Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΩΥΣΗΣ: «Η ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ»



Του Γέροντος Μωυσέως, του Αγιορείτου
Ο συκοφάντης είναι δεινός ψεύτης, κακός άνθρωπος, δόλιος και ζηλόφθονος. Πρόκειται για πρόσωπο δειλό, διαστροφικό και ακαλλιέργητο. Έχει επιπολαιότητα, ρηχότητα, μετριότητα και περιέργεια.
Η εμπάθεια, η ιδιοτέλεια, η έπαρση και η υστεροβουλία τον χαρακτηρίζουν. Δεν πτοείται να σπιλώσει, να ατιμάσει, να καταρρακώσει τον υποτιθέμενο εχθρό του. Ικανοποιείται με τον διασυρμό του άλλου και τη διαπόμπευσή του. Διακατέχεται από απάνθρωπα και θηριώδη ένστικτα. Το πάθος τον μεθά, τον θολώνει, τον ευχαριστεί, τον μαγεύει.
Οι συκοφάντες χαίρονται ιδιαίτερα όταν βρίσκουν ακροατές και αναγνώστες των ψευδών τους και μεταφορείς των φαντασιών τους. Παγιδεύουν απρόσεκτους και αδαείς φίλους, τους οποίους δεν είναι καθόλου δύσκολο αύριο να διασύρουν κι αυτούς για να διαδώσουν ανυπόστατες κατηγορίες. Η συκοφαντία είναι χειρότερη της κατηγορίας, γιατί εσκεμμένα χρησιμοποιεί το ψεύδος εναντίον άλλου. Η εμπάθεια του συκοφάντη είναι φοβερή. Συνεργάζονται το μίσος και η κακία, η ζήλια και ο φθόνος, η εχθρότητα και η απάτη.
Φυσικά δεν παραδέχεται το αμάρτημά του.
Υποκρίνεται χυδαία, κάνει μάλιστα και τον φίλο στον συκοφαντούμενο για να μην υποψιαστεί από κανέναν. Μπορεί μία απλή συκοφαντία να ξεκινήσει από έναν αστεϊσμό, αλλά να καταλήξει σε φοβερή περιπέτεια. Ο αθώος αδικείται, περιπαίζεται, ταλαιπωρείται, δεν γνωρίζει τι να κάνει.
Οι συκοφάντες είναι άδικοι, αδίστακτοι, απεχθείς, θηρία ανήμερα, δηλητηριώδη φίδια, επικίνδυνοι σκορπιοί.

Περί της συκοφαντίας. by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης

\
τοπίο - Άγιον Όρος
Υμνογράφος Χαράλαμπος Μπούσιας
Για τη συκοφαντία διαβάζουμε στα Γεροντικά και στα Συναξάρια των Αγίων τα εξής αξιοπρόσεκτα:
Στον Αββά Αντώνιο ήλθε κάποτε ένας αδελφός από κάποιο κοινόβιο, ο οποίος συκοφαντήθηκε για πορνεία. Ήλθαν και οι αδελφοί από το κοινόβιο, για να τον θεραπεύσουν και να τον πάρουν. Αντί, όμως, για αγάπη, του έκαναν έλεγχο και εκείνος προσπαθούσε να απολογηθεί λέγοντας ότι δεν έπεσε σε εκείνο το αμάρτημα. Ο Αββάς Παφνούτιος που βρισκόταν εκεί άκουγε τη συνομιλία και θλιβόταν, για τον τρόπο αντιμετωπίσεως των άλλων αδελφών. Έτσι, βρήκε την ευκαιρία και τους είπε:
— Είδα στην όχθη του ποταμού έναν άνθρωπο, που είχε χωθεί στο βόρβορο ως τα γόνατά του και καθώς ήλθαν μερικοί να του δώσουν χέρι βοηθείας τον καταπόντισαν μέχρι το λαιμό.
Τους λέγει τότε ο Αββάς Αντώνιος για τον Αββά Παφνούτιο:
— Να, άνθρωπος αληθινός, που μπορεί να θεραπεύσει και να σώσει ψυχές.
Συγκινήθηκαν τότε από τα λόγια των γερόντων και έβαλαν μετάνοια στον αδελφό. Ηρέμησαν έτσι και τον πήραν πάλι πίσω στο κοινόβιο.
Κοντά στον Αββά Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη που ήταν Πρεσβύτερος βρισκόταν και κάποιος ευλαβής και ενάρετος διάκονος. Ο Αββάς σκόπευε να τον κάνει Πρεσβύτερο και διάδοχό του. Εκείνος, όμως, από μεγάλη ταπείνωση δεν δεχόταν χειροτονία προβάλλοντας αναξιότητα.
Αυτό τον ενάρετο αδελφό, τον μίσησε τόσο πολύ κάποιος άλλος μοναχός στη Σκήτη, νικημένος από το πάθος του φθόνου, και γύρευε με κάθε τρόπο να τον βλάψει και να τον δυσφημήσει.
Να, λοιπόν, τι τον έβαλε ο διάβολος να κάνει. Πήρε μια μέρα ένα από τα βιβλία του και το έβαλε κρυφά στο κελλί του Διακόνου, χωρίς εκείνος να πάρει είδηση. Ύστερα πήγε στον Αββά Ισίδωρο και του παραπονέθηκε πως έχασε το βιβλίο του και πως κάποιος από τους αδελφούς έπρεπε να το είχε κλέψει. Απαιτούσε, λοιπόν, να γίνει έρευνα σε όλα τα κελλιά.
— Τέτοιο πράγμα, παιδί μου, έκανε έκπληκτος ο Γέροντας, δεν έχει ξαναγίνει στη Σκήτη. Αλλά, για να βεβαιωθείς, πάρε δυo αδελφούς και ψάξε τα κελλιά.
Έτσι κι’ έγινε. Αφού έψαξαν μερικά άλλα κελλιά, πήγαν και στου Διακόνου και φυσικά εκεί βρήκαν το βιβλίο. Το πήραν, λοιπόν, και το έφεραν στην Εκκλησία την ώρα του εσπερινού, που ήσαν συγκεντρωμένοι οι αδελφοί, και είπαν μεγαλοφώνως στον Αββά Ισίδωρο, για ν’ ακουσθεί από όλους, που είχε βρεθεί το βιβλίο.

Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017

Αναζητώντας το θέλημα Συντάκτης Γεώργιος Αραμπατζόγλου




Ακούμε μερικές φορές από κάποιους πιστούς να λένε ότι ψάχνουν το θέλημα του Θεού, κατά την διάρκεια της πνευματικής τους ζωής.  Πρέπει να δούμε όμως τι μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτή την κίνηση και ποιά πνευματική διεργασία κάνει ο άνθρωπος στη διαδικασία αυτής της αναζήτησης.

Το θέλημα του ανθρώπου αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό οντολογικό του χαρακτηριστικό, για το οποίο δόθηκε μεγάλη μάχη από τον άγιο Μάξιμο τον ομολογητή, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η Εκκλησία δογμάτισε τη θεολογία του (περί θελήματος) κατά την 6η Οικουμενική Σύνοδο.[1]

Έχοντας λοιπόν ιδιαίτερη βαρύτητα, αυτό καθαυτό το θέλημα του ανθρώπου, διότι με αυτό το θέλημα καλείται να θελήσει και το Θεό τον ίδιο, βγαίνει στο στίβο της πνευματικής ζωής κινούμενος ελεύθερα να τον αναζητήσει.

Τίθεται λοιπόν το εξής ερώτημα:

Θα μπορούσε να θεωρηθεί ουσιαστική πνευματική πρόοδος, η συνεχής αναζήτηση βεβαιοτήτων στην πνευματική ζωή;

Ο άνθρωπος που επιθυμεί να ακουμπήσει την ύπαρξή του ελεύθερα και ανενδοίαστα στο Θεό, δεν εγκλωβίζεται σε ανώριμα διλλήματα για το αν είναι κάτι θέλημα Θεού ή δεν είναι, διότι πολύ απλά δεν είναι σε θέση να το γνωρίζει.

Αυτό βιώνεται στα πλαίσια της υπακοής στον πνευματικό, μέσα στη διαδικασία της θεραπείας του, με έναν ελεύθερο και αγαπητικό τρόπο, έχοντας εμπιστοσύνη στο πρόσωπο και στην εμπειρία του έμπειρου πνευματικού οδηγού, που ο ίδιος επέλεξε για τη θεραπεία του.

Προσεύχεται, παίρνει την ευλογία του Θεού μέσα από τον πνευματικό, ιδιαίτερα για τα σημαντικά και κομβικά σημεία της ζωής του και προχωρά.

Εγώ είμαι το Φως του κόσμου



Η ευαγγελική περικοπή της ερχόμενης Κυριακής ξεκινά με το λόγο του Χριστού "υμείς εστέ το φως του κόσμου". Εσείς οι χριστιανοί θα είστε το φως που θα φωτίσει και τους άλλους ανθρώπους. Ο χριστιανός εισερχόμενος στο Ναό, η πρώτη του κίνηση είναι να ανάψει ένα κερί. Πολλοί λένε: Να ανάψω ένα κερί στο Χριστό στην Παναγία, στον άγιο. Λες και ο Χριστός η Παναγία και οι άγιοι έχουν ανάγκη από κερί. Λες και ο Χριστός και οι άγιοι μπαίνουν σε μια σχέση πάρε - δώσε. Αλισβερίσι να γίνεται. Υποβιβάζουμε τον Χριστό και τους αγίους στην δική μας πτωτική αδυναμία. Αφού εμείς δεν μπορούμε να ανεβούμε λίγο ψηλά, ας υποβιβάσουμε τον Χριστό και τους αγίους για να μην έχουμε και κόμπλεξ. Το κερί το ανάβουμε για να δείξουμε την ταυτότητά μας. Ποιοί είμαστε. Είμαστε φως όπως λέει ο Χριστός; Το κερί για να φωτίζει πρέπει να λιώνει. Έτσι και ο χριστιανός για να είναι φως πρέπει να λιώνει να ξοδεύεται μέσα από την αγάπη του για τον άλλον. Αλλιώς δεν φωτίζει.

Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό - Ὑπέροχες συμβουλές (ἀββᾶ Ἰσαάκ)



Η ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΖΩΗ ΜΑΣ
Βασισμένο στούς Ἀσκητικούς Λόγους τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου
Ἡ ψυχή πού ἀγαπάει τόν Θεό βρίσκει ἀνάπαυση μόνο κοντά Του. Μόλις ἐλευθερωθεῖς ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας, ἡ καρδιά σου θά συνδεθεῖ μέ τόν Θεό. Ὅπως τά βρέφη τρέφονται πρῶτα μέ τό γάλα καί μετά μέ τό ψωμί, ἔτσι καί οἱ ἀρχάριοι  στή χριστιανική ζωή πρῶτα πρέπει νά κόψουν αὐτά πού τούς συνδέουν μέ τόν κόσμο καί μετά νά ἑνωθοῦν μέ τόν Θεό. Ἡ σωματική ἐργασία προηγεῖται ἀπό τήν ψυχική.
Ὅπως ὁ Θεός στή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου πρῶτα ἔφτιαξε τό χωμάτινο σῶμα καί μετά φύσηξε καί τοῦ ἔδωσε «πνοήν ζωῆς», ἔτσι καί στά πνευματικά, πρῶτα θ’ ἀρχίσουμε μέ τούς σωματικούς κόπους καί κατόπιν θά προχωρήσουμε στή συστηματική καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν. Πρῶτα βάζει στό σπίτι κανείς  θεμέλια καί μετά τό χτίζει. Ἀλλιώτικα δέν γίνεται. Ἡ ψυχική ἐργασία γεννιέται ἀπό τή σωματική, ὅπως τό στάχυ βγαίνει ἀπό τόν γυμνό κόκκο τοῦ σταριοῦ.
Οἱ κόποι πού κάνουμε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν συγκρίνονται μέ τήν ἀπόλαυση τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Τόν κόπο τοῦ γεωργοῦ ὅταν σπέρνει, ἀκολουθεῖ ἡ χαρά ὅταν θερίζει. Τό ψωμί πού τρώει τοῦ φαίνεται γλυκό, γιατί εἶναι ὁ καρπός τοῦ ἱδρώτα του.
Ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἀπαιτεῖ κόπο πνευματικό καί πολλή προσπάθεια, ἀλλά μετά ἀκολουθεῖ ἡ ἀγαλλίαση. Γι’ αὐτό περιφρόνησε τά πάντα καί θά ἔχεις βοηθό τόν Θεό.
Αὐτός πού ἀποφεύγει τή μάταιη δόξα τοῦ κόσμου, αἰσθάνεται στήν ψυχή του τή δόξα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. Ἐνῶ ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ νά ξεκουράσει τόν ἑαυτό του μέ τίς πρόσκαιρες ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου, αὐτός εἶναι τυφλός στήν ψυχή, γιατί δέν παραδόθηκε ὁλοκληρωτικά στόν Θεό.

Δεῦτε νῦν τὴν κρείττονα, ἀλλοιωθέντες ἀλλοίωσιν ἐαυτούς εἰς τὴν αὔριον, καλῶς εὐτρεπίσωμεν


Δεῦτε συνανέλθωμεν, τῷ Ἰησοῦ ἀναβαίνοντι, εἰς τὸ ὄρος τὸ ἅγιον, κἀκεῖ ἀκουσώμεθα, φωνῆς Θεοῦ ζῶντος, Πατρὸς προανάρχου, διὰ νεφέλης φωτεινῆς, προσμαρτυρούσης ἐν θείῳ Πνεύματι, αὐτοῦ τὴν γνησιότητα, τῆς ἀϊδίου Υἱότητος, καὶ τὸν νοῦν φωτιζόμενοι, ἐν φωτὶ φῶς ὀψώμεθα.
 
Δεῦτε προχορεύσωμεν, καὶ ἑαυτοὺς ἐκκαθάρωμεν, καὶ πιστῶς ἑτοιμάσωμεν, πρὸς θείαν ἀνάβασιν, τῆς ὑψηλοτάτης, Θεοῦ πολιτείας, ὅπως ἐπόπται τῆς αὐτοῦ, μεγαλειότητος ἐποφθείημεν, καὶ δόξης ἐπιτύχοιμεν, ἣν κατιδεῖν ἠξιώθησαν Ἀποστόλων οἱ πρόκριτοι, μυστικῶς ἐν τῷ ὄρει Θαβώρ.
 
Δεῦτε νῦν τὴν κρείττονα, ἀλλοιωθέντες ἀλλοίωσιν ἐαυτούς εἰς τὴν αὔριον, καλῶς εὐτρεπίσωμεν, ἐν ὄρει προσβῆναι, Θεοῦ τῷ ἁγίῳ, τὴν ἀναλλοίωτον Χριστοῦ, δόξαν ἀστράπτουσαν κατοπτεύσοντες, λαμπρῶς ὑπὲρ τὸν ἥλιον, καὶ τὸ τρισσὸν αὐγαζόμενοι, φῶς ἐν τούτῳ δοξάσωμεν, τὴν αὐτοῦ συγκατάβασιν.

Αγ.Λουκά Κριμαίας - Στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος






Μεγάλα και αμέτρητα ήταν τα θαύματα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: με ένα μόνο λόγο του ανέστησε την κόρη του Ιαείρου, του αρχισυναγώγου, τον γιο της χήρας της Ναΐν, ακόμα και τον Λάζαρο, ο οποίος ήταν στον τάφο τέσσερεις ολόκληρες ημέρες. Με ένα λόγο του μόνο επιτίμησε τους ανέμους και τα κύματα της λίμνης Γεννησαρέτ και έγινε απόλυτη γαλήνη. Με πέντε ψωμιά και δύο ψάρια χόρτασε πέντε χιλιάδες ανθρώπους, χωρίς γυναίκες και παιδιά, και με τέσσερα ψωμιά τέσσερεις χιλιάδες.

Ας θυμηθούμε πως κάθε μέρα θεράπευε τους ασθενείς, γιατρεύοντας κάθε είδους ασθένεια, έδιωχνε τα πονηρά πνεύματα από τους δαιμονιζομένους. Πως ξαναέδινε την όραση στους τυφλούς και την ακοή στους κουφούς με ένα μόνο άγγιγμά του. Δεν φτάνουν αυτά;

Όλα αυτά όμως δεν ήταν αρκετά για τους ανθρώπους οι οποίοι τον ζήλευαν, για τους ανθρώπους για τους οποίους ο μέγας προφήτης Ησαΐας είπε: