί σπούδασε σε μεγάλα κέντρα του δυτικού κόσμου, όπως στην Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού στην Βοστώνη, στο Πανεπιστήμιο του Yale, στο Πανεπιστήμιο Columbia, στην Θεολογική Σχολή του Αγίου Βλαδίμηρου Νέας Υόρκης, στο Θεολογικό Σεμινάριο του Αγίου Σέργιου στο Παρίσι, στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, στην Θεολογική Σχολή Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και γνώριζε όλα τα θεολογικά, κοινωνικά και πολιτιστικά ρεύματα.

Ταυτόχρονα δίδαξε το μάθημα της δογματικής στην Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, στην Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης και στην Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή Λιβάνου.

Ο τέταρτος λόγος, γιατί ήταν ερευνητικό πνεύμα και μέσα σε αυτήν την προοπτική πρέπει να ενταχθούν οι πρώτες και μετέπειτα θεολογικές του εργασίες, καθώς επίσης και η κλασσική διατριβή του για το προπατορικό αμάρτημα.

Ο πέμπτος λόγος, γιατί είχε έκτακτα διανοητικά προσόντα, είχε χωρητικότητα νοός, γι' αυτό και έλαβε, όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος, και το χάρισμα της θεολογίας, άλλα και γιατί συνάντησε Πατέρες που ασκούσαν την νοερά προσευχή και είχαν θεωρία Θεού και στους οποίους μαθήτευσε με ταπείνωση.

Έτσι, η θεολογία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη είναι προφητική, Αποστολική, πατερική, δηλαδή εκκλησιαστική. Επέμενε πολύ στα περί καθάρσεως. Φωτισμού και Θεώσεως, που είναι η μέθοδος της Ορθοδόξου θεολογίας και η οποία μέθοδος χρησιμοποιήθηκε από τους Προφήτες. Αποστόλους και Πατέρες, και έχει αποτελέσματα, όπως φαίνεται στα ιερά λείψανα, Συγχρόνως, επέμενε και στα περί ρωμαίικης παραδόσεως, η οποία διαφυλάσσει την ουσία της αποκαλυπτικής αλήθειας, διότι αυτή η ρωμαίικη παράδοση αλλοιώθηκε από την φραγκολατινική παράδοση.

Τα όσα αναφέρθηκαν είναι μια μικρή αναφορά στην μνήμη του μεγάλου αυτού θεολόγου της εποχής μας, ο οποίος με την πάροδο του χρόνου θα λάβει την θέση που του αρμόζει στο πνευματικό στερέωμα της Εκκλησίας μας, γιατί συντονίσθηκε με το πνεύμα της Ορθοδόξου πατερικής παραδόσεως και εξέφρασε τον πυρήνα της.

Αιωνία η μνήμη του μακαριστού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, του διδασκάλου του ησυχασμού και της εμπειρικής δογματικής θεολογίας της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας.


Πηγή: "Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.


http://www.oodegr.com/

«Οἱ ἀπεικονίσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ» καί ἡ θεολογία τους Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.


Κύριο ἄρθρο: «Οἱ ἀπεικονίσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ» καί ἡ θεολογία τους
«Οἱ ἀπεικονίσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ» καί ἡ θεολογία τους

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
Πρόσφατα κοιμήθηκε ὁ καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης Ἀντώνιος Παπαδόπουλος. Ἄν καί δέν ἦταν καθηγητής μου, ἐν τούτοις μᾶς συνέδεε μιά μακρά καί εἰλικρινής φιλία. Πρίν κοιμηθῆ δημοσίευσε τό τελευταῖο βιβλίο του μέ τίτλο «Ἀπεικονίσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μέ τόν Χριστό Παντοκράτορα, μέ τήν Παναγία μητέρα Του καί πολλούς ἁγίους, ὁ θεολογικός λόγος τοῦ ἁγίου «πρός τούς πάλαι αἱρετικούς» καί τούς κακοδόξους ἀντιησυχαστές». Ἑτοίμασα μιά παρουσίαση στήν ἐφημερίδα μας, τήν ἔστειλα γιά νά τήν διαβάση καί χάρηκε ὑπερβολικά. Τήν δημοσιεύω στήν συνέχεια, μέ τίς ἀπαραίτητες προσαρμογές, ὡς μνημόσυνο στήν μνήμη ἑνός παραδοσιακοῦ θεολόγου τῆς Ἐκκλησίας καί καλοῦ Χριστιανοῦ.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἶναι ἕνας μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἀφ’ ἑνός μέν ἀντιμετώπισε στήν ἐποχή του τήν αἵρεση τοῦ Βαρλαάμ, ἀφ’ ἑτέρου δέ συνόψισε τήν διδασκαλία ὅλων τῶν μέχρι τήν ἐποχή του Πατέρων, παρουσιάζοντας τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, μέσα ἀπό τήν δική του ἐμπειρία.
Ἡ θεολογία πού ἀνέπτυξε εἶναι θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί κατοχυρώθηκε συνοδικῶς ἀπό τίς Συνόδους τῶν ἐτῶν 1341, 1347, 1351, 1368. Ἰδιαιτέρως δέ ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1351, ὅπως ἀνέλυσε ὁ π. Δημήτριος Κουτσούρης στήν διατριβή του μέ τίτλο «Σύνοδοι καί θεολογία γιά τόν ἡσυχασμό» (ἐκδ. Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λεβαδείας) ἦταν μιά μεγάλη Σύνοδος καί, ὅπως γνωρίζουμε, θεωρεῖται ἀπό πολλούς καί ἀποκαλεῖται ὡς Θ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ δέ Ἐκκλησία ἀποδέχθηκε πλήρως τίς ἀποφάσεις της, τίς ἔβαλε δέ καί στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας.

Δυστυχῶς, στήν ἐποχή μας οἱ δυτικοί θεολόγοι καί μερικοί ὀρθόδοξοι ἀμφισβητοῦν τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τήν Μεγάλη αὐτή Σύνοδο, καί μάλιστα τήν παρακάμπτουν, παρουσιάζοντας ὅτι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος πού συγκλήθηκε στήν Κρήτη εἶναι ἀπευθείας συνέχεια τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου!!
Ὁ καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος ἦταν ἀπό τούς καθηγητές τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης, οἱ ὁποῖοι ἐλάμπρυναν μέ τήν παρουσία τους καί τήν προσφορά τους τήν ὀρθόδοξη θεολογική ἐπιστήμη, πού εἶχε ἀναφορά στήν πατερική παράδοση, κυρίως στήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Σέ αὐτήν τήν ἐποχή ὁ μακαριστός καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης Ἀντώνιος Παπαδόπουλος ἐξέδωσε ἕνα βιβλίο γιά τήν ἀξία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τήν θεολογία πού δίδασκε καί παρουσιάζει τήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καί τήν μεγάλη αὐτή πατερική μορφή καί εἶναι μιά ἰσχυρή ἀπάντηση στούς ἀμφισβητοῦντας.
Ὁ καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος ἦταν ἀπό τούς καθηγητές τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης, οἱ ὁποῖοι ἐλάμπρυναν μέ τήν παρουσία τους καί τήν προσφορά τους τήν ὀρθόδοξη θεολογική ἐπιστήμη, πού εἶχε ἀναφορά στήν πατερική παράδοση, κυρίως στήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Ὅταν ἤμουν φοιτητής στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, ἐκεῖνος ἦταν διδάκτωρ τῆς Σχολῆς, ἐργαζόταν στήν Σχολή καί προετοιμαζόταν γιά τήν ἄνοδό του στήν καθηγητική ἕδρα. Ἔκτοτε παρακολουθοῦσα τά κείμενά του, τήν φιλία του μέ τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη καί γενικά τήν ἐπιστημονική του ἐξέλιξη. Συγκαταλεγόταν μεταξύ τῶν καθηγητῶν ἐκείνων πού ἀσχολήθηκαν μέ τό ἔργο καί τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, μέ τήν δυναμική παρότρυνση καί παρουσία τοῦ ἀειμνήστου καθηγητοῦ Παναγιώτου Χρήστου, ὁ ὁποῖος καί σέ ἐμᾶς τούς φοιτητές ἄναψε τήν ἀγάπη γιά τόν μεγάλο αὐτόν ἡσυχαστή ἅγιο.
Ὁ καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος, μέ τόν ὁποῖο διατηροῦσα στενή ἐπικοινωνία καί μέ τιμοῦσε μέ τήν φιλία του, ἐξέδωσε πρίν τόν θάνατό του ἕνα βιβλίο μέ τίτλο «Ἀπεικονίσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μέ τόν Χριστό Παντοκράτορα, μέ τήν Παναγία μητέρα Του καί πολλούς ἁγίους, ὁ θεολογικός λόγος τοῦ ἁγίου «πρός τούς πάλαι αἱρετικούς» καί τούς κακοδόξους ἀντιησυχαστές». Ὅπως φαίνεται ἀπό ὁλόκληρο τόν τίτλο πρόκειται γιά ἕνα πρωτότυπο ἔργο, πού ἑρμηνεύει τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μέσα ἀπό τίς εἰκόνες καί ἁγιογραφίες σέ διαφόρους Ναούς. Εἶναι γνωστόν ὅτι ἡ ἁγιογράφηση τῶν ἁγίων δείχνει τήν συνείδηση τοῦ λαοῦ καί τήν ἀποδοχή τῆς ἁγιότητας καί τῆς διδασκαλίας τους.
Ἔχουν γραφῆ πολλά καί ἀξιόλογα βιβλία καί κείμενα γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος συνόψισε ὅλη τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν 14ο αἰώνα, πού γιά πρώτη φορά ἦλθαν κοντά δύο ρεύματα, τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισμοῦ καί τοῦ ὀρθοδόξου ἡσυχασμοῦ, καθώς ἐπίσης ἐγράφησαν διάφορα ἀρνητικά γιά τήν διδασκαλία τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἁγίου ἀπό συγχρόνους ξένους θεολόγους γιά νά τόν μειώσουν. Ὁ καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος κατόρθωσε νά παρουσιάση ὅλα αὐτά τά ἑρμηνευτικά ἔργα, φίλων καί πολεμίων τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, μέσα ἀπό τίς «ἀπεικονίσεις» τοῦ ἁγίου στούς Ἱερούς Ναούς.
Μέ ὅσα θά γραφοῦν κατωτέρω θά γίνη μιά μικρή παρουσίαση αὐτοῦ τοῦ πρωτότυπου ἔργου.
1. Ἡ νηπτική γνώση τοῦ καθηγητοῦ
Κατ’ ἀρχάς, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ὁ καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος μᾶς ἔδωσε στό παρελθόν πολλά δείγματα τῆς ἀσχολίας του μέ νηπτικά-ἡσυχαστικά κείμενα. Πέραν τοῦ ὅτι ὑπῆρξε μέλος τοῦ ἐπιστημονικοῦ δυναμικοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης τότε πού γίνονταν πολλές συζητήσεις καί ζυμώσεις καί ἔρευνες γύρω ἀπό τό πρόσωπο, τό ἔργο καί τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, συγχρόνως ἔγραψε σημαντικά βιβλία καί κείμενα γύρω ἀπό σχετικά θέματα.
Εἰδικότερα, ἀναφέρομαι στό σύγγραμμά του μέ τίτλο «Θεολογική γνωσιολογία κατά τούς νηπτικούς Πατέρας» (Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1977), στό ὁποῖο παρουσιάζεται ὅτι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, καί ἰδιαιτέρως τούς νηπτικούς, συνδέεται μέ τήν θέωση ἤ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου, καί ἡ μοναδική ὁδός γιά νά φθάση κανείς στήν θεογνωσία εἶναι ἡ διέλευση ἀπό τά στάδια τῆς τελειώσεως, πού εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ θεῖος φωτισμός καί ἡ θέα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
Στό σημαντικό αὐτό βιβλίο παρουσιάζονται ἀναλυτικά ἡ πίστη καί ἡ γνώση, ἡ πηγή καί ὁ φορεύς τῆς γνώσεως, ἡ ὁδός τῆς γνώσεως, ἡ οὐσία καί τό περιεχόμενο τῆς γνώσεως, οἱ ἀληθεῖς γνωστικοί, ἡ ἄγνοια καί ἡ πλάνη.
Διαβάζοντας κανείς τό σημαντικό αὐτό βιβλίο ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, κατά τούς νηπτικούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, διαφέρει σαφῶς ἀπό τίς ἀπόψεις τοῦ σχολαστικισμοῦ γιά τήν γνώση∙ οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ διαβαίνουν στήν θεωρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ διά τῆς καθάρσεως καί τοῦ φωτισμοῦ∙ οἱ νηπτικοί Πατέρες, ὡς ἐμπειρικοί θεολόγοι, διακρίνουν μεταξύ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἀκατάληπτη, καί τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ τῆς ὁποίας μετέχουν∙ ὁ νοῦς, πού διακρίνεται ἀπό τήν λογική, ἀποκτᾶ τήν γνώση τοῦ Θεοῦ διά τῆς ἐλλάμψεως∙ τά κτιστά ρήματα πού χρησιμοποιοῦν οἱ ἐμπειρικοί Προφῆτες, Ἀπόστολοι καί Πατέρες, δέν ταυτίζονται μέ τήν Ἀποκάλυψη, καί πολλά ἄλλα. Μεταξύ ὅλων αὐτῶν ἀναφέρεται καί ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί ἡ ἀντίκρουση πού κάνει στίς σχολαστικές θεωρίες τοῦ Βαρλαάμ.
2. Οἱ ἀπεικονίσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στούς Ἱερούς Ναούς
Ἀναφέρθηκα προηγουμένως στό παλαιότερο βιβλίο τοῦ καθηγητοῦ γιά τήν θεολογική γνωσιολογία  κατά τούς νηπτικούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά δείξω ὅτι εἶχε τήν ὑποδομή νά μελετήση καί νά παρουσιάση τίς εἰκόνες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στούς διαφόρους Ναούς. Στό νέο του βιβλίο ὁ καθηγητής παρατηρεῖ:
«Ὁ ἐξεικονισμός τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἐμφανίζεται πολύ νωρίς, εὐθύς δηλ. μετά τήν εἰς Κύριον ἐκδημία του ἤ μετά τήν ἐπίσημη ἁγιοκατάταξή του μεταξύ τῶν Ἁγίων (1368). Ἡ ἐποχή τῶν Παλαιολόγων συνηγορεῖ στήν περαιτέρω ἐξεικόνιση τοῦ Ἡσυχαστῆ Ἁγίου, ἀλλ’ ὄχι μόνον. Ἡ θεολογία τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶναι τό πρῶτον γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς ἁγιογραφίας ἤδη ἀπό τόν 14ο αἰώνα».
Ἡ ἀποδοχή τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πού εἶναι θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας συνετέλεσε ὥστε ἀμέσως μετά τήν ἔνδοξη κοίμησή του νά συμπεριληφθῆ στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί νά ἁγιογραφηθῆ καί νά τοποθετηθῆ σέ σημαντικές θέσεις μέσα στούς Ἱερούς Ναούς, πλησίον μεγάλων ἁγίων. Στό βιβλίο αὐτό καταγράφονται οἱ ἁγιογραφήσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου στούς Ἱερούς Ναούς. Θά γίνη μιά σύντομη ἀναφορά.
α) Εἰκονίζεται μέ τόν Χριστό Παντοκράτορα, ὅπως ἀνευρίσκεται στό νότιο παρεκκλήσιο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βλατάδων. Στόν θόλο τοῦ παρεκκλησίου «εἰκονίζεται ὁ Χριστός Παντοκράτορας καί στά σφαιρικά τρίγωνα ἀπό κάτω ἀπό τόν Χριστό τέσσερις (4) Θεολόγοι», μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἡ θεολογική σημασία εἶναι ἐμφανής «ἀφοῦ οὐσιαστικά ἀπαντάει σ’ ὅλα τά αἱρετικά ρεύματα». Ὁ σεσαρκωμένος Λόγος, ἡ δόξα τῆς Θεότητός Του πού ἀκτινοβόλησε στό ὄρος Σινᾶ, ἡ μέθεξη τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς φίλους Του, τό ἄκτιστο Φῶς τῆς Θεότητος ἦταν κεντρικό θέμα τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου.
β) Εἰκονίζεται μέ τήν Κυρία Θεοτόκο, ὅπως φαίνεται στό παρεκκλήσι τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στήν Παναγία Μαυριώτισσα Καστοριᾶς τοῦ 16ου αἰῶνος, ἀλλά καί σέ ἄλλους ἱερούς Ναούς τῆς Παναγίας. Αὐτό εἶναι φυσικό, ἀφοῦ ἡ Κυρία Θεοτόκος τόν προστάτευσε στήν ζωή του, ἀλλά καί ὁ ἅγιος τήν παρουσίασε ὡς τύπο καί ὑπόδειγμα ἡσυχαστοῦ στά Ἅγια τῶν Ἁγίων.
Παρουσιάζει τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μέσα ἀπό τίς ἱερές εἰκόνες, καθώς ἐπίσης ἀντικρούει μέσα ἀπό τά κείμενα τοῦ ἁγίου τά ὅσα γράφουν καί ἑρμηνεύουν οἱ παλαιοί καί σύγχρονοι βαρλααμιστές καί ἐκτίθεται ἡ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 
γ) Εἰκονίζεται μέ τούς τρεῖς μεγάλους Ἱεράρχες, ἤτοι τόν Μέγα Βασίλειο, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ὅπως παρατηρεῖται στό παρεκκλήσι τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί Παναγίας τῆς Μαυριώτισσας Καστοριᾶς (16ος αἰώνας) μεταξύ τῶν ὁποίων προστίθεται καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Ἡ σύνδεση εἶναι προφανής, γιατί ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶναι συνεχιστής τῆς διδασκαλίας τους, πού τήν συνόψισε καί τήν παρουσίασε γιά νά ἀντιμετωπίση τήν αἵρεση τοῦ βαρλααμισμοῦ πού ἐκφράσθηκε τόν 14ο αἰώνα.
δ) Εἰκονίζεται μέ ἄλλους τρεῖς μεγάλους Θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας, ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο, ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, ὅπως παρατηρεῖται στήν Ἱερά Μονή Βλατάδων. Πρόκειται γιά τούς τέσσερεις μεγάλους Θεολόγους, οἱ ὁποῖοι θεολογοῦσαν ἀπό τήν ἀποκαλυπτική ἐμπειρία τους.
ε) Εἰκονίζεται μεταξύ τῶν μεγάλων ἁγίων καί Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας, Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου καί Κυρίλλου, ὅπως ἀνευρίσκεται σέ πολλούς Ναούς (π.χ. στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου στή Φυτειά Ἠμαθίας, περί τό ἔτος 1765. Καί ἐδῶ ὑπάρχει θαυμαστή συσχέτιση μεταξύ τῆς θεολογίας τῶν δύο μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί μέ τόν Μέγα Ἀθανάσιο σέ βημόθυρο στήν Ἱερά Μονή Κουτλουμουσίου, τοῦ 18ου αἰῶνος καί ἀλλοῦ. Ἐπίσης, εἰκονίζεται μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ἐλεήμονα, Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας.
στ) Εἰκονίζεται μέ τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, ὅπως ἀνευρίσκεται στόν Ἱερό Ναό τῆς Νέας Παναγίας Θεσσαλονίκης, τό 1727, ἀφοῦ ἄλλωστε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀπεδείχθη, μετά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, θεόπνευστος ἑρμηνευτής καί τοῦ ὁποίου τήν θεολογία ἀκολούθησε.
ζ) Εἰκονίζεται μαζί μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Διάλογο Πάπα Ρώμης (6ος-7ος αἰώνας μ.Χ.), ὅπως ἀνευρίσκεται στήν εἴσοδο τοῦ Διακονικοῦ στό Καθολικό τῆς Μονῆς Πέτρας στά Θεσσαλικά Ἄγραφα (1625). Ἔχει ἰδιαίτερη σημασία αὐτός ὁ εἰκονισμός, γιατί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος ἦταν Ὀρθόδοξος καί ἡσυχαστής Πατέρας καί ἡ ἀπεικόνιση αὐτή ἔγινε «σέ μιά ἐποχή ταραγμένη ἐξ αἰτίας τῆς πολεμικῆς τῶν Ἰησουϊτῶν καί λατινοφρόνων κατά τοῦ Ἡσυχασμοῦ».
η) Εἰκονίζεται μέ μεγάλους Ἁγίους καί Ἡσυχαστές, ἤτοι τόν Μέγα Ἀντώνιο, ἅγιο Σάββα, , τόν Μέγα Θεοδόσιο, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Σιναΐτη, τόν συγγραφέα τῆς Κλίμακος, τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, τόν ἅγιο Εὐθύμιο τόν Μέγα, τόν ἅγιο Εὐθύμιο τόν Νέον καί ἄλλους, ὅπως ἀνευρίσκονται σέ πολλούς Ἱερούς Ναούς. Μέ αὐτό φαίνεται ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἶναι διάδοχος καί ἐκφραστής ὅλων αὐτῶν τῶν μεγάλων ὁσίων ἀσκητῶν.
θ) Εἰκονίζεται μέ πολλούς «πιστούς μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ», ὅπως κυρίως καί πρό παντός μέ τόν ἅγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης, ἐπειδή μέ ὄνειρο πού εἶδε, αὐτός τόν κράτησε στήν Θεσσαλονίκη καί ἔτσι εἶναι συμπολιοῦχος μαζί του. Ἐπίσης, ὑπάρχουν πολλά κοινά σημεῖα μεταξύ τῶν δύο, ὅπως τά περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σέ ὁμιλίες του γιά τόν ἅγιο Δημήτριο, πολιοῦχο Θεσσαλονίκης, ἐπειδή καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὑπῆρξε μάρτυς τοῦ Χριστοῦ μέ τούς ἀγῶνες του. Ἀκόμη, εἰκονίζεται μαζί μέ ἄλλους μάρτυρες, ὅπως τόν Ἀντύπα, τόν Εὔπλο, καί τόν ἅγιο Ρωμανό τόν μάρτυρα.
ι) Εἰκονίζεται μέ «θεοειδεῖς ἁγίους», οἱ ὁποῖοι καλλιέργησαν «τήν θεομίμητον καί ψυχόσωστον εὐσπλαχνίαν», ὅπως τόν ἅγιο Νικόλαο Ἀρχιεπίσκοπον Μύρων τῆς Λυκίας καί τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Ἐλεήμονα, Ἀρχιεπίσκοπον Ἀλεξανδρείας σέ διαφόρους Ναούς, γιατί δείχνει τήν φιλάνθρωπη καί εὔσπλαχνη διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου.
ια) Εἰκονίζεται μέ δύο μεγάλους καί θαυμαστούς Ἱεράρχες, ἤτοι τόν ἅγιο Ἀχίλλιο, Ἐπίσκοπο Λαρίσης, καί τόν ἅγιο Γρηγόριο Ἀρμενίας σέ Ναούς, καί μέ αὐτό φανερώνεται ἡ πνευματική συγγένεια μαζί τους, γιατί ἀγωνίσθηκαν ὁ μέν πρῶτος (ἅγιος Ἀχίλλιος) ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας καί ὁ δεύτερος (ἅγιος Γρηγόριος Ἀρμενίας) κατά τῆς εἰδωλολατρείας.
ιβ) Ὁ εἰκονισμός τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μέ τόν ἅγιο Ἰωάσαφ, πού εἶναι ἀλληγορικός, εὑρίσκεται στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης καί μέ τόν τρόπο αὐτόν ὁ ἁγιογράφος τιμᾶ στό πρόσωπο τοῦ ἁγίου Ἰωάσαφ τόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνό πού ὑπῆρξε «φίλος καί ὑπερασπιστής τῆς διδασκαλίας του» καί ὁ ὁποῖος ἔγινε μοναχός μέ τό ὄνομα Ἰωάσαφ.
Σέ ὅλες αὐτές τίς ἁγιογραφίες ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἰκονίζεται τίς περισσότερες φορές ὡς Ἀρχιερέας κρατώντας εἰλητάριο ἤ τήν Ἁγία Γραφή, ἀλλά καί ὡς μοναχός, διότι συνέδεε στενά καί τά δύο, ἤτοι ἦταν μέγας ἡσυχαστής μοναχός, ἀλλά καί μέγας Ἀρχιερεύς ἡσυχαστής, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν διδασκαλία του.
Στίς ἁγιογραφίες-ἀπεικονίσεις αὐτές φαίνεται ὅτι ἡ κοινή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας κατέταξε τόν ἅγιο Γρηγόριο στούς μεγάλους Πατέρας, καί ὅτι ἦταν ἡ ἔκφραση τῶν Ἀποστόλων, τῶν Πατέρων, τῶν ὁσίων, τῶν μαρτύρων καί ὁμολογητῶν τῆς πίστεως, ἀλλά καί φίλος τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Μητέρας τοῦ Χριστοῦ.
3. Σημαντικές θεολογικές θέσεις
Ὁ καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος παρουσιάζοντας τίς εἰκόνες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀπό διαφόρους Ἱερούς Ναούς κάνει καί διάφορες παρατηρήσεις καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπο εἰσάγει τόν ἀναγνώστη στά βασικά σημεῖα τοῦ ἔργου καί τῆς διδασκαλίας τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἁγίου. Θά τονισθοῦν μερικά ἀπό αὐτά.
Κατ’ ἀρχάς, ἐκτίθενται οἱ ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, τοῦ Γρηγορίου Ἀκινδύνου καί τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾶ πού ἦταν κατ’ ἐξοχήν ἀντίθετοι στήν διδασκαλία τῶν ἡσυχαστῶν Πατέρων, ἀπό διαφόρους λόγους ὁ καθένας ἀπό αὐτούς, καί τούς ὁποίους ἀντιμετώπισε ὁ μεγάλος ἡσυχαστής καί θεολόγος ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.
Ἔπειτα, ἀναφέρονται πολλές φορές τά ὅσα γράφει ὁ Φιλόθεος Κόκκινος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καί βιογράφος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, γι’ αὐτόν. Τόν ὀνομάζει «Θεολόγον», «Χρυσολόγον», «Θεόπτην», τόν συγκαταλέγει μέ τούς Ἀποστόλους καί τούς Πατέρας καί Θεολόγους.
Ἀκόμη, ἀναφέρεται σέ πολλά σημεῖα ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅπως ἡ ἀδιαίρετη διάκριση μεταξύ οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό∙ ὅτι ἡ διάκριση οὐσίας καί ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι φιλοσοφική καί στοχαστική, ἀλλά ἐμπειρική˙ ὅτι οἱ φυσικές ἐνέργειες δέν εἶναι ἀπρόσωπες οὔτε ὅμως προσωπικές, ἀλλά εἶναι τῆς θείας οὐσίας καί κοινές στά τρία πρόσωπα, δηλαδή ἐνυπόστατες˙ γιά τό πῶς ἑρμηνεύεται ἡ φράση «ὑποστατικό ἤ ἐνυπόστατο φῶς» καί πολλά ἄλλα.
Εἰδική ἀναφορά γίνεται γιά τήν θεολογία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν σέ ὅσους ἀσχολοῦνται μέ τά θέματα αὐτά ὅτι τά συγγράμματα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου ἀπετέλεσαν τά κεντρικά  σημεῖα τοῦ διαλόγου μεταξύ τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ὁ Βαρλαάμ καί οἱ ὁμόφρονές του ἑρμήνευσαν τά συγγράμματα τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου μέσα ἀπό τήν πλατωνική καί νεοπλατωνική προοπτική, ἐνῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τά ἑρμήνευσε πατερικά καί στήν πραγματικότητα ἦταν «συνεχιστής τῶν Πατέρων καί τοῦ Διονυσίου, εἶναι καί ἕνας Νέος Διονύσιος».
Ὁ καθηγητής παραπέμπει σέ πολλούς ἑρμηνευτές τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅπως τόν Παναγιώτη Χρήστου, τόν Γεώργιο Μαντζαρίδη, τόν Λόσκυ, τόν Μέγεντορφ κ.ἄ., ἰδιαιτέρως δέ ἀποδέχεται τίς ἑρμηνεῖες τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη σέ ὅλα τά σημεῖα, ἀκόμη ἀποδέχεται καί τήν κριτική πού ἄσκησε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἐναντίον τοῦ περσοναλισμοῦ στήν θεολογία, ἀφοῦ «στήν πατερική διδασκαλία ὑπάρχουν στόν Θεό κοινά καί ἀκοινώνητα, ὁπότε δέν ὑπάρχει κοινωνία προσώπων. Στόν Χριστό ἡ ἕνωση τῆς θείας μέ τήν ἀνθρώπινη φύση εἶναι ὑποστατική. Ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό εἶναι ἡ μετοχή στήν θεία ἐνέργεια». Ἀποδέχεται δέ ἀκόμη τήν θέση τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη ὅτι «ὁ περσοναλισμός εἶναι μιά «ψευδομόρφωση», ὅπως στό παρελθόν ἦταν ὁ σχολαστικισμός».
4. Ἡ ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ πρός Παῦλον Ἀσάνην
Διαβάζοντας κανείς τό βιβλίο αὐτό διαπιστώνει ὅτι ἕνα ἀπό τά κεντρικά σημεῖα του εἶναι ἡ ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στόν Παῦλον Ἀσάνην καί καταλαβαίνει τήν σπουδαιότητά της.
Ἡ ἐπιστολή αὐτή εἶναι σημαντική. Ἀπεστάλη πρός τόν Παῦλον Ἀσάνην πού ἀνῆκε σέ βλαχοβουλγαρική βασιλική οἰκογένεια, ἡ ὁποία ἐγκαταστάθηκε στήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία καί ἦταν στενά συνδεδεμένος μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Ἐπίσης, ἡ σύζυγος τοῦ Ἰωάννου τοῦ Καντακουζηνοῦ, φίλου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἦταν Ἀσάναινα.
Ὁ Παῦλος Ἀσάνης ρώτησε τόν ἅγιο Γρηγόριο γιά τίς ἀπόψεις τοῦ Ἀκινδύνου γιά τό Φῶς στό Θαβώρ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶχε συγκεντρώσει ὅλα τά κείμενα τοῦ Ἀκινδύνου γιά τό θέμα αὐτό καί ἀναλύει ὅτι ἰσχυριζόταν ὅτι τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ πού ἔλαμψε στό ὄρος Θαβώρ ἦταν κτιστό, ἀφοῦ κανείς ἀπό τούς ἁγίους δέν εἶδε κάτι ἄκτιστο, διότι ἡ θεία ἄκτιστη Χάρη καί ἐνέργεια δέν χωρίζεται ἀπό τήν οὐσία καί ταυτίζονται μεταξύ τους. Οἱ καθαροί στήν καρδιά (Μωϋσῆς-Παῦλος) βλέπουν κτιστό φῶς πού εἶναι φάσμα. Ἔτσι ἡ Χάρη-Φῶς εἶναι ἄκτιστη, ἀλλά εἶναι ἑνωμένη μέ τήν οὐσία καί γι’ αὐτό κανείς δέν τήν εἶδε. Αὐτό πού εἶδαν οἱ ἅγιοι ἦταν κτιστό φῶς, φάσμα. Ὅπως φαίνεται, ὁ Ἀκίνδυνος εἶχε δεχθῆ τήν ἄποψη τῆς σχολαστικῆς θεολογίας περί ταυτίσεως οὐσίας καί ἐνεργείας, τό γνωστό actus purus.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σέ αὐτήν τήν ἐπιστολή ἀνασκευάζει αὐτήν τήν αἱρετική ἄποψη καί ὑπογραμμίζει ὅτι εἶναι ἀφροσύνη νά συμφωνήση κανείς ὅτι τό ἴδιο εἶναι καί κτιστό καί ἄκτιστο, ὁρατό καί ἀόρατο, οὐσία καί μή. Ἐπίσης, τονίζει ὅτι, ἀφοῦ διακατέχεται ἀπό μιά τέτοια ἄποψη, πρέπει νά φθάση καί στό σημεῖο νά ἀπορρίψη τήν διάκριση τῆς ὑποστάσεως στόν Θεό, ὁπότε ἤ θά καταλήξη στόν σαβελλιανισμό πού ταυτίζει τόν Υἱό μέ ἄλλη ὑπόσταση ἤ στόν ἀρειανισμό πού τόν διακρίνει. Στήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, ὁ Θεός διαιρεῖται ἀδιαιρέτως καί κατά τίς ὑποστάσεις καί κατά τίς ἐνέργειές Του.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀποφαίνεται ὅτι «ὡς ἀδιαιρέτως καί κατά τάς ὑποστάσεις καί κατά τάς ἐνεργείας τό θεῖον διαιρεῖται … τοῦτο δέ, ὡς ἡνίκα διαιρεῖται κατά τάς ὑποστάσεις τό ἀδιαίρετον ἔχον κατά τάς ἐνεργείας, ἡνίκα δέ κατά τάς δυνάμεις καί ἐνεργείας διαιρεῖται μένον κατά τάς ὑποστάσεις ἀδιαίρετον» (τόμος 4ος, σελ. 170).
Πρόκειται γιά μιά σαφέστατη διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μέ τήν ὁποία ὄχι μόνον ἀντικρούει τόν Γρηγόριο Ἀκίνδυνο, ἀλλά καί συγχρόνους βαρλαμιστάς, οἱ ὁποῖοι ταυτίζουν τήν οὐσία μέ τήν ἐνέργεια στόν Θεό, δίνουν προτεραιότητα στόν Πατέρα, ἐπειδή διαθέτει, κατ’ αὐτούς, «μία ἐλεύθερη βούληση, αἰώνια, ἀΐδια» μέ τήν ὁποία γεννᾶ τόν Υἱό καί ἐκπορεύει τό Ἅγιον Πνεῦμα, καθώς ἐπίσης παραθεωροῦν ὅτι ὁ Πατήρ γεννᾶ τόν Υἱό ἀπό τήν οὐσία Του.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σαφῶς ἀποφαίνεται ὅτι «τῶν θείων πατέρων πολλαχοῦ θεολογούντων ἔργον θείας φύσεως εἶναι τήν προαιώνιον γέννησιν» καί ὅτι «ὑπερκεῖσθαι (τῶν ἐνεργειῶν) τήν θείαν οὐσίαν οὖσαν τῶν ἑαυτῆς ἐνεργειῶν». Ἔτσι, ἡ προαιώνια γέννηση τοῦ Υἱοῦ ἔγινε ἀπό τήν οὐσία τοῦ Πατρός, καί ἡ οὐσία εἶναι ἡ αἰτία τῶν θείων ἐνεργειῶν, οἱ ὁποῖες προχέονται ἀπό τά Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἄλλο εἶναι ἡ ἐνέργεια, πού εἶναι οὐσιώδης κίνηση τῆς φύσεως, ἄλλο εἶναι τό ἐνέργημα, πού εἶναι τό ἀποτέλεσμα, ἄλλος ὁ ἐνεργῶν, καί ἄλλο τό ἐνεργητικό πού εἶναι ἡ φύση-οὐσία.
5. Ἐπίκαιρες ἀναφορές στήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική ζωή
Ὁ καθηγητής Ἀντώνιος Παπαδόπουλος στό βιβλίο του αὐτό δέν παραμένει μόνον στόν διάλογο πού ἔγινε μεταξύ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν ἀντιησυχαστῶν, ἀλλά κάνει προεκτάσεις καί στήν ἐποχή μας.
Σέ ἕνα σημεῖο γράφει ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ πού ἐκφράζεται μέσα ἀπό τίς εἰκόνες «ὄχι μόνο ἀναχαιτίζουν «πάλαι κακοδοξίαν», καί ἐκεῖνες τῆς ἐποχῆς του, ἀλλά προφανῶς προφητικῇ ἐμπνεύσει δύναται νά ἀπαντήση στούς μεταγενεστέρους ἀντιησυχαστές, Ρωμαιοκαθολικούς καί Προτεστάντες, πού δέν γνωρίζουν ἤ δέν ἐπεδίωξαν νά γνωρίσουν τήν διδασκαλία τοῦ «Θεολόγου καί Χρυσολόγου Πατρός»».
Σέ ἄλλο σημεῖο γράφει ὅτι «ἡ σημερινή θεολογία συνομιλεῖ μέ τόν δυτικό ὀρθολογισμό. Ὁ διάλογος ὑποδεικνύει τήν ἀσκητική ζωή Παλαμᾶ-Γρηγορίου (τοῦ Διαλόγου) καί τήν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων». Πρέπει, δηλαδή,  στόν σύγχρονο ἐκκοσμικευμένο δυτικό τρόπο ζωῆς νά παρουσιασθῆ καί χρησιμοποιηθῆ ἡ ἡσυχαστική παράδοση, ὅπως τήν ἐξέφρασε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Αὐτό τό ἴδιο πρέπει νά γίνη καί μέ τήν αἵρεση τοῦ Filioque.
Σέ ἄλλο σημεῖο γράφει ὅτι ὁ διάλογος μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς θά πρέπει νά διεξάγεται μέ βάση τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Γράφει:
«Ὁ Διάλογος μέ τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία δέν δύναται νά διεξαχθεῖ χωρίς τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων, τήν ὁποία μέ δικό του θεολογικό λόγο ἀνέπτυξε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Δέν θέλω νά πιστεύσω αὐτό πού λέχτηκε ὅτι στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα μέ τήν πατριαρχική Ἐγκύκλιο τοῦ 1920, ἄρχισε νά παραμερίζεται ἡ σύσταση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ πρός τούς Ρωμαιοκαθολικούς καί ὅτι υἱοθετήθηκε ἄλλη προδιάθεση θεολογικοῦ διαλόγου. Δέν μπορῶ νά διανοηθῶ ὅτι υἱοθετοῦνται ἄλλες προϋποθέσεις γιά τόν Θεολογικό Διάλογο μέ τούς ἑτεροδόξους, καί δή μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς. Μία Μεταπατερική θεολογία χωρίς ἐκκλησιαστική πατερική ἐμπειρία ἐν χάριτι ἡσυχίας καί προσευχῆς εἶναι ἕνας ἄκαρπος διάλογος.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μίλησε γιά ἄκτιστη χάρη τοῦ Θεοῦ καί γιά τόν ἡσυχασμό πού εἶναι ἡ μόνη μέθοδος πού ὁδηγεῖ τόν πιστό στή μέθεξη τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, τήν καταλλαγή. Χωρίς τήν ἀποδοχή τῆς ἄκτιστης χάριτος δέ  μποροῦμε νά ἔχουμε μυστηριακή κοινωνία, παρά μία μυστηριακή «συγκοινωνία» (π. Ἰω. Ρωμανίδης). Πάντες οἱ Ἅγιοι, ἀπό τούς Ἀποστόλους μέχρι σήμερα, πού ζοῦμε τήν πληρέστερη ἀποκάλυψη τῆς Πεντηκοστῆς πρό τῆς δευτέρας παρουσίας, μετέχουμε τῆς Ἀκτίστου Χάριτος.
Εἶναι σημαντικό ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαῖος σέ ὁμιλία πού ἐκφώνησε ἐνώπιον τοῦ Καρδιναλίου τῶν Παρισίων Jean Marie Lustiger στήν Παναγία τῶν Παρισίων τό 1995, τόνισε ὅτι ἡ θεωρία τοῦ Θεοῦ πραγματοποιεῖται μέ τή μέθεξη τῆς ἀκτίστου χάριτος τοῦ Θεοῦ».
Τό βιβλίο τοῦ καθηγητοῦ Ἀντωνίου Παπαδοπούλου πού παρουσίασα πιό πάνω εἶναι σημαντικό ἀπό κάθε πλευρά, διότι παρουσιάζει τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μέσα ἀπό τίς ἱερές εἰκόνες, καθώς ἐπίσης ἀντικρούει μέσα ἀπό τά κείμενα τοῦ ἁγίου τά ὅσα γράφουν καί ἑρμηνεύουν οἱ παλαιοί καί σύγχρονοι βαρλααμιστές καί ἐκτίθεται ἡ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.–
© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.
Εκκλησιαστική Παρέμβαση parembasis.gr