Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

Μετά την μεγάλη χαρά του Θριάμβου της Ορθοδοξίας, ακολούθησε ο πειρασμός «ΤΗΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑΣ»


Ιερά Καλύβη Ζωοδόχου Πηγής.
Ιερά Σκήτη Κουτλουμουσίου.
09/03/2016 Των Αγίων 40 – Μαρτύρων εν Σεβαστεία

Από προσωπική πείρα αλλά κυρίως από την ανυπολόγιστην πείρα των πατέρων της Εκκλησίας μας, γνώριζα τι ακολουθεί μια μεγάλης χαράς η τι έπεται μιας μεγάλης θλίψεως.
                Γνώριζα, αλλά λόγο της μεγάλης μου χαράς των Θείων δώρων και των συγκινήσεων του «οδοιπορικού του Θριάμβου», το είχα ξεχάσει.
                Γνώριζα δηλαδή, ότι μετά από μια μεγάλη χαρά, επιτρέπει ο Κύριος να έρθει η δοκιμασία, για να επιστρέψουν τα πόδια μας στην γη και να έχουμε όφελος πνευματικό ή μετά από μια θλίψη, μας σχεδιάζει ο Πανάγαθος, μια χαροποιό έξοδο από αυτήν, για να έχουμε κουράγιο να συνεχίσουμε τον αγώνα.
                Στην προσωπική μου εμπειρία ο πειρασμός ήρθε με την μορφή «Συκοφαντίας». Δεν την σχεδίασε ο Θεός ημών αλλά την επέτρεψε. Εξομολογητικά σας λέγω αδελφοί μου ότι μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό, είναι η πρώτη Συκοφαντία που την δέχτηκα με χαρά στο όνομα του Ιησού Χριστού μας. Όλες τις προηγούμενες τις είχα ακούσει, με πολύ θυμό και κουράστηκα να βάλω τους συκοφάντες μου στην προσευχή. Όμως έτσι έγινε και ο Κύριος νίκησε και χαροποιήθηκε.
Μερικές εξηγήσεις πριν σας αποκαλύψω την συκοφαντία.

Από το 2004 έως τους πρώτους μήνες του 2015 (μετά άρχισαν οι νοσηλείες), πήγαινα κάθε ημέρα και ξελειτουργούσα τον Γέροντα Αρτέμιο τον πνευματικό στο Ιστορικό Ιερό κελί του Αγίου Νικολάου του ψαρά.
Στο ιστορικό αυτό Ιερό κελί, επετέθησαν Αγαρηνοί πειρατές κατά το πρώτο ήμισυ του 18ου αιώνα, το λεηλάτησαν, το έκαψαν και σκότωσαν τους οκτώ μοναχούς που εγκαταβίωναν εκεί.
Σ’ αυτόν τον Ιερό τόπο βρισκόμουν κάθε πρωί και με όλες τις καιρικές συνθήκες για να ξελειτουργήσω τον Γέροντα. Σε μια από αυτές αν θυμάμαι καλά τους τελευταίους μήνες του 2014 ή στις αρχές του 2015 την ακολουθία του όρθρου και την Θεία λειτουργία δεν την έκανε ο Γέροντας Αρτέμιος αλλά κάποιος άλλος Παπάς. Όταν ρώτησα τον Γέροντα Αρτέμιο ποιος είναι ο Παπάς στο Ιερό μου απάντησε ότι ήταν ο Παπά-Αγαθάγγελος από την Γερμανία.
Μια ματιά στην Ορθόδοξο Εκκλησία της Γερμανίας.

                Εκεί προκαθήμενος της ορθοδόξου ημών εκκλησίας είναι ο διαπρύσιος οπαδός και πειθήνιος υποτακτικός του οικουμενιστού και αιρεσιάρχη Πατριάρχου Βαρθολομαίου, κύριος Αυγουστίνος. Αυτός ο κύριος είναι τόσο καλά επιλεγμένος και πιθηκίζων στον αφέντη του Βαρθολομαίο, που λειτουργεί στην ζωή του τόσο ανάλγητα, ως να μην υπάρχει 2000 χρόνων Ορθόδοξος πίστη, μυστήρια Ορθόδοξα και αποφάσεις Ιερών Συνόδων. Στην φωτογραφία αποδεικνύεται του λόγου το αληθές. Πιθηκίζει ο Ορθόδοξος Ιεράρχης Αυγουστίνος στον καθολικό επίσκοπο που δεν έχει ούτε Εκκλησία ούτε μυστήρια.



Ο οικουμενιστής Έλληνας Ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος της
Γερμανίας κύριος Αυγουστίνος παραδίδεται (χρίεται) στον καθολικό Αρχιερέα 
ο οποίος δεν έχει ούτε Εκκλησιά ούτε μυστήρια.
αυτή είναι η ντροπή και η μεγάλη προδοσία των Ελλήνων οικομενιστών.


                Σ’ αυτό το άθλιο οικουμενιστικό περιβάλλον κάθισε και μαθήτευσε ως μη όφειλε ο παραπάνω αναφερόμενος Πατήρ Αγαθάγγελος.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ: Η ΜΑΣΤΙΓΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ


sikofantia Μακάριοι είστε όταν σας χλευάσουν και σας καταδιώξουν και σας κακολογήσουν με ψεύτικες συκοφαντίες εξαιτίας μου. Να αισθάνεστε χαρά και αγαλλίαση, γιατί ο Θεός θα σας ανταμείψει με το παραπάνω. Έτσι καταδίωξαν και τους προφήτες πριν από σας.
Κατά Ματθαίον 5:11-12
Συκοφαντία… Μια λέξη που προφέρεται τόσο εύκολα, όσο εύκολα διαπράττεται. Μια λέξη που εμπερικλείει μια αρνητική ενέργεια, μια πράξη κατευθυνόμενη με πλήρη συνείδηση, μεθοδευμένα, στοχευμένα και καταλυτικά.
Από πού, όμως, προέρχεται η συγκεκριμένη λέξη; Οι εκδοχές πολλές. Υποστηρίζεται ότι το χρονικό ιστορικό πλαίσιο του 5 π.Χ. αιώνα, απαγορευόταν αυστηρά, δια νόμου, η εμπορική εξαγωγή σύκων από τη πόλη των Αθηνών.

Η αντιμετώπιση της συκοφαντίας(Αγ.Μαξίμου του Ομολογητού)


Μικρή γεύση από την ασκητική εμπειρία του αγίου Μάξιμου του Ομολογητή, σχετικά με την αντιμετώπιση της συκοφαντίας και του συκοφάντη, με την καθαρότητα της ψυχής που έγκειται στην εφαρμογή των λόγων του Κυρίου, σχετικά με την αληθινή φιλία και την περίθαλψη. Όλα αυτά περιστρέφονται, κατά τον άγιο, γύρω από την αληθινή αγάπη του Θεού. 
Όλα τα κάνει για να μην εκπέσει από το σκοπό της αγάπης.

«Όταν μας δουν οι δαίμονες να περιφρονούμε τα πράγματα του κόσμου, ώστε να μη μισούμε εξ αιτίας αυτών τους ανθρώπους και εκπέσουμε από την αγάπη, τότε παρακινούν άλλους να μας συκοφαντήσουν, ώστε, μη υποφέροντας την λύπη, να μισήσουμε εκείνους που μας συκοφάντησαν.

Δεν υπάρχει βαρύτερος πόνος της ψυχής από την συκοφαντία, είτε συκοφαντείτε κανείς για θέματα πίστεως, είτε για θέματα ηθικής, και κανένας δεν μπορεί να αδιαφορήσει γι’ αυτήν, παρά μόνο εκείνος που είναι προσηλωμένος στον Θεό, όπως η Σωσάννα, ο οποίος Θεός είναι ο μόνος που μπορεί να μας ελευθερώσει από τις δυσκολίες, όπως ακριβώς ελευθέρωσε και εκείνη, και να φανερώσει στους ανθρώπους την αλήθεια, όπως έκανε και στην περίπτωση εκείνης, και να παρηγορήσει την ψυχή με την ελπίδα.

Όσο περισσότερο προσεύχεσαι με όλη τη δύναμη της ψυχής σου για εκείνον που σε συκοφάντησε, τόσο περισσότερο και ο Θεός γνωρίζει την αλήθεια σε εκείνους που σκανδαλίσθηκαν.

Εκ φύσεως αγαθός είναι μόνο ο Θεός, και αγαθός με τη θέλησή του είναι μόνο εκείνος που μιμείται τον Θεό. Διότι ο σκοπός αυτού είναι να συνενώσει τους κακούς με τον εκ φύσεως αγαθό Θεό, για να γίνουν αγαθοί. Γι’ αυτό, ενώ κατηγορείται απ’ αυτούς, επαινεί αυτούς, ενώ διώκεται, δείχνει ανοχή, ενώ συκοφαντείται, μιλάει με καλοσύνη, και ενώ οδηγείται στο θάνατο, προσεύχεται γι’ αυτούς. Όλα τα κάνει για να μην εκπέσει από το σκοπό της αγάπης.

Οι εντολές του Κυρίου μας διδάσκουν να χρησιμοποιούμε σωστά τα κοινά πράγματα του κόσμου, η σωστή χρήση των πραγμάτων αυτών καθαρίζει την ψυχή από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, η καθαρή αυτή κατάσταση της ψυχής γεννάει την ορθή γνώση των πνευματικών εννοιών, η επίγνωση αυτή γεννάει την απάθεια, από την οποία γεννιέται η τέλεια αγάπη.

Δεν έχει ακόμη την απάθεια εκείνος που εξ αιτίας κάποιου πειρασμού δεν μπορεί να παραβλέψει το ελάττωμα του φίλου του, είτε αυτό είναι πραγματικά ελάττωμα, είτε θεωρείται σαν ελάττωμα. Διότι ταρασσόμενα τα πάθη που υπάρχουν μέσα στην ψυχή τυφλώνουν τον νου και δεν τον αφήνουν να δει το φως της αλήθειας, ούτε να ξεχωρίσει το καλό από το κακό. Επομένως ο άνθρωπος αυτός δεν απέκτησε ούτε την τέλεια αγάπη, που απομακρύνει το φόβο της κρίσεως.

Φίλου πιστού δεν υπάρχει αντάλλαγμα. Επειδή θεωρεί δικές του τις συμφορές του φίλου και υποφέρει μαζί με αυτόν κακοπαθώντας μέχρι θανάτου.

Υπάρχουν πολλοί φίλοι, αλλά κατά τον καιρό της ευτυχίας, κατά τον καιρό όμως των δοκιμασιών μόλις και μετά δυσκολίας θα μπορέσεις να βρεις ένα.

Τον κάθε άνθρωπο πρέπει να τον αγαπάμε μέσα από την ψυχή μας, αλλά πρέπει να αναθέτουμε την ελπίδα μόνο στο Θεό και να τον υπηρετούμε με όλη τη δύναμή μας. Διότι, εφόσον αυτός μας συντηρεί, και οι φίλοι τότε θα μας φροντίζουν, και όλοι οι εχθροί θα είναι ανίσχυροι απέναντί μας».

(Απόσπασμα από τα ‘’Κεφάλαια περί αγάπης’’, του αγίου Μάξιμου του Ομολογητή, Φ. ΕΠΕ 14, σελ. 345- 347).ΠΗΓΗ

θεραπεία του χαρακτήρας που εύκολα πέφτει στην κατάκριση Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός


Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός
Πώς μπορεί να θεραπευτεί ο ασθενής χαρακτήρας που εύκολα πέφτει στην κατάκριση;
Kάθε ανθρώπινος χαρακτήρας θεωρείται ασθενής, όταν απουσιάζει απ  αυτόν η θεία Χάρη, που τελειοποιεί και συνέχει τα πάντα, αφού «τά ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί».
Aυτό τονίζει και ο Kύριός μας, όταν λέει ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» ( Ιω. 15,5).
Eκτός όμως της παρουσίας της Χάριτος, απαραίτητα χρειάζεται και η ανθρώπινη πρόθεση και συνεργασία, σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες της λογικής και τις θείες εντολές, που θα προκαλέσουν τη θεία επέμβαση.
O άνθρωπος που εύκολα κατηγορεί, το κάνει γιατί συνήθισε λανθασμένα να ερευνά τις ξένες πράξεις και σκέψεις παρά τις δικές του. Λησμόνησε τα λόγια της Γραφής «μή κρίνετε, ίνα μή κριθήτε» (Ματ. 7,1) και το «εν ω κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε» (Ματ. 7,2).
H τόσο εύκολη συνήθεια της κρίσεως ξένων λόγων και πράξεων είναι ψυχική αρρώστια που προέρχεται από πώρωση της λογικής δυνάμεως του νού, που είναι μάλλον γέννημα του εγωισμού.
H εσωστρέφεια, που συνοδεύεται από την αυτομεμψία, κρίνεται απαραίτητη για τη διάγνωση και επίγνωση των δικών μας σφαλμάτων και λαθών.  Aπαραίτητος κανόνας και δόγμα της ζωής είναι η ευαγγελική νομοθεσία, χωρίς την οποία ο άνθρωπος δεν ορθοποδεί.  O «νόμος του πνεύματος της ζωής» (Ρωμ. 8,2), που είναι σε θέση να απελευθερώσει από το θάνατο στον οποίο κατρακυλήσαμε, μας χαράζει τους καινούργιους δρόμους της ζωής.  H αγάπη ενώνει τα «διεστώτα εις έν», δημιουργεί ένα δεσμό, μια κοινωνία. Μάς διδάσκει ότι «οφείλομεν τάς ψυχάς υπέρ των αδελφών ημών τιθέναι» (A΄ Ιω. 3,16) και «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. 6,2) και «πάντα ημών εν αγάπη γινέσθω» (A΄ Kορ. 16,14).
H άγνοια της ευαγγελικής διδασκαλίας επιτρέπει την επίδραση του παραλόγου και απομακρύνει τη θεία Χάρη.  Eπειδή ο άνθρωπος δεν έχει γνώση του Θεού και άρα δεν έφτασε ακόμη στο φωτισμό, πλανάται στις κρίσεις του.  Aπ'  εδώ αρχίζει το δικαίωμα του «γιατί;», του «άν» και του «μήπως;» και ξεκινά η κατάκριση, η αντίσταση, η απείθεια, το μίσος και γενικά η κακία.
Aναίρεση σε όλα αυτά μπορεί να προσφέρει ο Kύριός μας με το λόγο του: «εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιω. 13,34) και «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιω. 13,35). Oποιος φρόντισε να κρατήσει το νόμο της ευαγγελικής αγάπης σύμφωνα με την εντολή του Kυρίου μας, απαλλάσσεται από την περιεκτική κακία. ∆ότε ούτε κρίνει, ούτε επιβουλεύεται, ούτε κακοποιεί. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια απαλλάσσεται από τον παλαιό άνθρωπο και από όλο το νόμο της διαστροφής, αφού όλα τα ρυθμίζει η αγάπη.

Κατάκριση, λοιδορία, καταλαλιά, συκοφαντία



ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ
ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ
ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΚΡΙΣΕΩΣ, ΛΟΙΔΟΡΙΑΣ, ΚΑΤΑΛΑΛΙΑΣ, ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑΣ
Περί κατακρίσεως. 
Κατάκριση σημαίνει να κρίνεις και να καταδικάζεις κάποιον για ένα αμάρτημα. 
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει ότι « τίποτα δεν είναι τόσο ευχάριστο για τους ανθρώπους, όσο το να κατακρίνουν τις πράξεις των άλλων». Και ο Χρυσόστομος λέει ότι «με την κατάκριση ανατράπηκαν και βυθίστηκαν ψυχές». Ο Απόστολος Παύλος διδάσκει σε όλους ότι αυτός που κατακρίνει δεν μπορεί να απολογηθεί. Διότι για το κρίμα που κατακρίνει τον άλλον, κατακρίνει τον εαυτό του. Γιατί τα ίδια κάνει και αυτός που κρίνει. Και συ άνθρωπε που κρίνεις αυτούς που κάνουν τέτοιες πράξεις και κάνεις αυτά, νομίζεις ότι θα γλυτώσεις την κρίση του Θεού; Ο καθένας κουβαλάει το δικό του φορτίο. Για αυτό και ο Χρυσόστομος παραινεί λέγοντας: «ας μη γινόμαστε λοιπόν πικροί δικαστές των άλλων, για να μη ζητηθούν και από μας ευθύνες. Γιατί έχουμε αμαρτήματα μεγαλύτερα από κάθε συγγνώμη. Επομένως, καλύτερα να ελεούμε εκείνους που έκαναν ασυγχώρητα αμαρτήματα, για να εξασφαλίσουμε κι εμείς οι ίδιοι από πριν για τον εαυτό μας τέτοιο έλεος. Κι όμως, όσο κι αν φιλοτιμηθούμε, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να προσφέρουμε τέτοια φιλανθρωπία, την οποία χρειαζόμαστε εμείς από τον φιλάνθρωπο Θεό…γιατί όποιος μιλάει με φροντίδα και ακρίβεια για τον συνάνθρωπό του, πολύ περισσότερο θα έχει τον Θεό να κάνει το ίδιο για αυτόν. Ας μη μιλάμε λοιπόν ο ένας εναντίον του άλλου.
 
Και ο Κύριος μας δίνει εντολές λέγοντας: «Μην κρίνετε για να μην κριθείτε. Για το κρίμα που κρίνετε θα κριθείτε και με το μέτρο που μετράτε θα μετρηθείτε. Τι βλέπεις το ξυλαράκι στο μάτι του αδελφού σου, ενώ το δοκάρι στο δικό σου μάτι δεν το καταλαβαίνεις;»

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΩΥΣΗΣ: «Η ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ»



Του Γέροντος Μωυσέως, του Αγιορείτου
Ο συκοφάντης είναι δεινός ψεύτης, κακός άνθρωπος, δόλιος και ζηλόφθονος. Πρόκειται για πρόσωπο δειλό, διαστροφικό και ακαλλιέργητο. Έχει επιπολαιότητα, ρηχότητα, μετριότητα και περιέργεια.
Η εμπάθεια, η ιδιοτέλεια, η έπαρση και η υστεροβουλία τον χαρακτηρίζουν. Δεν πτοείται να σπιλώσει, να ατιμάσει, να καταρρακώσει τον υποτιθέμενο εχθρό του. Ικανοποιείται με τον διασυρμό του άλλου και τη διαπόμπευσή του. Διακατέχεται από απάνθρωπα και θηριώδη ένστικτα. Το πάθος τον μεθά, τον θολώνει, τον ευχαριστεί, τον μαγεύει.
Οι συκοφάντες χαίρονται ιδιαίτερα όταν βρίσκουν ακροατές και αναγνώστες των ψευδών τους και μεταφορείς των φαντασιών τους. Παγιδεύουν απρόσεκτους και αδαείς φίλους, τους οποίους δεν είναι καθόλου δύσκολο αύριο να διασύρουν κι αυτούς για να διαδώσουν ανυπόστατες κατηγορίες. Η συκοφαντία είναι χειρότερη της κατηγορίας, γιατί εσκεμμένα χρησιμοποιεί το ψεύδος εναντίον άλλου. Η εμπάθεια του συκοφάντη είναι φοβερή. Συνεργάζονται το μίσος και η κακία, η ζήλια και ο φθόνος, η εχθρότητα και η απάτη.
Φυσικά δεν παραδέχεται το αμάρτημά του.
Υποκρίνεται χυδαία, κάνει μάλιστα και τον φίλο στον συκοφαντούμενο για να μην υποψιαστεί από κανέναν. Μπορεί μία απλή συκοφαντία να ξεκινήσει από έναν αστεϊσμό, αλλά να καταλήξει σε φοβερή περιπέτεια. Ο αθώος αδικείται, περιπαίζεται, ταλαιπωρείται, δεν γνωρίζει τι να κάνει.
Οι συκοφάντες είναι άδικοι, αδίστακτοι, απεχθείς, θηρία ανήμερα, δηλητηριώδη φίδια, επικίνδυνοι σκορπιοί.

Περί της συκοφαντίας. by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης

\
τοπίο - Άγιον Όρος
Υμνογράφος Χαράλαμπος Μπούσιας
Για τη συκοφαντία διαβάζουμε στα Γεροντικά και στα Συναξάρια των Αγίων τα εξής αξιοπρόσεκτα:
Στον Αββά Αντώνιο ήλθε κάποτε ένας αδελφός από κάποιο κοινόβιο, ο οποίος συκοφαντήθηκε για πορνεία. Ήλθαν και οι αδελφοί από το κοινόβιο, για να τον θεραπεύσουν και να τον πάρουν. Αντί, όμως, για αγάπη, του έκαναν έλεγχο και εκείνος προσπαθούσε να απολογηθεί λέγοντας ότι δεν έπεσε σε εκείνο το αμάρτημα. Ο Αββάς Παφνούτιος που βρισκόταν εκεί άκουγε τη συνομιλία και θλιβόταν, για τον τρόπο αντιμετωπίσεως των άλλων αδελφών. Έτσι, βρήκε την ευκαιρία και τους είπε:
— Είδα στην όχθη του ποταμού έναν άνθρωπο, που είχε χωθεί στο βόρβορο ως τα γόνατά του και καθώς ήλθαν μερικοί να του δώσουν χέρι βοηθείας τον καταπόντισαν μέχρι το λαιμό.
Τους λέγει τότε ο Αββάς Αντώνιος για τον Αββά Παφνούτιο:
— Να, άνθρωπος αληθινός, που μπορεί να θεραπεύσει και να σώσει ψυχές.
Συγκινήθηκαν τότε από τα λόγια των γερόντων και έβαλαν μετάνοια στον αδελφό. Ηρέμησαν έτσι και τον πήραν πάλι πίσω στο κοινόβιο.
Κοντά στον Αββά Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη που ήταν Πρεσβύτερος βρισκόταν και κάποιος ευλαβής και ενάρετος διάκονος. Ο Αββάς σκόπευε να τον κάνει Πρεσβύτερο και διάδοχό του. Εκείνος, όμως, από μεγάλη ταπείνωση δεν δεχόταν χειροτονία προβάλλοντας αναξιότητα.
Αυτό τον ενάρετο αδελφό, τον μίσησε τόσο πολύ κάποιος άλλος μοναχός στη Σκήτη, νικημένος από το πάθος του φθόνου, και γύρευε με κάθε τρόπο να τον βλάψει και να τον δυσφημήσει.
Να, λοιπόν, τι τον έβαλε ο διάβολος να κάνει. Πήρε μια μέρα ένα από τα βιβλία του και το έβαλε κρυφά στο κελλί του Διακόνου, χωρίς εκείνος να πάρει είδηση. Ύστερα πήγε στον Αββά Ισίδωρο και του παραπονέθηκε πως έχασε το βιβλίο του και πως κάποιος από τους αδελφούς έπρεπε να το είχε κλέψει. Απαιτούσε, λοιπόν, να γίνει έρευνα σε όλα τα κελλιά.
— Τέτοιο πράγμα, παιδί μου, έκανε έκπληκτος ο Γέροντας, δεν έχει ξαναγίνει στη Σκήτη. Αλλά, για να βεβαιωθείς, πάρε δυo αδελφούς και ψάξε τα κελλιά.
Έτσι κι’ έγινε. Αφού έψαξαν μερικά άλλα κελλιά, πήγαν και στου Διακόνου και φυσικά εκεί βρήκαν το βιβλίο. Το πήραν, λοιπόν, και το έφεραν στην Εκκλησία την ώρα του εσπερινού, που ήσαν συγκεντρωμένοι οι αδελφοί, και είπαν μεγαλοφώνως στον Αββά Ισίδωρο, για ν’ ακουσθεί από όλους, που είχε βρεθεί το βιβλίο.