Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος: ο άνθρωπος του Θεού



Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος: ο άνθρωπος του Θεού *
ὑπὸ ἀρχιμ. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Ἐφραὶμ  Γ. Τριανταφυλλοπούλου,
Πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἱερᾶς  Μητροπόλεως Σισανίου καὶ Σιατίστης,
Δρος Θεολογίας ΑΠΘ


Παναγιώτατε, σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

ἐλλογιμώτατοι κύριοι καθηγηταί, πάντες οἱ τὰ πρῶτα τοῦ τόπου φέροντες

σεβαστοί μου Πατέρες, εὐλογημένοι μοναχοὶ καὶ μοναχές, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί!  Χριστὸς Ἀνέστη!

Πάει καιρός, ποὺ μοῦ προτάθηκε νὰ εἰσηγηθῶ στὶς ἀκοές Σας θέμα δύσκολο, νά μιλήσω γιὰ ἕνα πρόσωπο ἀγαπημένο καὶ τόσο μακρυνὸ ταυτόχρονα λόγῳ τῆς ὁσιακῆς βιοτῆς του, ἀλλὰ πάλι τόσο κοντινὸ καὶ οἰκεῖο σὲ μᾶς, ἀκριβῶς γιὰ τὸν ἴδιο λόγο. Εὔχεσθε νὰ φανερώσουν τὰ λόγια αὐτά, τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ εὔχεσθε ἐπίσης καὶ γιὰ τὸν ὁμιλοῦντα, ὁ ὁποῖος σήμερα ἐν Ἐκκλησίᾳ πληθούσῃ καταθέτω τὰ μῦρα καὶ τὴν κασσία τῆς εὐγνωμοσύνης μου, διότι ἀπὸ τὰ εὐλογημένα χέρια τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ εἰσῆλθα στὸν εὐαγγελικὸ ζυγὸ καὶ τὴν ἱερατικὴ ἀξία.

Ἂς ἀρθοῦμε ὑπεράνω ἀδυναμιῶν καὶ δυσκολιῶν ποὺ ὅλοι μας ἔχουμε, γιὰ νὰ ἑστιάσουμε σὲ συγκεκριμένα σημεῖα τῆς εὐλογημένης παρουσίας του, παρακάμπτοντας τὶς ὅποιες ἀδυναμίες κι ἐκείνου ὡς θνητοῦ ἀνθρώπου. Ἄλλωστε ὁ Θεός, «ὄχι ἕνεκα τούτων, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα» μᾶς ἁγιάζει καὶ μᾶς σώζει. Ἡ ὅποια ἀποτυχία στοὺς καλοπροαιρέτους γίνεται ὑλικὸ γιὰ νὰ δουλέψει καὶ νὰ «χτίσει» ὁ Θεὸς τὸν παράδεισο μέσα τους.

Ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Ἀντώνιος, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη σὰν σήμερα, στὶς 22 Μαΐου 1974, ἄφησε μαρτυρία ἀγαθοῦ, προσευχομένου, ὑπομονετικοῦ, ἁγιασμένου ποιμένα στὸν πνευματικὸ κόσμο τῆς χώρας καὶ ὄχι μόνο. Ἀπὸ τὰ πολλὰ πνευματικὰ χαρίσματα μὲ τὰ ὁποῖα τὸν εἶχε κοσμήσει ὁ Θεός, ἀναφέρουμε τὸν ἄμεμπτο βίο, τὴν πολλὴ καὶ θερμὴ προσευχὴ μετὰ δακρύων (συχνὰ ἀνέφερε στὸ κήρυγμά του ὅτι «τὰ δάκρυα τοῦ κενόδοξου ἄκαρπα ξηραίνονται ἐπὶ τῶν παρειῶν του»[1]!), τὸ ἐπιβεβαιωμένο προορατικὸ καὶ διορατικό του χάρισμα, τὴ συγγραφὴ καὶ μελέτη καὶ τὴν ἀπὸ φυσικοῦ του ταπείνωση, τὴν ταπείνωση δηλαδὴ ὡς φυσικὸ χάρισμα, «ἡ ὁποία αὐξήθηκε πολὺ περισσότερο μὲ τὴν ἄνοδό του στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο, πρᾶγμα θαυμαστὸ καὶ πολὺ σπάνιο» σύμφωνα μὲ κάποιον χαριτωμένο Ἱερέα.[2] Περισσότερο ταπεινὸς ὡς Ἐπίσκοπος, παρὰ ὡς Ἱερέας. Ἀλλὰ καὶ ὁ δισταγμός του καὶ ἡ ἐπὶ μακρὸν ἀναβολή του νὰ εἰσέλθει στὸν Ἱερὸ Κλῆρο[3], (47 ἐτῶν χειροτονήθηκε Διάκονος), ὅπως ἐπανειλημμένως δήλωνε στοὺς χειροτονητήριους λόγους του εἶναι δείγματα τεταπεινωμένης καρδίας.Ἔκπληκτος μιὰ φορά, τὸν ἀκούω νὰ μοῦ λέει: «πάτερ Ἐφραίμ, ὀφείλουμε πάρα πολλὰ στὶς προσευχὲς ὀλίγων ἐναρέτων λαϊκῶν»[4]! Καὶ δὲν πίστευα στ’ αὐτιά μου. Κάποτε, μάλιστα, τὸν εἶδα νὰ μεταφέρει βαλίτσες ἐπισκεπτῶν[5] σὲ Μοναστήρι τῆς Μητροπόλεώς μας! Τοὺς ἔφτιαξε κατόπιν καφὲ καὶ τοὺς τὸν σέρβιρε...

Κατὰ τὰ πρῶτα 5-6 ἔτη τῆς διακονίας μου ὡς Ἱεροκήρυκος, μὲ ἔστελνε πάντα τῆς Παναγίας νὰ λειτουργῶ σ’ἕνα ξωκκλήσι Της ἑνὸς ἀπόμακρου χωριοῦ, 55 χιλιόμετρα ἀπὸ τὴ Σιάτιστα, λέγοντάς μου:«ἄκου νὰ δεῖς, ἐκεῖ εἶναι ἕνας παπᾶς ἔγγαμος ποὺ κατὰ τὴ θεία Λειτουργία βλέπει ἀγγέλους, νὰ ξέρεις. Καλὸ εἶναι γιὰ σένα νὰ σὲ βλέπει νὰ λειτουργεῖς καὶ νὰ τὸν ρωτᾶς καὶ σὺ κιόλας. Πρόσεχε, γιατὶ τὰ φαινόμενα ἀπατοῦν, μὴ δίνεις σημασία». Γνώρισα τὸν Ἱερέα[6] καὶ εὐγνωμονῶ τὸ Θεό. Ἐλάχιστες φορές φαινόταν νὰ «χάνεται» στὴ θεία Λειτουργία. Τὸν ρωτοῦσα μετὰ νὰ μοῦ πεῖ γιὰ τὴν εὐλογία τῆς θείας Λειτουργίας καὶ μοῦ ἔλεγε: «μὴ συζητᾶς παιδάκι μου τὶ γίνεται»! Χωρὶς νὰ καταλαβαίνω χαιρόμουν κι ἐγώ. Ὕστερα ἀπὸ λίγο καθὼς πίναμε καφεδάκι στὸ χωριό, ὁ παπούλης ἀπολάμβανε μακαρίως τὸ καφεδάκι του μὲ τὸ ἀπαραίτητο συμπλήρωμα[7] (!), ὁ τρόπος δὲ μὲ τὸν ὁποῖο καθόταν, πρόδινε ζηλευτὴ ἄνεση καὶ ἀρχοντιά, ποὺ κάποιους ἐξ’ἡμῶν θὰ «σκανδάλιζαν». Τότε θυμήθηκα τὸ «πρόσεχε, τὰ φαινόμενα ἀπατοῦν» τοῦ μακαριστοῦ καὶ κατάλαβα. Ἐπρόκειτο τελικὰ γιὰ ἕναν χαριτωμένο Ἱερέα κεκοιμημένο ἐδῶ καὶ πολὺν καιρό.

Στὴ διάρκεια τῆς ἀσθενείας του ὁ μακαριστὸς δὲν ἔπαυε νὰ μᾶς τονίζει: «τὸν ἑαυτό μου κήρυξα, ὄχι τὸ Χριστό»![8] Καὶ ἄλλοτε, σημάδι κάποιας ὑπερφυσικῆς ἐμπειρίας του κατὰ τὴν ἀσθένεια, εἶπε: «θὰ σᾶς πῶ ὅταν γίνω καλά. Σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ ὁ Κύριος»[9];

Στὴν ἰδική μου εἰς Διάκονον χειροτονία, τὸν βρήκαμε νὰ ἔχει φτάσει πιὸ νωρὶς ἀπὸ ἐμᾶς στὸν ναὸ καί, μ’ ἕνα ἁπλὸ ζωστικό, νὰ μαζεύει τὰ πρόσφορα ἀπὸ τοὺς πιστούς. Ἐπιπλέον μὲ εἶχε πληροφορήσει στὸ σπίτι τους ἡ μακαριστὴ ἀδελφή του, ἡ ὁποία παρέστη στὴ χειροτονία μου, ὅτι «ὁ Δεσπότης πρὶν ἀπὸ κάθε χειροτονία ἀγρυπνεῖ ὅλη νύχτα προσευχόμενος περπατώντας, καὶ μιλάει στὸ Θεὸ μὲ τὰ χέρια ψηλά. Ἔτσι θὰ κάνει καὶ μὲ τὴ δική σου χειροτονία»![10]

Ἕνα πρᾶγμα ποὺ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση ἦταν καὶ ἡ πολλὴ θύραθεν -μαζὶ μὲ τὴν αὐτονόητη θεολογικὴ- παιδεία ποὺ τὸν διέκρινε. Δειγματοληπτικὰ Σᾶς ὑπενθυμίζουμε ὅτι ἀνέφερε συχνὰ τὸν Δημοσθένη, τὸν Πλάτωνα, τὸν Ἀριστοτέλη[11], τὸν Πλούταρχο[12], τὸν Σοφοκλή[13], τὸν Μᾶρκο Αὐρήλιο[14], τὸν ποιητὴ Θέογνι τὸν Μεγαρέα[15], τὸν ἐκπρόσωπο τῆς Νέας ἀττικῆς κωμωδίας Μένανδρο, τὸν Θουκυδίδη[16] καὶ γενικότερα τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες συγγραφεῖς, φιλοσόφους καὶ δραματικοὺς ποιητές, διανθίζοντας τὰ ἐξαιρετικῆς ρητορικῆς δεινότητας κηρύγματά του -μνημεῖα πραγματικά!- μὲ ρητὰ καὶ λόγους τους. Δὲ λείπουν ἐπίσης ἀναφορές του σὲ ἔργα ἄλλων θύραθεν συγγραφέων, ὅπως πχ τοῦ Eduard Norden[17], ἀναλυτὴ τῆς τέχνης τῆς ἀρχαίας πεζογραφίας[18], στὸνΦάουστ τοῦ Γκαῖτε[19], ὡς καὶ στοὺς Δροσεροὺς καημοὺς τοῦ Ἀθανασιάδη-Νόβα[20]. Γενικὰ οἱ θύραθεν γνώσεις του κάλυπταν πολλὰ πεδία, ἀπὸ αὐτὸ τῆς Πολιτικῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Διαιτητικῆς, μέχρι κι ἐκεῖνο τῶν ἀγροτικῶν ἀσχολιῶν ἢ τῶν οἰκιακῶν καθηκόντων[21].

Ἀλλὰ καὶ ποιός δὲν θυμᾶται τὶς συνεχεῖς προφορικὲς παραπομπές του σὲ στίχους τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καθὼς ἀνέφερε μὲ ἐπιμέλεια «σπουδαστοῦ» τὰ κεφάλαια καὶ τὰ χωρία, ἢ τὶς ἀπὸ στήθους ἀπαγγελίες του πατερικῶν ἀποσπασμάτων, μὲ ἐπιμονὴ στὴ «θηριώδη καὶ ὀφιόμορφον κακίαν»[22], ποὺ παραπέμπει στὸν ὅσιο Ἰσίδωρο τὸν Πηλουσιώτη; Μελετώντας ἀργότερα τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, βρῆκα στὶς βιβλιοθῆκες τῆς Μητροπόλεως καὶ στοὺς δύο πρώτους τόμους τῶν ἔργων τοῦ Ἁγίου, τῆς ἔκδοσης τοῦ καθηγητῆ Παναγιώτη Χρήστου, ἀρκετὲς ὑπογραμμίσεις καὶ σημειώσεις δικές του μὲ μολύβι, ἀλλὰ καὶ μὲ κόκκινο μπὶκ στὰ περιθώρια. Ἀφημένα ἐπίσης στὶς σελίδες τῆς Θρησκευτικῆς Ἠθικῆς Ἐγκυκλοπαιδείας, ὑπῆρχαν σκαριφήματα κηρυγμάτων του μὲ τὶς ἡμερομηνίες ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ἐκφωνηθοῦν ἢ ἐκφωνήθηκαν, κυρίως σὲ ναοὺς τῶν Ἀθηνῶν.

Ἐκτιμοῦσε στοὺς ἀνθρώπους τὸ ἦθος, τὴν καλωσύνη καὶ τὴν ἀφτιασίδωτη συμπεριφορὰ σὲ ὅποιους χώρους καὶ ἂν τὴ συναντοῦσε, ἐνῶ στηλίτευε τὴν ὑποκρισία καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου. Μοῦ ἐκθείαζε τὸ στρατηγὸ Νικόλαο Πλαστήρα (†1953) τὸν ὁποῖο εἶχε συναντήσει, λαϊκὸς ἔτι ὤν, στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου καὶ τὸν ὁποῖο ἀποκαλοῦσε «ἅγιο», ἕνεκα τῆς κατ’αὐτὸν διαπιστωμένης ἀρετῆς του, τῆς καλωσύνης του, τῆς πάμπτωχης ζωῆς του καὶ τῆς πίστης του στὸ Θεό, διερωτώμενος: «ποῦ ὑπάρχουν Πλαστῆρες σήμερα»[23];

Ἐπίσης μοῦ ἐγκωμίαζε τὸ ἦθος καὶ τὴν πίστη στὸ Θεὸ τῆς μεγάλης ἠθοποιοῦ Ἄννας Συνοδινοῦ (†2016), ἐνῶ δὲν παρέλειπε κάποτε, στὴ νεότητά του, νὰ παρακολουθεῖ σοβαρὲς παραστάσεις τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου[24] ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχε ἄποψη.

Ὄντως Πατερικὸς ἄνθρωπος, ἐκινεῖτο προσληπτικά, δὲν διέγραφε δίκην ἀλαθήτου, οὔτε ἔπασχε ἀπὸ εἶδος πνευματικοῦ ἱδρυματισμοῦ, διαχωρίζοντας νεστοριανικὰ τοὺς χώρους σὲ ἱεροὺς καὶ βέβηλους, ἐφόσον εἶναι πανταχοῦ παρὼν ὁ Θεός. Ὅ,τι, μάλιστα, σὲ ἐπίπεδο πολιτιστικῶν δρώμενων κάθε ἐποχῆς, ἄντεχε στὸ καμίνι τῶν Ὀρθοδόξων κριτηρίων του ἔστεκε μέσα στὴν Ἀλήθεια, ὅ,τι ἦταν «καυσούμενο» ἔλυωνε καὶ ἐξαφανιζόταν. Ἐκινεῖτο «σὰν τὴ μέλισσα, ὄχι ὅπως ἡ μύγα», ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ ὅσιος Παΐσιος.

Ὑπῆρξε ἐποχὴ ποὺ -λαϊκὸς ὢν- ἄνοιγε τὴν καρδιά του στὸ πετραχήλι τοῦ Μητροπολίτη Κορινθίας Μιχαὴλ Κωνσταντινίδη, μετέπειτα Ἀμερικῆς[25], ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐπηρεάστηκε καὶ στὸ ὕφος γραφῆς. Τὸν ὀνόμαζε «ζωντανὸ ἅγιο» μὲ μεγάλη παρρησία στὸ Θεὸ καὶ δυνατὴ προσευχή. Ἀργότερα εἶχε πνευματικὴ σχέση μὲ τὸν Γέροντα Ἀμφιλόχιο τῆς Πάτμου, ἐπέλεξε δὲ ὡς πνευματικό του τὸν μακαριστὸ Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως Διονύσιο. Λάτρης τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου συχνὰ τὸν καλοῦσαν γιὰ χειροτονίες, διατηροῦσε πνευματικὴ σχέση μὲ τοὺς Γέροντες Παΐσιο καὶ Πορφύριο τοὺς ὁσίους, Γεώργιο Γρηγοριάτη, Φιλόθεο Καρακαλληνό, Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτη νῦν Ἀριζονίτη,  Ἄνθιμο Ἁγιαννανίτη,Ἰωάννη Ἁγιαννανίτη, Ἰσαὰκ τῆς Καψάλας τὸν Λιβανέζο, Πετρώνιο Προδρομίτη τὸν ὁποῖο βαθύτατα ἐκτιμοῦσε, τὸν τυφλὸ Γέροντα Διονύσιο τῆς Κολιτσοῦς, ὅπου τελευταῖα συχνὰ μετέβαινε, τὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο Λάζαρη, τὸν π. Στέφανο Ἀναγνωστόπουλο, ὅπως καὶ τὸν χαριτωμένο καὶ αἰσθητῶς εὐωδιάζοντα[26]ἔγγαμο ἱερέα Ἰωάννη Καλαΐδη ἀπὸ τὸ Νεοχώριο Σιντικῆς, καὶ μὲ ἀρκετοὺς ἄλλους ἐπίσης, ἁγιορεῖτες καὶ μή.

Τὶς δύο φορὲς ποὺ τὸν συνόδευσα ὡς Διάκονός του στὸ ἅγιον Ὄρος, τὸ 1995 καὶ τὸ 1996 καὶ στὶς Μονὲς Καρακάλλου, Σιμωνόπετρας καὶ Ξηροποτάμου, παρατηροῦσα τόσο στὸ πλοῖο, ὅσο καὶ στὶς Μονές, τόσο σεβασμὸ στὸ πρόσωπό του ἀπὸ πλευρᾶς μοναχῶν καὶ λαϊκῶν, ὡσὰν νὰ ὑπῆρχε ἕνας ζωντανὸς ἅγιος ἀνάμεσά τους. Ἀσπάζονταν καὶ τὸ κράσπεδο τοῦ ράσου του! Σημειωτέον ὅτι δὲν ἔφερε ἐγκόλπιο καὶ μὲ τὸ καλογερικὸ καλυμμαύχι ἔδειχνε περισσότερο σὰν ἁγιορείτης ἁπλὸς μοναχὸς σὲ κάποιον ποὺ δὲν τὸν γνώριζε. Στὶς μηνιαῖες ἀγρυπνίες τῆς Μονῆς μας τοῦ Μικροκάστρου -πρᾶγμα παράδοξο-  ἐνδυόταν σὰν ἁπλὸς ἱερομόναχος, φέροντας μόνον ἐγκόλπιο, κάτι ποὺ πιστοποιεῖται ἀπὸ τὶς βιντεοσκοπημένες ὁμιλίες του. Ἄλλοτε πάλι, ὡς Διάκονός του, παρακαλώντας τον νὰ μοῦ ἐπιτρέψει νὰ τὸν βοηθήσω νὰ ἐνδυθεῖ τὸν ἀρχιερατικό του σάκκο, μὲ ἄφησε ἐμβρόντητο λέγοντας: «αὐτὰ ἔχουν τελειώσει πιά, παιδάκι μου»[27]! Μὲ τὸ χιοῦμορ ἐπίσης ποὺ τὸν διέκρινε, ὅταν ἐρωτᾶτο ποῦ εἶχε βρεῖ τὴ γνωστὴ παλιὰ ξύλινη μαύρη βαλίτσα γιὰ τὴ μεταφορὰ τῶν ἀμφίων του, ἀπαντοῦσε ἀφοπλιστικὰ γιὰ νὰ μᾶς δείξει πόσο παλιὰ ἦταν αὐτοσαρκαζόμενος : «μοῦ τὴ δώρισε ἡ βασίλισσα Ὄλγα»![28].Σημειωτέον ὅτι ἡ εἰρημένη βασίλισσα ἐκοιμήθη τὸ 1926, ὅταν ὁ μακαριστὸς ἦταν μόλις 6 ἐτῶν.

Εἶχε συναντηθεῖ μὲ τὸν γέροντα Ἰάκωβο Τσαλίκη, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔλεγε ὅτι σὲ μακρὰ συνομιλία ποὺ εἶχαν, δὲν διέκρινε οὔτε ἕνα δογματικὸ λάθος στὰ λεγόμενά του[29], ὅπως καὶ -καθὼς προανέφερα- μὲ τοὺς δύο ἐσχάτους ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας Παΐσιο καὶ Πορφύριο, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔλεγε ὅτι δὲν ἀπέλπιζε τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἔψεγε καλότροπα πολλοὺς ἱερεῖς γιὰ τὸν ἀφόρητο διδακτισμό τους[30]καὶ πολὺ καλῶς ἔκανε.

Κατὰ τὸ σύντομο πέρασμά του ἀπὸ τὸ Παρίσι τὸν εἶχε ἐνθουσιάσει, ἔλεγε, ἡ τελεία πτωχεία, θεολογικὴ κατάρτιση καὶ «δυνατὴ» προσευχή τοῦ ἐπισκόπου Κατάνης Κασσιανοῦ, καθηγητοῦ στὸ Ἰνστιτοῦτο τοῦ ἁγίου Σεργίου. Εἶχε ἐπίσης μελετήσει ἀρκετὰ βιβλία ρωμαιοκαθολικῶν θεολόγων μὲ ἰδιόχειρες σημειώσεις καὶ ὑπογραμμίσεις ἐπὶ τῶν κειμένων πχ τὴ βιογραφία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου ἀπὸ τὸν Ὄσκαρ Κούλμαν, κείμενα τοῦ Ζὰν Ντανιελού, τοῦ Ὓβ Κονγκάρ, ἀλλὰ κυρίως κείμενα Ὀρθοδόξων τῆς διασπορᾶς, θεωρώντας σὰν κορυφαῖο τους τὸν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι. Ἐνθουσιάστηκε ἄλλοτε τόσο πολὺ μὲ τὴ βιογραφία τῆς ὁσίας Μαρίας Σκομπτσόβα, μιᾶς ρωσίδας ἁγίας μὲ στοιχεῖα διὰ Χριστὸν σαλότητας ποὺ ἔζησε στὸ Παρίσι, ὥστε μοῦ ἅρπαξε κυριολεκτικὰ ἀπ’τὸ χέρι τὸ βιβλίο[31] προτοῦ νὰ τὸ τελειώσω, τὸ διάβασε ὁλόκληρο καὶ μοῦ εἶπε μὲ νόημα: «αὐτὴ μᾶς κάνει σπουδαία κριτικὴ ὅλων μας, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν κι ἔχει πολὺ δίκιο. Μαρίες Σκομπτσόβες καὶ Παύλους Σερβίας θέλουμε»[32]! Καὶ μοῦ τὸ ἔδωσε πίσω νὰ συνεχίσω τὸ διάβασμα κι ἐγώ.

Ξεχώριζε, ἐπίσης, ἀπὸ τοὺς καθηγητὲς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν τοὺς Χρῆστο Ἀνδροῦτσο (†1935) καὶ, κυρίως, τὸν Λεωνίδα Φιλιππίδη[33] (1939-1968).

Μὲ τὸν ἅγιο Νεκτάριο φαίνεται πὼς διατηροῦσε ζωντανὴ σχέση. Ὅσοι τὸν θυμούμαστε στὶς ἀγρυπνίες, ἀκούγαμε νὰ μνημονεύει πάντοτε ἀπὸ Ὡραίας Πύλης κάποια Σαλώμη, ἀπὸ τὰ μέρη τοῦ Ἀγρινίου. Ἡ Σαλώμη, μοῦ ἐξήγησε, ἦταν μιὰ ἀφιερωμένη παιδιόθεν στὸ Θεὸ ψυχή, ἡ ὁποία τοῦ προεῖπε τὴν εἰς Ἐπίσκοπο χειροτονία του λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκλογή του, «βλέποντάς τον σὲ θρόνο», ὅπως τοῦ ἐξομολογήθηκε, τῆς τὄ’χε πεῖ μάλιστα ὁ «παπούς», ἐννοώντας τὸν ἅγιο Νεκτάριο. Ὁ τότε π. Ἀντώνιος τὴν ἐπιτίμησε αὐστηρά. Λίγο μετὰ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος. Ἡ ἴδια, άλλη μία φορὰ τοῦ εἶχε ἐξομολογηθεῖ ὅτι «ἦταν πολὺ στενοχωρημένος μὲ τοὺς ἱερεῖς ὁ ἅγιος Νεκτάριος» καί, στὴν ἐναγώνια ἐρώτησή του «γιὰ μένα τί σοῦ εἶπε, βρὲ Σαλώμη»; ἀπάντησε: «Μὲ σένα εἶναι εὐχαριστημένος παπ’ Ἀντώνη γιατὶ τρέχεις στὰ χωριά». «Δόξα τῷ Θεῷ»! ἀπάντησε ὁ π. Ἀντώνιος καί, ἔλαμπε ἀπὸ ἔκδηλη χαρά, ὅταν ὡς Ἐπίσκοπος ἀργότερα τὸ διηγεῖτο[34].

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι σὰν Ἀρχιερέας ἦταν ἐπιφορτισμένος καὶ μὲ τὰ διοικητικὰ καθήκοντα ἑνὸς ἐπισκόπου, συνέγραφε, προσευχόταν πολλὲς φορὲς στὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀκολουθίας, ἀλλὰ «περιπατητικῶς», ἐπικαλούμενος, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κύριο, τὴν Παναγία Μητέρα Του, πλῆθος ἁγίων, ὅπως μοῦ ἔλεγε ὅταν ἤμουν Διάκονός του, ἐκθειάζοντάς μου συνεχῶς τὰ ἀγαθὰ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς. Ἐνθυμοῦμαι μιὰ στιχομυθία μεταξύ μας: «πῶς πῆγε ἡ προσευχὴ σήμερα Σεβασμιώτατε»; «Πολὺ καλά, Ἐφραίμ! Ὀκτὼ χιλιόμετρα προσευχὴ καὶ δύο κήρυγμα»[35]!

Ὡς σχολάρχης στὴν Ἱερατικὴ Σχολὴ τῆς Ξάνθης ξεκινοῦσε τὴν προσευχὴ στὶς 3:00 τὰ ξημερώματα, τελείωνε τὴ θεία Λειτουργία λίγο πρὶν τὶς 6:30, λίγο ξεκουραζόταν καὶ πήγαινε κατόπιν γιὰ μάθημα.

Νήστευε ἰσοβίως τὸ κρέας καὶ ἀγαποῦσε στὰ νιάτα του τὴν ὀρειβασία. Ἄλλωστε, ὑπηρέτησε τὴ θητεία του στὶς Εἰδικὲς Δυνάμεις. Θυμᾶμαι τώρα τὸν νῦν ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης, ἅγιο Χανίων τότε, νὰ μοῦ τὸν κατονομάζει ὡς «ἡρωικὸ ἄνθρωπο» .

Συχνὰ γιὰ νὰ μὲ προστατεύσει πνευματικά, μοῦ τόνιζε τὴν ἀξία τῆς σιωπῆς καὶ τῆς κρυφῆς πνευματικῆς ἐργασίας μὲ τὴ φράση «λάθε βιώσας». «Πολλὲς φορὲς ποὺ μίλησα», ἔλεγε, «τὸ μετάνοιωσα. Ὅποτε σιώπησα τὸ χάρηκα». «Ἡ μέλισσα στὸ σκοτάδι φτιάχνει τὸ μέλι»[36], μοῦ εἶπε κάποτε. Συστηματικὰ ἀπέφευγε τὰ φῶτα τῆς δημοσιότητας, ἀργότερα ὅμως, καθὼς ἡ φήμη του ἐξαπλωνόταν καὶ προέδραμε τάχιον τῆς παρουσίας του, ἐκείνη τὸν ... καταδίωκε! Γι’ αὐτὸ καὶ «μισοῦσε» -κάπως ἁπόλυτα- μὲ ἕνα ἅγιο μῖσος τὴν ἐπίδειξη πνευματικοῦ «ἔργου», «κινήσεως» κλπ. Τὴν θεωροῦσε προτεσταντικοῦ τύπου ἀντιστάθμισμα τῆς ἔλλειψης ἐσωτερικοῦ βιώματος καὶ προσευχῆς. Ἤξερε πὼς πολλὲς φορὲς, πίσω κι ἀπ’τὸ πιὸ «λαμπρὸ» ποιμαντικὸ ἔργο, προϊὸν -ἔστω- ὁλοκάρδιας ἀφιέρωσης, ἴσως νὰ φωλιάζει ὁ ἀκοίμητος σκώληξ τῆς κενοδοξίας, ἕτοιμος νὰ καταβροχθίσει πρῶτον καὶ καλύτερο τὸν Ἱερέα. Γι’ αὐτό, γιὰ νὰ μᾶς ἀσφαλίσει πνευματικά, μᾶς «γείωνε» μὲ τὶς φράσεις ποὺ προεῖπα. Ἔλεγε χαρακτηριστικά:«στὸ τέλος χάνει τὸ μυαλό του κι ὁ παπᾶς καὶ χτυπάει μόνος του τὴν καμπάνα! Ἀλλὰ μὴν παραξενεύεστε, ἐκεῖ ποὺ φτάσαμε ἀπὸ τὸν ἐγωισμό μας, τὸ μέλλον εἶναι ἡ τρέλα»![37]. Ἤ, μὲ τὴν πελοποννησιακή του προφορά στὰ ἱερατικὰ συνέδρια μᾶς φώναζε: «ταχιά, θὰ φύγουμε, τὸ νοῦ σας. Ἐγὼ σᾶς τὰ εἶπα πάντως»![38], ὑπογραμμίζοντας τὴν ἀξία τῆς μνήμης θανάτου.

Βρισκόταν ἀπέναντι σὲ ὁποιαδήποτε νοσηρὴ προσωποπαγὴ σχέση, ὅπως αὐτὴ στὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ἐξελιχθεῖ ἡ σχέση πνευματικοῦ καὶ ἐξομολογούμενου. Στὴν ἐπιμονή μου κάποτε νὰ κατέβω στὴν Ἀθήνα νὰ δῶ τὸ Γέροντά μου, μὲ κοίταξε μὲ αὐστηρότητα καί, δείχνοντάς μου τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, μοῦ εἶπε: «νά, ὁ Γέροντάς μας, Αὐτὸν νὰ ἔχεις πρῶτα Γέροντα»[39]! Τὸν εὐχαριστῶ ἐκ βάθους γι’αὐτὲς τὶς σοφές του ἐπεμβάσεις, οἱ ὁποῖες ἐγκωμιάστηκαν καὶ ἀπὸ τὸν Πνευματικό μου. Ἀπέπνεε μιὰν ἁπαλὴν αὔρα ἄκρως εὐγενοῦς ποιμαντικῆς φροντίδας, δίχως μεγαλοστομίες, μὲ ἡσυχία, μὲ προσευχή, μὲ σοφία καὶ σύνεση σὰν γενικὰ χαρακτηριστικά, χωρὶς ν’ ἀποκλείονται τὰ κατ’ ἄνθρωπον λάθη, παραχώρηση Θεοῦ γιὰ πνευματικὴ ἀσφάλεια. Γι’ αὐτὸ ὁ μακαριστός, ἄφησε πίσω του καὶ ἕναν καλὸ καὶ μονιασμένο κλῆρο. Συχνὰ μᾶς[40] ἔλεγε: «τοὺς καλύτερους παπάδες ἔχω»![41]

Τὸν βλέπαμε νὰ ἐξομολογεῖ ἀσταμάτητα σὰν ἁπλὸν ἱερέα πολὺν κόσμο, ποὺ συνέρρεαν ἀπὸ κοντὰ καὶ μακριά, γιὰ νὰ ἀναπαυθοῦν στὶς σοφές συμβουλές του, ὅπου κάποιοι διαπίστωναν τὰ χαρίσματά του. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἔκανε πολυάριθμους ἀνθρώπους νὰ τὸν πλησιάζουν, ἦταν ἡ φήμη γιὰ τὴν παρρησία τῆς προσευχῆς του. Ἐξακουστὸς Γέρων ὑπογράμμιζε αὐτὴν τὴν ἀλήθεια λέγοντας μετ’ ἐπιτάσεως: «Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὅ,τι ζητήσει ἀπὸ τὸ Θεὸ γίνεται»![42] Ὁ ἴδιος σχολίασε ὅτι ὁ μακαριστὸς Ἀντώνιος γιὰ τὰ πνευματικά του παιδιά, προσευχόταν τόσο πολὺ καὶ μὲ τόσην αὐταπάρνηση, «ποὺ ἔπεφτε καὶ στὴ φωτιά γιὰ νὰ τὰ σώσει»![43]

Εἶναι γνωστὴ ἡ θαυματουργὴ προσευχή του ὅταν, σὲ ἁγιορείτικη πανήγυρη[44], εὐλόγησε ἀργοπορημένα τὰ δίχτυα τῶν μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι μέχρι τότε ματαίως κοπίαζαν, ἀλλὰ «ἐπίασαν οὐδέν», καὶ μετὰ τὴν εὐλογία τὴν ἀργοπορημένη -ἔστω- τοῦ Ἱεράρχη, ἀνέσυραν τὸ δίχτυ «μεστὸν ἰχθύων» -θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κάποιος- γιὰ νὰ συσχετίσει τὸ γεγονὸς μὲ τὴν εὐαγγελικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ ἀντιστοίχου Ἑωθινοῦ καὶ δὲν θὰ εἶχε ἄδικο.

Ὁ ταπεινὸς εἶναι αὐστηρὸς στὸν ἑαυτό του καὶ ἐπιεικὴς στοὺς ἄλλους. Τὸ ἀντίθετο συμβαίνει μὲ τὸν ἀλαζόνα, ὑπερφίαλο καὶ ἀνθρωπάρεσκο. Φορτώνει φορτία δυσβάστακτα τὸν πλησίον. Προκειμένου περὶ ἐξομολογήσεως, ὁ μακαριστὸς ἦταν ἐπιεικὴς στοὺς ἁμαρτάνοντες, ἀκόμη καὶ κληρικούς ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ μακριὰ νὰ τὸν ἰδοῦν. Στὶς περισσότερες τῶν περιπτώσεων ἡ ἐπιείκεια αὐτή, μεμιγμένη μετὰ γλυκύτητος, ἔφερνε θαυμαστὰ ἀποτελέσματα. Εἶχεν ὁ πρᾶος καὶ γλυκὺς ποιμένας ἐνεργὸ τὸ χάρισμα[45]νὰ σηκώνει τὰ βάρη τῶν ἄλλων καὶ νὰ τοὺς ἀπαλλάσσει. Βεβαίως καὶ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα ἡ ἐπιείκεια τοῦ χαύνου καὶ ἡδυπαθοῦς γιὰ νὰ μὴ δυσαρεστηθοῦν κάποιοι κι ἄλλο ἡ ἐπιείκεια τοῦ τετηγμένου ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση, πού, ὡσὰν ἄκτιστες τοῦ Θεοῦ ἐνέργειες, διαπερνοῦν τὴν καρδιὰ τοῦ καλοπροαίρετου μετανοοῦντος καὶ τὸν ἀλλοιώνουν τὴν καλὴν ἀλλοίωση. Ἐπιπλέον, ἡ ἐπιείκεια τοῦ ἀμελοῦς τὸν κάνει ἀμελέστερο, ἡ δὲ ἐπιείκεια τοῦ ταπεινοῦ τὸν ἁγιάζει ἔτι περαιτέρω.

Ἀρκετὰ ἐξ’ὅσων σᾶς μετέφερα, μοῦ τὰ διηγεῖτο ὁ μακαριστὸς στὶς περιοδεῖες τοῦ Δεκαπενταυγούστου γιὰ παρακλήσεις. Μαζὶ πηγαίναμε συνήθως στὰ χωριὰ -ἀνὰ ζεύγη- Ροδοχώρι καὶ Κριμήνι, Καλλονὴ καὶ Κυπαρίσσι, τὴ γενέτειρα τοῦ νῦν ἁγίου Φλωρίνης, ὅπου ἐπέστρεφα ἐγὼ μετὰ ἀπὸ παράκληση, κήρυγμα καὶ τυχὸν ἐξομολογήσεις στὴν Καλλονή, ἐνῶ κι ἐκεῖνος εἶχε τελειώσει. Τὸ νηστήσιμο κέρασμα κάθε χρονιὰ περιλάμβανε ἀπαραιτήτως μέλι, πεπόνι καὶ καρύδια. Κάποια χρονιὰ λοιπόν, λέει στὶς κατὰ σάρκα ἀδελφὲς τοῦ ἁγίου Φλωρίνης, τότε πατρὸς Θεοκλήτου ὡς ἀρχιμανδρίτου : «ὁ Θεόκλητος εἶναι ἤδη δεσπότης, εἶναι καλὸ παιδὶ (!) καὶ γελαστό. Γλυκύς, χαρούμενος ἄνθρωπος. Θὰ τὸν βγάλουμε δεσπότη, ἀκοῦτε ποὺ σᾶς λέω! Χάσαμε τὸ γέλιο ὅλοι μας, λαϊκοὶ καὶ κληρικοί! Δὲν εἴμαστε γελαστοὶ Χριστιανοί»[46], δήλωνε, ἐνθουσιωδῶς.

Σὲ ἄλλη περιοδεία μας, στὸ ὕψος τοῦ Τσοτυλίου, τὸν βλέπω πάλι νὰ σταυροκοπιέται (συνήθως σταυροκοπιόταν στὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς διαδρομῆς) καὶ νὰ μοῦ λέει: «ἦρθε ὁ παποὺς στὸν ὕπνο μου, μέσα σὲ πολὺ φῶς! Πώ, πώ, τὶ φῶς ἦταν ἐκεῖνο! Πολὺ φῶς»! Ἐγὼ δὲν κατάλαβα καὶ τὸν ρώτησα: «Ποιός παπούς, δεσπότη μου»; Νόμιζα πὼς θὰ μοῦ ἔλεγε γιὰ κάποιον γνωστὸ ἅγιο. Μοῦ λέει:«ὁ μακαριστὸς ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, ἦταν. Μοῦ εἶπε ὅτι μᾶς ἔχει ἔννοια στὴ Σύνοδο»[47].Σάστισα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι εἶχε πολὺ καλὴ σχέση μὲ τὸν μακαριστό, τὸν ὁποῖο ἐκτιμοῦσε καὶ σεβόταν ἀπεριόριστα, ἐγκωμιάζοντας τὴ λιτότητα, ἀμνησικακία καὶ πτωχεία του: «μὲ τὸ ἕνα χέρι ἔπαιρνε τὴ σύνταξη, μὲ τὸ ἄλλο τὴν ἔδινε σὲ φιλανθρωπίες. Σαρακοστές, τσάι καὶ παξιμαδάκι, τὸν εἶδα μὲ τὰ μάτια μου»[48]! Προφανῶς μιλοῦσε γιὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος ἦταν ὑγιής.

Ἐρχόμαστε ὅμως στὴν παρουσία του ἀρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ «μέσα στὸ Φῶς», ὅπως μοῦ τὴν διηγήθηκε ὁ μακαριστός. Παραξενεύτηκα, ἐνῶ ἐκεῖνος δὲν μιλοῦσε γιὰ λίγα λεπτά. Ξαφνικὰ γυρνάει καὶ μοῦ λέει: «ξέρεις γιατὶ ἔπλεε μέσα στὸ Φῶς ὁ Σεραφείμ»; Γιατί σεβασμιώτατε; «διότι ὅταν ρωτήθηκε γιὰ τὸν Πάπα εἶπε ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι Ἐκκλησία. Γι’αὐτό! Καὶ εἶχε δίκιο.Ἔτσι, χατιρικὰ τοὺς λέμε ἐκκλησίες. Ὁ Θεὸς ξέρει γι’αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ μᾶς»[49]. Μοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωση ἡ αἰτιολόγηση. Ἀκριβῶς τὸ ἴδιο εἶχα ἀκούσει καὶ ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Γέροντα Γεώργιο Καψάνη, ἐν ἔτει 1986: [Παιδί μου, μία εἶναι ἡ σώζουσα Ἐκκλησία, «ἐκκλησίες» μὲ μικρὸ ε, ὑπάρχουν κι ἄλλες]. Νομίζω πήραμε ἀπάντηση, ποὺ γεμίζει εἰρήνη τὶς καρδιὲς μας. Πάντοτε, βεβαίως, ὑποτασσόταν καὶ ὑπήκουε στὴν Ἐκκλησία, ἀκόμη κι ἂν κάποτε εἶχε ἐπιφυλάξεις σὲ ὁρισμένα ζητήματα[50], ἐνῶ δὲν χαριζόταν καὶ σὲ μᾶς: «ἐφόσον ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ μᾶς τοὺς ἴδιους δὲν ἔπεσε δὲν πρόκειται νὰ πέσει ποτέ»[51].

6 μὲ 7 μῆνες πρὶν τὴν κοίμησή του μοῦ λέει ἀπότομα κάπως, ἀλλὰ καὶ λίγο «συνωμοτικὰ» στὰ γραφεῖα τῆς Μητροπόλεως: «Ἐφραίμ, ἕνας παπᾶς, καθὼς προσευχόταν κάποτε, ἀνέβηκε ψηλά, νόμισε πὼς πέθανε. Πῆγε στὸν Κύριο καὶ ἦταν ὑπέροχα, μὴ συζητᾶς... Φαντάστηκε πὼς θὰ μείνει γιὰ πάντα ἐκεῖ καὶ χαιρόταν ἀπερίγραπτα. Ὅμως δὲν εἶχε φτάσει ἡ ὥρα του. Καὶ τοῦ λέει ὁ Κύριος (σὰ νὰ μιλοῦσε ὁ ἴδιος στὸν ἢ γιὰ τὸν ἑαυτό του): Ἐσὺ ὅμως θὰ κατέβεις κάτω πάλι, γιατὶ ἔχεις ἀκόμη λίγο ἔργο νὰ κάνεις»[52]. Μετὰ τὰ σύντομα γεγονότα τῆς βαρυτάτης ἀσθενείας του καὶ τῆς κοιμήσεώς του, τὰ λόγια του αὐτὰ -λησμονημένα μέχρι τότε- σὰν νὰ ζωντάνεψαν μέσα μου καὶ Σᾶς τὰ μεταφέρω σχεδὸν αὐτούσια.

Εἶναι γεγονὸς ἐπίσης πὼς κάποιες φορὲς τὸν βλέπαμε νὰ θυμώνει καὶ μ’ἐμᾶς πολὺ ἔντονα. Κάποιος θὰ σκανδαλιζόταν βλέποντάς τον, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο ἦταν ἀπέναντί μας προσηνής καὶ γλυκύτατος, σημάδι πὼς δὲν ρίζωναν ἡ σύγχυση καὶ ἡ ταραχὴ μέσα του. Θύμωνε «ἀπαθῶς», θὰ λέγαμε. Θὰ μποροῦσε νὰ τιμωρήσει «ζηλωτὴ» Κληρικὸ γιὰ τὸν ἀναιδέστατο τρόπο ποὺ τοῦ μίλησε -σ’ ἕναν τέτοιον Ἱεράρχη- καὶ δὲν ἔκαμε τίποτε. Ἄλλοτε ποὺ σὰν νὰ «παραφέρθηκε» -θεώρησε ὁ ἴδιος- πάλι ἐξαιτίας ἀναιδοῦς συμπεριφορᾶς Κληρικοῦ, θορυβήθηκε καὶ ἔψαχνε μπροστά μας νὰ βρεῖ τὸν Γέροντα Στέφανο τῆς Μητροπόλεώς μας,  γιὰ νὰ τοῦ διαβάσει συγχωρητικὴ εὐχή.

Στὰ στενὰ χρονικὰ πλαίσια μιᾶς εἰσήγησης δὲν μποροῦμε νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ πολλὲς εὐεργεσίες καὶ παρεμβάσεις τῆς προσευχῆς του, ὅμως Σᾶς ἀναφέρουμε «δειγματοληπτικά», ἐπιτρέψτε μου πάλι τὴ λέξη, δύο τουλάχιστον περιπτώσεις ὅπου ἐκδηλώθηκε τὸ ἰαματικό του χάρισμα στὴν μία καὶ ἐπιπλέον ἡ προόρασή του στὴν ἄλλη. Τὰ ἰατρικὰ περιστατικὰ ἀφοροῦσαν τὸ ἕνα σὲ κερατόκωνο ἐπιδεινούμενο πρὸς μεταμόσχευση, ἡ ὁποία ἀπεφεύχθη τελικὰ λόγῳ μὴ ἐπιδείνωσής του, ἀντίθετα πρὸς τὴν πρόβλεψη τῶν ἰατρῶν καὶ ὁ ὁποῖος παραμένει ἀμετάβλητος ἐδῶ καὶ 20 περίπου χρόνια[53] χωρὶς νὰ προξενεῖ προβλήματα ὅρασης καὶ τὸ ἄλλο περαστικὸ σὲ νεφρωσικὸ σύνδρομο κακῆς πρόγνωσης, τὸ ὁποῖο, προτοῦ ἀρχίσει ἡ θεραπεία του, εἶχε ἀναγγελθεῖ ἀπὸ τὸ μακαριστὸ Ἱεράρχη ὡς ἤδη θεραπευμένο, ὅπερ καὶ ἐγένετο[54]. Στὴν μὲν πρώτη περίπτωση, τὴν ὥρα τῆς ἐξομολόγησης, ἡ πρώτη ἀσθενὴς βλέπει ξαφνικὰ τὸ μακαριστὸ Γέροντα νὰ βρίσκεται «ἀλλοῦ» καὶ νὰ θρηνεῖ ὑπερβολικά, κάτι ποὺ δὲν δικαιολογεῖτο ἀπὸ τὰ λεγόμενά της -ἁπλῶς τοῦ ἐξέφρασε τὴν ἀγωνία της- στὴ δὲ δεύτερη περίπτωση, ὅπου ἦταν καθησυχαστικὸς «μὲ ἐξουσία», εἶπε στὴν ἀσθενή: «ὅπως θὰ πᾶς ἔτσι καὶ θὰ ἔρθεις. Μὴν ἀνησυχεῖς, ὅλα θὰ πᾶνε καλά».

Ἄλλοτε προεῖπε μὲ ἀκρίβεια τὴν εἰς Ἐπίσκοπον προαγωγὴ, Κληρικοῦ ποὺ ὑπηρετεῖ στὴν Εὐρώπη, κατὰ μαρτυρία αὐτοῦ τοῦ ἰδίου: «ἄντε καὶ τὴν ἄλλη φορά, ἀλλοιῶς, μὲ μίτρα»![55].

Ὑπάρχουν ἐπίσης περιστατικά, ὅπου ὁ μακαριστὸς ἐμφανιζόταν ἀγγελοπρεπῶς καθ’ ὕπνους σὲ κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, καὶ διόρθωνε κακοὺς λογισμούς. Μάλιστα κάποτε ἐμφανίστηκε κατ’ ὄναρ μὲ ἐνδύματα «λαϊκοῦ» ἐλέγχοντας κάποιον γιὰ λογισμοὺς κατάκρισης: ἡ θεία Χάρη πληροφόρησε ἔτσι τὸν κατακρίναντα ὅτι «ἀπογύμνωσε» τὸν Ἱεράρχη ἀπὸ τὴν Ἀρχιερωσύνη του[56]! «Μᾶς διορθώνει μὲ ἀγγέλους ὁ Θεός, τὸ θέμα εἶναι ἂν ὄντως μετανοοῦμε» ἀναρωτιόταν κάποιος Πνευματικὸς[57] ποὺ ἄκουσε τὸ γεγονός.

Μαρτυρίες ἐπίσης ἔχουμε ὅτι συνέβαινε κάποτε στὴ διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας νὰ βυθίζεται σὲ πνευματικὴ ἔκσταση, πρᾶγμα ποὺ ἀντιλαμβάνονταν οἱ γύρω ἀπ’ αὐτὸν συλλειτουργοῦντες Κληρικοί.[58]

Ἄλλοτε πάλι, διαβάζοντας μία δαιμονισμένη ποὺ ὠρυόταν στὴ μονὴ τοῦ ὁσίου Δαβίδ, δήλωσε σὲ κάποιον αὐτόπτη μάρτυρα: «πολλὰ δαιμόνια βγῆκαν, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἔμειναν μέσα της. Χρειάζεται νὰ ἀγωνιστεῖ πολὺ αὐτὴ ἡ ψυχή»[59].

Ἀξιωθήκαμε νὰ τὸν διακονήσουμε στὴν ἄρση τοῦ σταυροῦ τῆς ἀσθενείας του ἀρκετοὶ ἱερομόναχοι, μοναχοὶ καὶ μοναχές. Μᾶς ἀποκαλοῦσε «ἀδέλφια» του. Ὑπῆρχαν διαστήματα ποὺ ἦταν εὔθυμος καὶ στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου μᾶς ἔκαμε κήρυγμα. Μποροῦσε νὰ διακρίνει κανεὶς στὰ προτελεύτια αὐτὰ κηρύγματα ἕνα χλωμὸ -πλέον- ἀπείκασμα τῆς ἐνθουσιώδους διὰ βίου ἱεραποστολῆς του ποὺ βαθμηδὸν φυλλορροοῦσε πρὸ τοῦ ἀναπόφευκτου τέλους ποὺ πλησίαζε σὲ ἀπόσταση ἀναπνοῆς.

Στὶς 17 Δεκεμβρίου 2005, λίγο πρὶν ἐκμετρήσει τὸ ζῆν στὴ ΜΕΘ τοῦ Μποδοσάκειου Νοσοκομείου Πτολεμαΐδος κατὰ τὶς 8.45, ἦταν συνδεδεμένος στὰ μηχανήματα. Ὁ ἱερομόναχος τῆς Μητροπόλεώς μας[60] ποὺ τὸν παράστεκε, μᾶς διηγήθηκε ὅτι ἐνῶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔπιανε τὸν ἀναχωροῦντα Ἀρχιερέα ἀπὸ τὸ χέρι, ξαφνικὰ ἡ ἐντατικολόγος ἦλθε ἐμφανῶς συγκινημένη καὶ τὸν ρώτησε: «Πάτερ, τί τοῦ λέτε»; Ὁ πατὴρ ξαφνιάστηκε: ἁπλῶς ἔλεγε τὴν εὐχή. Ἡ ἐντατικολόγος ἔνιωσε πρωτόγνωρη ἔκπληξη, διότι τὰ μηχανήματα γιὰ λίγα λεπτὰ ἔδειξαν τιμὲς φυσιολογικοῦ ἀνθρώπου, κάτι ποὺ ποτὲ ἄλλοτε δὲν τῆς εἶχε συμβεῖ, ἐνῶ ἡ κατάσταση τοῦ Ἱεράρχη ἦταν ἀσύμβατη μὲ τὴ ζωή. Ὕστερα, τὸ τέλος σήμανε καὶ στὶς ἐνδείξεις τῶν μηχανημάτων.

Ὅταν λίγη ὥρα ἀργότερα ἀντικρύσαμε τὸ γυμνό, παραιτημένο, κάτισχνο, ἀσκητικὸ σκῆνος του νὰ παραδίνεται ταπεινὰ στὶς ἐπικήδειες φροντίδες τῶν Κληρικῶν του, ἐνδυόμενο τὰ ἀρχιερατικά του ἄμφια, «κατάστικτον τοῖς μώλωψι»,[61] μὲ τὰ χέρια διάτρητα ἀπὸ τοὺς ὀρούς, μὲ τοὺς «ὡραίους  πόδας» του ποὺ εὐαγγελίζονταν τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ ταλαιπωρημένους καὶ γεμάτους οἰδήματα καὶ μὲ ἐμφανὴ τὴν τομὴ τῆς δεύτερης ἐπεμβάσεως στὴν δεξιά του πλευρά, τὸ μυαλό μας πῆγε ἄλλων στὸ «ὥσπερ πελεκὰν τετρωμένος τὴν πλευρὰν»[62] ποὺ ὁ ζωτικὸς κρουνός της θρέφει τὰ ἀναιμικὰ παιδιά του, ἄλλων πάλι σὲ προσκομιζόμενο πρόσφορο λογχισμένο καὶ ἕτοιμο  γιὰ τὴν ἀναίμακτη ἱερουργία.

Στὴ διάρκεια τῆς ἀσθένειας, τὰ μάτια του μᾶς κοίταζαν ἀγαπητικὰ καὶ αὐστηρά, «ἀνακρίνοντάς» μας μὲ τὸν τρόπο τους. Εἴμαστε «πλέον ἢ βέβαιοι»[63], κατὰ τὴν προσφιλή του ἔκφραση, ὅτι μέσα στὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ μὲ ἐκεῖνα, τὰ ἴδια μάτια, «ἐν ἑτέρα μορφῇ»,[64] μᾶς «βυθομετρεῖ» καὶ μᾶς περιπτύσσεται ἀγαπητικῶς.

Σᾶς εὐχαριστῶ, εὔχεσθε, Χριστὸς Ἀνέστη!


____________________________________________

[1] Προσωπικὴ μαρτυρία

[2] Μαρτυρία πατρὸς Στεφάνου Ἀναγνωστοπούλου

[3] Ἡ ἐκλογή, χειροτονία καὶ ἐνθρόνισις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σισανίου καὶ Σιατίστης κ. Ἀντωνίου, Σιάτιστα 1993, σελ. 10, 21.

[4]Προσωπικὴ μαρτυρία

[5]Αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος μάρτυρας. Πρόκειται γιὰ τὶς κυρίες  Ἄννα Δούβρη καὶ Μελίτα Ἀντωνιάδου μὲ τὰ τέκνα της ἐξ’Ἀθηνῶν.

[6] π. Ἡλίας Μάνδαλος

[7] Κάπνιζε ὁ παπούλης!

[8] Προσωπικὴ μαρτυρία

[9] Προσωπικὴ μαρτυρία

[10] Προσωπική μαρτυρία

[11] Ἡ ἐκλογή, χειροτονία...., σελ. 13, 24, 37

[12] ὅ π σελ. 10

[13] ὅ π σελ. 27, 37

[14] ὅ π σελ. 28

[15] ὅ π σελ. 28

[16] ὅ π σελ. 28, 36

[17] ὅ π σελ. 13, 24

[18] Die Antike Kunstprosa, Leipzig, 1898

[19] Ἡ ἐκλογή..., σελ. 15, 29

[20] ὅ π σελ. 15, 29

[21] αὐγὸ ραπτικῆς!

[22] Προσωπικὴ μαρτυρία

[23] Προσωπικὴ μαρτυρία

[24] Προσωπικὴ μαρτυρία

[25] Κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀρχιερατείας του στὴν Κόρινθο (1939-1949).

[26] Προσωπικὴ μαρτυρία

[27] Προσωπικὴ μαρτυρία

[28] Προσωπικὴ μαρτυρία

[29] Προσωπικὴ μαρτυρία

[30] Προσωπικὴ μαρτυρία

[31]Σεργκέι Χάκελ, Μαρία Σκομπτσόβα- μιὰ διὰ Χριστὸν σαλὴ στοὺς μοντέρνους καιρούς, μετάφραση Νίκης Τσιρώνη, ἐκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ

[32] Προσωπικὴ μαρτυρία

[33] Προσωπικὴ μαρτυρία

[34] Προσωπικὴ μαρτυρία

[35] Δικά του λόγια.

[36] Δικά του λόγια.

[37] Δικά του λόγια.

[38] Δικά του λόγια.

[39] Δικά του λόγια.

[40] ἀρχιμ. Στέφανος Λαμπρόπουλος

[41] Μαρτυρία δική μου καὶ τοῦ ἀρχιμ. Στεφάνου Λαμπροπούλου

[42] Μαρτυρία πατρὸς Στεφάνου Ἀναγνωστοπούλου γιὰ τὸν Γέροντα Ἐφραὶμ τὸν Φιλοθεΐτη.

[43] Γέρων Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτης

[44] Μᾶλλον τῆς μονῆς ὁσίου Γρηγορίου, δὲν ἔχουμε ἐξακριβώσει.

[45] «ποὺ μόνο στὸν  Ἐπίσκοπο ὁ Θεὸς τὸ δίδει καθ’ὁλοκληρίαν», κατὰ τὸν Γέροντα  Ἐφραὶμ τὸν Ἀριζονίτη

[46] Δικά του λόγια.

[47] Προσωπικὴ μαρτυρία

[48] Προσωπικὴ μαρτυρία

[49] Προσωπικὴ μαρτυρία

[50]Συλλογὴ ὑπογραφῶν καὶ συλλαλητήρια ἐπὶ ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου καὶ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στὴν Ἑλλάδα.

[51] Προσωπικὴ μαρτυρία

[52] Προσωπικὴ μαρτυρία

[53] Κυρία Σουζάννα Πραμπρόμη

[54] Κυρία Ἑλένη Χαλαμούτη

[55] ὁ ἅγιος Ἀριανζοῦ

[56] Προσωπικὴ μαρτυρία

[57] ἐπισήμανση πατρὸς Στεφάνου Ἀναγνωστοπούλου

[58] Μαρτυρίες πατρὸς Στεφάνου Ἀναγνωστοπούλου (ἁγ. Γλυκερία Γαλατσίου, ἅγ. Μᾶρκος Πατησίων)

[59] Μαρτυρία κυρίου Δημητρίου Λίτσιου ἐξ Ἄργους Ὀρεστικοῦ.

[60] Ἀρχ. Ἀντώνιος Πανταζῆς

[61] Ἀπὸ τὸν κανόνα τοῦ ὄρθρου τοῦ Μεγάλου Σαββάτου.

[62] Βλ. «Τὰ ἐγκώμια τῆς μεγ. Παρασκευῆς», στάση β΄

[63] Προσφιλὴς ἔκφραση τοῦ μακαριστοῦ

[64] Μρκ ιστ΄ 12

*Εισήγηση στην ημερίδα: «Ο άνθρωπος του Θεού» που πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 22 Μαΐου 2017 στην Πυλαία Θεσσαλονίκης

Σύγχρονες μορφές της Ορθοδοξίας



Στην ιστορική διαδρομή της εκκλησίας έχουν εμφανισθεί μορφές πιστών και εναρέτων ανθρώπων, Κληρικών, Μοναχών και λαϊκών, που έχουν λάβει με διαφόρους τρόπους καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ιστορικού εκκλησιαστικού «γίγνεσθαι»· η αγαθή συμβολή καθενός από αυτούς υπήρξε διαφορετική στην εμπολίτευση της Ορθοδόξου Εκκλησίας: άλλοι διεκρίθησαν ως πνευματικοί πατέρες και εξομολόγοι, άλλοι ως ομολογητές της Πίστεως σε καιρούς διωγμών και αποστασίας, άλλοι ως απολογητές της εκκλησιαστικής αληθείας και θεολογίας, της μόνης σώζουσας, έναντι ποικίλων προπαγανδών και συκοφαντιών, στρατευμένων και μη. Άλλοι, τέλος, «τα μυστικά όπλα» του Αγίου Πνεύματος, μακράν από τα βλέμματα του κόσμου, αναλώθηκαν στην άσκηση και προσευχή υπέρ του σύμπαντος κόσμου, αγωνιζόμενοι εναντίον σκοτεινών δυνάμεων και υπεράνω της ανθρωπίνης φύσεως, ώστε δια των προσευχών τους, καταθέτοντας το περίσσευμα της αγάπης τους ως υστέρημα των υπέρ δύναμιν κόπων τους, άλλαξαν την ιστορία του κόσμου, τις απτές ιστορικές εξελίξεις, με εκ Θεού δύναμη αδιανόητη στους αμυήτους· για αυτούς η εκκλησιαστική συνείδηση και υμνογραφία μαρτυρούν ότι «ταις προσευχαίς αυτών την οικουμένην εστήριξαν».
Από τις εκκλησιαστικές αυτές προσωπικότητες, μερικών η αγιότητα ίσως μας παραμείνει άγνωστη η επισήμως ακήρυκτη μέχρι τη συντέλεια του αιώνος τούτου και θα γνωρίζουμε μόνο συγκεκριμένες πτυχές του έργου και της σύνολης πνευματικής αξίας τους, σύμφωνα με την ανεξιχνίαστη θέληση του Θεού. Άλλοι εξ αυτών, αν και ίσως δεν έφθασαν στην τελειότητα των χαρισμάτων τους και στην αγιότητα, όμως κατά τον βαθμό και την πρόοδο της αγάπης τους προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, και της αφοσιώσεως προς  την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, δεν υστερήθηκαν της άνωθεν βοηθείας, στο έργο τους από Αυτόν που επιβλέπει τα πάντα· «οίδά σου τα έργα, ότι μικράν έχεις δύναμιν, και ετήρησάς μου τον λόγον και ουκ ηρνήσω το όνομά μου ... ότι ετήρησας τον λόγον της υπομονής μου, καγώ σε τηρήσω εκ της ώρας του πειρασμού της μελλούσης έρχεσθαι επί της οικουμένης όλης» (πρβλ. Αποκ. 3, 8.10)  

Ι.Μ. Πειραιώς: Θεολογική και Ιστορική κριτική της παπικής εορτής της "Αγίας Δωρεάς"



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 26η Ιουλίου 2019
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΠΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ «ΑΓΙΑΣ ΔΩΡΕΑΣ»
Η Εκκλησία της Ρώμης ήταν στην πρώτη μεταχριστιανική χιλιετία μια αξιοσέβαστη Εκκλησία, η οποία ορθοτομούσε την ορθόδοξη πίστη. Ο θρόνος της Ρώμης ανάδειξε μια πλειάδα αγίων Παπών ομολογητών, οι οποίοι κοσμούν το αγιολόγιο της Εκκλησίας του Χριστού. Αφότου, όμως, η Δυτική Εκκλησία υποτάχτηκε στους βαρβάρους και αιρετικούς Φράγκους, προοδευτικά από τον 9ο αιώνα ως το έτος 1009 ή 1012, και αποσχίστηκε (το 1054) από την μία και αδιαίρετη Εκκλησία, απώλεσε την εκκλησιαστικότητά της και αποτέλεσε ιδία θρησκευτική κοινότητα, με δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία επέβαλαν σ’ αυτή οι κακόδοξοι Φράγκοι. Αμέσως μετά την κατάληψή της, της επιβλήθηκαν σοβαρές αιρετικές πλάνες, αλλά και ριζική αλλοίωση της εκκλησιαστικής ζωής, όπως αλλαγή των πατροπαράδοτων εθίμων, και επιβολή των απολίτιστων φραγκικών. Λεπτομερής μελέτη αποδεικνύει αβίαστα πως, αμέσως μετά το σχίσμα του 1054, η Δυτική Εκκλησία διαφοροποιείται πλήρως από την Ανατολική, παραλλάσσοντας τα πάντα. Τίποτε δεν έμεινε να θυμίζει το παρελθόν της! Και το χειρότερο και δαιμονικότερο όλων: κατηγορούσε την αδιαίρετη Εκκλησία του Χριστού, την Ορθόδοξη Ανατολική, ως «αιρετική», διότι δεν ήθελε να υιοθετήσει τις δικές της φραγκικές κακοδοξίες και αλλοιώσεις της εκκλησιαστικής ζωής. Θυμίζουμε, πως κατά την τραγική απόσχισή της το 1054, κατηγορούσε τους ορθοδόξους ανατολικούς ως αιρετικούς, επειδή δεν δέχονταν το φιλιόκβε και τα άζυμα! Στις κατοπινές «Συνόδους» της, όπου θέσπισε τις δεκάδες πλάνες της, αναθεματίζει όσους δεν τις υιοθετούν, που σημαίνει ότι όλοι όσοι δεν τις ασπαζόμαστε είμαστε «αναθεματισμένοι» και «προορισμένοι για την κόλαση» για τον Παπισμό!
Μαζί με τις υπόλοιπες αλλοιώσεις έχουμε και αλλοίωση του εορτολογίου. Μεγάλες εορτές, είτε καταργούνται, είτε παραλλάσσονται, είτε θεσπίζονται νέες, άγνωστες και αμάρτυρες στη χιλιόχρονη παράδοση της Εκκλησίας. Πολλές από αυτές έχουν θεσπιστεί για να στηριχτούν παπικές κακοδοξίες. Μια από αυτές τις καινοφανείς εορτές είναι και η κορυφαία παπική εορτή της «Αγίας Δωρεάς».
Αφορμή για το παρόν σχόλιό μας πήραμε από πρόσφατο δημοσίευμα στο εν Αθήναις περιοδικό των παπικών Ιησουιτών «ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ» (τ.1117) με τίτλο: «ΠΑΝΗΓΥΡΗ ΑΓΙΑΣ ΔΩΡΕΑΣ». Το δημοσίευμα μας γνωρίζει τι είναι αυτή η εορτή: «Η πανήγυρη της Αγίας Δωρεάς (Corpus Christi), είναι μια μεγαλοπρεπής εορτή της αληθινής παρουσίας του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού, Υιού του Θεού και Σωτήρα μας, στην Ευχαριστία, τη γνωστή μετουσίωση. Νωρίτερα , κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής, τη Μεγάλη Πέμπτη γίνεται ανάμνηση της καθιέρωσης της Θείας Ευχαριστίας, καθώς και η καθιέρωση της ιεροσύνης. Η πανήγυρη της Αγίας Δωρεάς καθιερώθηκε για να δημιουργηθεί μια εορτή που θα επικεντρωνόταν αποκλειστικά στη Θεία Ευχαριστία και θα τόνιζε τη χαρά της Ευχαριστίας, που είναι το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού. Η πανήγυρη εορτάζεται λειτουργικά μετά την Κυριακή της Αγίας Τριάδος. Φέτος εορτάστηκε την Κυριακή 30 Ιουνίου». Ο εορτασμός αυτός προβλέπει μεγαλοπρεπείς πομπές μέσα και έξω από τους ναούς και στους δρόμους.
Μεγάλη σημασία έχει η ιστορία της καθιέρωσης αυτής της εορτής. Σύμφωνα με το άρθρο, καθιερώθηκε από τον «πάπα» Ουρβανό Δ΄ (1261-1264), το 1264, καθόλου τυχαία σε μια εποχή πλήρους καταπτώσεις του Παπισμού. Η καθιέρωσή της έγινε ύστερα από «όραμα» μια παπικής «αγίας» της Ιουλιανής της Λιέγης, η οποία γεννήθηκε το 1191 στην πόλη Λιέγη του Βελγίου και είχε αφιερωθεί στη διακονία της «εκκλησίας». Ήταν, καθώς λένε, ευσεβής και φιλάνθρωπος και σεβόταν της «θεία ευχαριστία» και γι’ αυτό επιθυμούσε να καθιερωθεί μια εορτή γι’ αυτή. Για την επιθυμία της αυτή, είδε σε «όραμα» την Εκκλησία, σε «μορφή πανσελήνου, την οποία υπήρχε μια σκοτεινή περιοχή, που σηματοδοτούσε την απουσία μια τέτοιας ημέρας εορτασμού»! Στα 1208 ανέφερε, πως ο ίδιος «ο Χριστός της έδωσε οδηγίες για να αιτηθεί την καθιέρωση της Αγίας Δωρεάς»! «Το όραμά της επαναλήφτηκε για τα επόμενα 20 χρόνια, αλλά εκείνη το κράτησε κρυφό. Όταν τελικά το αποκάλυψε στον εξομολόγο της, εκείνος το ανέφερε στον τοπικό επίσκοπο… ο επίσκοπος Robert παρήγγειλε το 1246 την πραγματοποίηση του εορτασμού της Αγίας Δωρεάς στην επισκοπή του κάθε χρόνο, μετά την Κυριακή της Αγίας Τριάδος … ο σκοπός της εορτής της Αγίας Δωρεάς κέρδισε τον Jacques Pantaleon de Troyes, όσο ήταν Αρχιδιάκονος της Λιέγης. Ο ίδιος, έχοντας πλέον γίνει ο πάπας Ουρβανός Δ΄ το 1264 καθιέρωσε την πανήγυρη της Αγίας Δωρεάς ως εορτής για όλη την Καθολική Εκκλησία, με την παπική βούλα» (όπου ανωτ.)!
Αυτή είναι η ιστορία καθιέρωσης της σημαντικής αυτής παπικής εορτής. Μελετώντας κάποιος αντικειμενικά αυτή την διήγηση δεν είναι καθόλου δύσκολο να διαπιστώσει (τουλάχιστον) μια αφέλεια, η οποία δεν ταιριάζει στη σοβαρότητα της Εκκλησίας. Μια ασήμαντη γυναίκα είδε ένα όραμα (έστω και σε επανάληψη) και χάρις αυτού η «εκκλησία» καθιέρωσε μια από τις σημαντικότερες εορτές της! Αλλά όμως η ορθόδοξη, δηλαδή η ακαινοτόμητη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, ουδέποτε έλαβε σοβαρά υπόψη της τέτοιου είδους αφελείς και υποκειμενικές «εμπειρίες» για να θεμελιώσει την πίστη και τη ζωή της. Οι μεγάλοι άγιοι αξιώθηκαν να έχουν προσωπικές εμπειρίες, αλλά οι ίδιοι βασανίστηκαν πολύ για να διαπιστώσουν αν ήταν από το Θεό και όχι από πονηρά πνεύματα. Διότι, σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο, «ο σατανάς μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός» (Β' Κορ.11,14), για να εξαπατά τους ανθρώπους. Τα περίφημα ασκητικά κείμενα είναι γεμάτα από διηγήσεις δαιμονικών οραμάτων, αγίων ανδρών και γυναικών, για την εξαπάτησή τους, τα οποία οι άγιοι απέρριπταν. Η μεγάλη πληθώρα των οραμάτων έχουν δαιμονική προέλευση και ελάχιστα οράματα προέρχονται από το Θεό.
Σπάνια γνήσια θεία οράματα έχουν μόνον οι αγιασμένοι και θεωμένοι άνθρωποι της Εκκλησίας, τα οποία συνήθως μένουν ακοινοποίητα. Έξω από την αγιότητα δεν υπάρχουν γνήσια οράματα και θείες εμπειρίες. Αλλά στην περίπτωση της εν λόγω «οραματίστριας» της Λιέγης υπήρχε αγιότητα, για να έχει θεία οπτασία; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι! Διότι η αγιότητα χαρίζεται και βιώνεται μόνο εντός της Εκκλησίας και ποτέ έξω από Αυτή. Το Πανάγιο Πνεύμα και η Χάρις του Θεού καταξιώνει τους αγωνιζόμενους πιστούς μόνο μέσα στην Εκκλησία, με τα Θεία και Ιερά Μυστήρια και τον προσωπικό τους αγώνα. Ο Παπισμός, μετά την απόσχισή του από την μία και αδιαίρετη Εκκλησία, έχασε την εκκλησιαστικότητά του και ξέπεσε στην κατηγορία της θρησκευτικής κοινότητας, χωρίς εγκυρότητα μυστηρίων και αγιαστικής χάριτος. Κατά συνέπεια η, έστω κατά κόσμον ενάρετη, Ιουλιανή της Λιέγης δεν ήταν, δε μπορούσε να είναι, αγία και ως εκ τούτου το «όραμά» της δεν θα μπορούσε να είναι θεία εμπειρία και το σπουδαιότερο: «αξιοποιήσιμη» από την «εκκλησία»! Δυστυχώς μέγα μέρος της διδασκαλίας και της ζωής της παπικής «εκκλησίας» έχει στηριχτεί σε ανάλογα γεγονότα! Ας θυμηθούμε τον «άγιο» Φραγκίσκο της Ασίζης, ο οποίος έφερε, …τα «στίγματα του Χριστού» στο σώμα του, ή της Μπερναντέτ Σουμπιρού στη Λούρδη, με το ψευδές όραμα της, ότι δήθεν «είδε» την Παναγία, η οποία της «αποκάλυψε» την αιρετική δοξασία της «Περί Ασπίλου Συλλήψεως», η οποία ακυρώνει την Θεία Οικονομία και την Ενανθρώπιση του Θεού Λόγου!
Αλλά, πέρα από την καθιέρωση της εορτής της «Αγίας Δωρεάς», στη μυθώδη και αφελή αυτή διήγηση, υπάρχει και ο σοβαρός θεολογικός αντίλογος για την καθιέρωσή της και τον εορτασμό της από την παπική «εκκλησία». Εάν ήταν όντως θέλημα του Θεού να θεσπίσει η Εκκλησία τέτοια εορτή και ήταν απαραίτητη για τη σωτηρία των πιστών, το Άγιο Πνεύμα θα ενέπνεε τους μεγάλους και θεοφόρους Πατέρες της αρχαίας Εκκλησίας να την καθιερώσουν και δεν θα περίμενε δώδεκα αιώνες μετά, να το ζητήσει από μια αφελή γυναίκα! Οι θεοφώτιστοι Πατέρες θα είχαν την γνήσια πληροφορία από το Άγιο Πνεύμα να το κάνουν. Όλες οι εορτές που καθιερώθηκαν στην Εκκλησία είναι κατά πάντα σύμφωνες με την αγιογραφική και πατερική παράδοση και φυσικά είναι θεμελιωμένες σε σοβαρές και αδιαμφισβήτητες ιστορικές πηγές.
Όμως οι Πατέρες μας δεν θέσπισαν μια τέτοια εορτή, διότι αυτή, όχι μόνο δεν έχει την παραμικρή σωτηριολογική σημασία, αλλά και δεν είναι σύμφωνη με την ευαγγελική και πατερική διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Ο Κύριός μας και Λυτρωτής μας Χριστός μίλησε ρητά για βρώση του Αγίου Σώματός Του και πόση του Αγίου Αίματός Του και όχι για πομπή και προσκύνηση αυτού! Εσθίουμε το Σώμα Του και πίνουμε το Αίμα Του, κατά την ευχαριστιακή μας σύναξη, για να έχουμε ζωή αιώνιο, διότι, όπως μας διαβεβαίωσε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός: «εάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ήμερα. ή γαρ σαρξ μου αληθώς εστί βρώσις, και το αίμα μου αληθώς εστί πόσις. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ. Καθώς απέστειλε με ο ζων πατήρ καγώ ζω δια τον πατέρα, και ο τρώγων με κακείνος ζήσεται δι’ έμέ. ούτος εστίν ο άρτος ο εκ του ουρανού καταβάς, ου καθώς έφαγον οι πατέρες υμών το μάννα και απέθανον ο τρώγων τούτον τον άρτον ζήσεται εις τον αιώνα» (Ιωάν.6,53-58). Πόσο λοιπόν, περισσότερο «αγιασμό», πέρα από τη μετάληψη, μπορούν να πάρουν οι πιστοί από μια απλή προσκύνηση και πομπή των Τιμίων Δώρων;
Τίθενται όμως και άλλες θεολογικές παράμετροι σχετικά με το μέγα Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας στον Παπισμό. Όπως κλόνισε και παράλλαξε ολόκληρο το θεολογικό οικοδόμημα της Εκκλησίας, παράλλαξε και το Ιερό αυτό Μυστήριο, ώστε να μην έχει σχέση με την αληθινή μυσταγωγία και πρακτική της αδιαίρετης Εκκλησίας. Μετέθεσε τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, από την επίκληση στο Πανάγιο Πνεύμα, για την μεταβολή του άρτου και του οίνου, σε Σώμα και Αίμα Χριστού, με τα ιδρυτικά λόγια του Μυστηρίου. Με άλλα λόγια, οι παπικοί «κληρικοί» δεν ζητούν από το Άγιο Πνεύμα να μεταβάλλει τον άρτο και τον οίνο σε Σώμα και Αίμα Χριστού, αλλά τα «μεταβάλλουν» οι ίδιοι, διαβάζοντας απλά τα ιδρυτικά λόγια: «τούτο εστι το Σώμα μου … τούτο εστί το Αίμα μου», δηλαδή «μαγικά» ενεργώντας! Σοβαρή αλλοίωση του Μυστηρίου έκαναν και με την «περί μετουσιώσεως» σχολαστική θεολογία. Για την ορθόδοξη διδασκαλία δεν έχουμε μετουσίωση, αλλά μεταβολή. Τα Τίμια Δώρα δεν «μετουσιώνονται», δεν αλλάζει η ουσία τους, αλλά αυτά ως έχουν, μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Άλλαξε επίσης και την σύσταση του αγίου άρτου, εισάγοντας την χρήση άζυμου άρτου, αντί ένζυμου, που χρησιμοποιούσε η Εκκλησία από τα αρχαία χρόνια και συνεχίζει να χρησιμοποιεί ως τα σήμερα. Ο Χριστός, με τους αποστόλους Του, δεν έφαγε το εβραϊκό Πάσχα, δηλαδή τα άζυμα, αλλά το χριστιανικό Πάσχα, μετέβαλε σε Σώμα Του ένζυμο άρτο και όχι άζυμο, διότι ο ένζυμος άρτος συμβολίζει τον ζωντανό άρτο. Αυτοί γιατί οι παπικοί χρησιμοποιούν άζυμο άρτο; Και είχαν (και έχουν ακόμη) την αναίδεια να μας κατηγορούν ως αιρετικούς «ενζυμίτες»! Και όχι μόνο αυτό, αλλά καθιέρωσε και την «όστια» ως κοινωνία, ένα απόλυτα εκλεπτυσμένο αρτίδιο, σε σχήμα τσιπς, βάφλας! Και ακόμα χειρότερα: αρνείται να «κοινωνήσει» τους λαϊκούς με «Αίμα», οι οποίοι «κοινωνούν» μόνο με «όστια». Τέλος αρνείται τη Θεία Κοινωνία στα παιδιά, πριν λάβουν το Χρίσμα, διαχωρίζουσα το Βάπτισμα από το Χρίσμα.
Να σημειώσουμε και μια άλλη παραδοξολογία των παπικών γύρω από το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Ενώ σύμπασα η παπική «εκκλησία» τελεί τη «θεία ευχαριστία», όπως νομίζει εκείνη «σωστά» και τη μεταδίδει όπως τη μεταδίδει, οι ουνίτες της την τελούν σύμφωνα με την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και στο μόνο που διαφοροποιούνται είναι ο τρόπος της μετάδοσης: βουτούν «αγιασμένο» άρτο στο «αίμα» και το μεταδίδουν στους πιστούς τους (δεν χρησιμοποιούν λαβίδα, προφανώς για την πρόληψη μεταδοτικών ασθενειών)! Ποιοι είναι οι σωστοί, οι φανεροί παπικοί, ή οι συγκαλυμμένοι παπικοί ουνίτες;
Κοντολογίς, η παπική «εκκλησία» παράλλαξε τα πάντα, γύρω από το υπέρτατο Μυστήριο της Εκκλησίας μας. Το «μυστήριο της θείας ευχαριστίας» των παπικών, ουδεμία σχέση έχει με την Θεία Ευχαριστία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, της μοναδικής και αδιαίρετης Εκκλησίας του Χριστού!
Κλείνουμε το σχόλιό μας με την επισήμανση ότι, την Εκκλησία του Χριστού με τον Παπισμό, τη χωρίζει απύθμενη και αγεφύρωτη άβυσσος διαφορών. Κάποιοι θέλουν να μας πείσουν ότι δήθεν «μας ενώνουν τα περισσότερα και μας χωρίζουν τα λιγότερα» και για τούτο «πρέπει να κάνουμε βήματα για την ένωσή μας». Κάνουν τρομερό λάθος, δεν μας ενώνει δυστυχώς τίποτε με την θρησκευτική κοινότητα του Παπισμού, διότι στη χιλιόχρονη ιστορική του πορεία δεν άφησε τίποτε άθικτο και αναλλοίωτο από την αρχέγονη κοινή παράδοση της αδιαίρετης Εκκλησίας. Το είδαμε (και) στις αλλοιώσεις του πλέον φρικώδους Μυστηρίου, της Θείας Ευχαριστίας. Ο Παπισμός κενώθηκε πλήρως από την εσωτερική βίωση του μυστηρίου της σωτηρίας και επικεντρώθηκε σε εξωτερικές φανταχτερές και ανούσιες εκδηλώσεις, οι οποίες ικανοποιούν τις σωματικές αισθήσεις των οπαδών του. Εν προκειμένω, αφού αφαίρεσε την βαθύτερη σημασία του Ιερού Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας και το παράλλαξε από την αυθεντική του μορφή, πρακτική και σημασία, το μετέβαλλε, δια της ανούσιας εορτής της «Αγίας Δωρεάς», σε μια φανταχτερή φιέστα, η οποία το μόνο που μπορεί να προσφέρει στους εορταστές της είναι μια πρόσκαιρη ικανοποίηση των οφθαλμών και του συναισθήματος!

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

Η εικονολογία της Εκκλησίας Καθηγητή ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ι. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.



Η ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ*
 

Καθηγητή  ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ι. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.

       Η χαρισματική παρουσία του πρωτοτύπου στην εικόνα του αποτελεί αλήθεια της Εκκλησίας, που διατυπώνεται με σαφήνεια στα πατερικά εικονολογικά κείμενα της περιόδου της Εικονομαχίας. Την παραπάνω αλήθεια, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όλης θεολογίας της Εκκλησίας για την εικόνα, ενίσχυσε με το κύρος της η Ζ' οικουμενική σύνοδος, διασφαλίζοντας έτσι την αντίστοιχη πνευματική εμπειρία των μελών της, εμπειρία την οποία βίωσε και βιώνει πάντοτε το χαρισματικό σώμα της Εκκλησίας.
       Για να ερμηνευτεί η χαρισματική παρουσία του πρωτοτύπου στην εικόνα του, θα πρέπει προηγουμένως να διευκρινιστεί, τι είναι εικόνα για την Εκκλησία και ποια είναι η σχέση της εικόνας με το πρωτότυπό της. Η διευκρίνιση της σχέσεως αυτής είναι εντελώς απαραίτητη εξαιτίας του γεγονότος ότι η παραπάνω σχέση αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την κατανόηση της χαρισματικής παρουσίας του εικονιζόμενου πρωτοτύπου στην εικόνα του. Άλλωστε, η σχέση αυτή αποτελεί και το θεμέλιο κατανοήσεως της όλης δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας για την εικόνα.
     
Εικόνα, κατά τον άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, σημαίνει το «ομοίωμα και εκτύπωμά τινος εν εαυτώ δεικνύον το εικονιζόμενον»1. Από τον ορισμό αυτό της εικόνας μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι η ομοιότητα εικόνας και πρωτοτύπου αποτελεί τον όρο υπάρξεως της εικόνας και ακόμη ότι η εικόνα δεν έχει δική της αυτόνομη υπόσταση, αλλά εξαρτάται από την πραγματικότητα του εικονιζομένου, από το οποίο παίρνει και την αξία της. Εικόνα και πρωτότυπο, κατά τον ιερό Νικηφόρο, Πατριάρχη Κων/πόλεως, αποτελούν μια πραγματικότητα κατά την υποστατική ομοιότητα και ταυτόχρονα δύο πραγματικότητες κατά τη φύση τους2, επειδή άλλη είναι η φύση (το υλικό) της εικόνας και άλλη η φύση του πρωτοτύπου, το οποίο εικονίζεται. Πάντως αυτό που εικονίζεται στην εικόνα δεν είναι η φύση αλλά η υπόσταση (το πρόσωπο) του πρωτοτύπου3.
      
Εικόνα και πρωτότυπο είναι πραγματικότητες που σχετίζονται τόσο στενά μεταξύ τους, ώστε να μη νοείται η μια χωρίς την ύπαρξη της άλλης. Το πρωτότυπο προϋποθέτει ότι υπάρχει εικόνα, της οποίας είναι πρωτότυπο, και η εικόνα προϋποθέτει ότι ανήκει σε κάποιο πρωτότυπο. Όταν δηλαδή αναφέρεται το ένα συνεπινοείται και το άλλο4. Έτσι κατανοείται γιατί το όλο νόημα της εικόνας θεμελιώνεται πάνω στη σχέση της με το πρωτότυπό της. Η σχέση αυτή, όπως παρατηρεί ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, «κατά το είναι εν τω πρωτοτύπω το παράγωγον είρηται»5. Η εικόνα λοιπόν αναφέρεται στο πρωτότυπό της, επειδή η ύπαρξή της εξαρτάται απ' αυτό. Πιο συγκεκριμένα η αναφορά της εικόνας προς το πρωτότυπο έχει ως βάση την ομοιότητα της εικόνας και του πρωτοτύπου. Έτσι και ο «Χριστός έχει τεχνητήν εικόνα, ως καθ' ημάς γεγονώς, αναφερομένην προς αυτόν δια της ομοιωτικής εμφερείας»6. Το χωρίο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί θεμελιώνει τη σημασία που αποδίδει η Ορθόδοξη Εκκλησία στα πρότυπα των εικόνων της. Τα πρότυπα αυτά πρέπει να είναι τα ίδια τα ιστορικά πρόσωπα που εικονογραφούνται και όχι οποιαδήποτε άλλα άσχετα πρόσωπα της εποχής του ζωγράφου, γιατί στα πρόσωπα αυτά αναφέρονται τελικώς οι εικονιζόμενες μορφές. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι εικόνες, στα πλαίσια της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δεν αποτελούν φανταστικές συλλήψεις της υποστάσεως του πρωτοτύπου, αλλά έκφραση της ιστορικής εμπειρίας της7. Ο Χριστός δηλαδή και οι άγιοι που εικονογραφούνται στην Εκκλησία δεν είναι ιδεατοί τύποι, ιδανικοί και αφηρημένοι άνθρωποι, αλλά τα ιστορικά πρόσωπα με τα συγκεκριμένα προσωπικά χαρακτηριστικά τους, όπως αυτά διασώθηκαν στη μνήμη της Εκκλησίας. Οι πατέρες της Ζ' οικουμενικής συνόδου, στηριζόμενοι στην πράξη αυτή της Εκκλησίας και παράλληλα εκφράζοντας την πνευματική εμπειρία της πράξεως αυτής, διατύπωσαν συνοδικώς ότι «ο προς την εικόνα θεωρών... προς θεωρίαν του πρωτοτύπου ανάγεται»8. Η θέα δηλαδή της εικόνας οδηγεί σε θέα και του ίδιου του εικονιζόμενου πρωτοτύπου. Για τον ουσιαστικό λοιπόν αυτό λόγο η Εκκλησία θεώρησε αυτονόητο ότι δεν είναι σωστό το πρότυπο, με βάση το οποίο ζωγραφίζεται η εικόνα, να είναι άλλο πρόσωπο, διαφορετικό από το ίδιο το πρωτότυπο, που υποτίθεται ότι εικονογραφείται.
 
* * *
       Μετά από τις απαραίτητες αυτές διευκρινίσεις πρέπει να αναφερθούμε στις θεολογικές εκείνες προϋποθέσεις, οι οποίες θα μας δώσουν τη δυνατότητα να κατανοήσουμε την βιούμενη αλήθεια της Εκκλησίας, που αφορά τη χαρισματική παρουσία του πρωτοτύπου στην εικόνα του.
      
Μελετώντας τα κείμενα των εικονοφίλων πατέρων του Η' και Θ' αιώνα και τα Πρακτικά της Ζ' οικουμενικής συνόδου διαπιστώνουμε, ότι η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας για τις εικόνες -κινούμενη μέσα στα πλαίσια της θεολογίας με την κυριολεκτική έννοια- προϋποθέτει οπωσδήποτε την οντολογική διάκριση ουσίας και ενέργειας στο Θεό. Και αυτό γιατί μόνον έτσι μπορεί να ερμηνευτεί το γεγονός ότι οι εικόνες της Εκκλησίας είναι φορείς της θεότητας, φορείς δηλαδή της ίδιας της άκτιστης θεοποιού ενέργειας και χάρης, την οποία φέρουν και τα εικονιζόμενα πρωτότυπα. Θεολογώντας με τις παραπάνω προϋποθέσεις ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης σημειώνει επιγραμματικά, ότι «και εν εικόνι είναι την θεότητα ειπών τις ουκ αν αμάρτη του δέοντος... αλλ' ου φυσική ενώσει»9. Η παρουσία δηλαδή της θεότητας στις εικόνες των εικονιζομένων πρωτοτύπων δεν είναι «κατ' ουσίαν» αλλά, όπως διευκρινίζει ήδη ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, είναι «χάριτι και ενεργεία»10. είναι με άλλα λόγια χαρισματική. Εδώ είναι προφανές ότι υποδηλώνεται με σαφήνεια η διάκριση ανάμεσα στην ουσία και την ενέργεια του Θεού. Έμμεσα δηλαδή η εκκλησία εκφράζει και εδώ τη συνέχεια της θεολογίας της για τη διάκριση ανάμεσα στην απρόσιτη και αμέθεκτη θεία ουσία και την προσιτή και μεθεκτή από τον κτιστό κόσμο θεία ενέργεια και χάρη, η οποία όταν μετέχεται αγιάζει την κτίση και θεώνει τον άνθρωπο, όπως υποστήριξε εκτενέστερα η Εκκλησία με το πρόσωπο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Η ορθόδοξη εικονογραφία ανταποκρινόμενη στη θεολογία της Εκκλησίας επιχειρεί με την τεχνοτροπία της να αισθητοποιήσει την παρουσία της άκτιστης θείας χάρης και ενέργειας στις εικόνες των θεωμένων μελών της. Με τον τρόπο αυτόν η ορθόδοξη εικόνα ανταποκρίνεται στην αλήθεια των προσώπων της «καινής κτίσεως» που εικονίζει, αφού προσπαθεί και την ιστορικότητα των εικονιζομένων προσώπων να βεβαιώσει και την αδιάσπαστη ενωμένη με αυτά θεία χάρη να εκφράσει. Είναι λοιπόν φανερό ότι η εικονογραφία δεν αποτελεί απλώς ιερή τέχνη, αλλά και γλώσσα της θεολογίας, η οποία εκφράζεται όχι με λόγια και γράμματα αλλά με σχήματα και χρώματα. Πιο συγκεκριμένα, η ορθόδοξη εικονογραφία εκφράζει με την τεχνική της τα πρόσωπα των εικόνων όχι εξαϋλωμένα αλλά μεταμορφωμένα και θεωμένα, βεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό την εμπειρία της προσωπικής μετοχής των εικονιζομένων προσώπων στη θεοποιό χάρη του Τριαδικού Θεού. Σύμφωνα, άλλωστε, και με τη σχετική διδασκαλία της Εκκλησίας, που εκφράζει το Χριστολογικό δόγμα, το υλικό και αισθητό όχι μόνο δεν υποτιμάται αλλά, αφού απελευθερώνεται από την αμαρτία και τη φθορά, ανακαινίζεται, μεταμορφώνεται και θεώνεται. Αυτήν ακριβώς την μεταμορφωμένη κατάσταση, που είναι κατάσταση αφθαρσίας11 και εν Χριστώ ελευθερίας, περιγράφει η ορθόδοξη εικόνα. Γι΄ αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι την ίδια εποχή (ΙΔ' αιώνας), που η Εκκλησία δικαιώνει συνοδικώς τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τη θεολογία του, εμφανίζεται ιδιαίτερα συχνά η εικονογράφηση της μεταμορφώσεως του Χριστού. Και αυτό επειδή η μεταμόρφωση του Χριστού δίνει τη βεβαιότητα για τη μεταμόρφωση του κάθε πιστού μέσα στη νέα εν Χριστώ πραγματικότητα12.
      
Αλλά η νέα εν Χριστώ πραγματικότητα αποτελεί μια εσχατολογική πραγματικότητα, και πιο συγκεκριμένα μια πραγματικότητα, όπου βιώνονται με μορφή αρραβώνα τα έσχατα, η άκτιστη δηλαδή δόξα και βασιλεία του Θεού. Αυτά λοιπόν τα έσχατα -που έχουν εισβάλει με το σωτηριώδες έργο του Χριστού στην ιστορία και βιώνονται μέσα στο μυστήριο της Εκκλησίας ως χαρισματική ένωση και μεταμόρφωση του κτιστού από το άκτιστο- εκφράζονται επιτυχώς από την εικονογραφική τεχνική της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι άγιοι δηλαδή της Εκκλησίας εικονίζονται μαζί με την κτιστή ιστορική πραγματικότητα της εποχής τους, μέσα όμως στα νέα δεδομένα της βασιλείας του Θεού που εισέβαλε και βιώθηκε στο συγκεκριμένο ιστορικό παρόν που εικονίζεται. Η μεταμορφωμένη αυτή πραγματικότητα, που εικονίζει η Εκκλησία, δε χρησιμεύει απλώς για τον εσχατολογικό προσανατολισμό των πιστών αλλά εκφράζει αυτό τούτο το γεγονός της βιώσεως των εσχάτων από τη λατρευτική κοινότητα, ως αρραβώνα βεβαίως και πρόγευση της μέλλουσας ζωής και βασιλείας. Άλλωστε, έτσι ερμηνεύεται όχι μόνον η εικονογράφηση των θεοφανειών13 της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης αλλά και των γεγονότων εκείνων, που αφορούν τη συντέλεια του κόσμου και τη δεύτερη ένδοξη παρουσία του Χριστού. Όλα αυτά τα γεγονότα είναι εκείνα που βιώνονται μέσα στο συμπυκνωμένο, λειτουργικό χρόνο της θείας λατρείας και ειδικότερα της θείας ευχαριστίας14. Βάσιμα λοιπόν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η ορθόδοξη εικονογραφία έχει εσχατολογικό χαρακτήρα15, αφού εκφράζει κατά το δυνατόν το κατεξοχήν εσχατολογικό γεγονός της ασύγχυτης ένωσης του κτιστού και του ακτίστου, που βιώνεται στην ευχαριστιακή σύναξη και κοινωνία. Ειδικότερα μπορούμε να πούμε ότι η ορθόδοξη εικόνα περιγράφει την εσχατολογική ύπαρξη του εικονιζομένου, εκείνου δηλ. που και το σώμα του έγινε πνευματικό μετά τον εμπλουτισμό του από την άκτιστη θεοποιό ενέργεια του Θεού. Αυτήν ακριβώς τη θεοποιό ενέργεια του Τριαδικού Θεού, που φανερώνεται κατά την εμπειρία της Εκκλησίας ως άκτιστο θείο φως16, επιχειρούν να εκφράσουν οι ορθόδοξοι εικονογράφοι όχι μόνο με το φωτοστέφανο αλλά και με το ιδιότυπο φως, με το οποίο φωτίζουν την εικόνα. Το φως αυτό που φωτίζει εσωτερικά την εικόνα είναι ελεύθερο από τις φυσικές δεσμεύσεις που υπαγορεύουν την ευθύγραμμη διάδοσή του. Με τον τρόπο αυτό οι ορθόδοξοι αγιογράφοι ελαχιστοποιούν στο έπακρο τις φωτοσκιάσεις, που θα εξυπηρετούσαν τη φυσική αναπαράσταση, και δίνουν έμφαση στην εσχατολογική διάσταση του εικονιζόμενου προσώπου. Ενώ δηλ. οι εικόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας περιγράφουν τα ιστορικά χαρακτηριστικά του εικονιζόμενου πρωτοτύπου, με το ιδιότυπο φως τους επιχειρούν να εκφράσουν τον εικονιζόμενο και ως πολίτη της βασιλείας των ουρανών17. Είναι λοιπόν προφανές ότι η θεολογία του φωτός αντανακλάται με σαφήνεια από την ορθόδοξη εικονογραφία18.
      
Μία άλλη κατάσταση όμως πολύ διαφορετική διαμορφώθηκε και εξακολουθεί να υπάρχει στη Δυτική Χριστιανοσύνη σε σχέση με την εικονογραφία. Η Δυτική Εκκλησία, αν και υποστήριξε τις αποφάσεις της Ζ' οικουμενικής συνόδου κατά τη συμμετοχή της σ' αυτήν, στην πράξη τόνισε με έμφαση την παιδευτική σημασία της19 και άφησε στο περιθώριο τη χαρισματική παρουσία του Θεού στην εικόνα. Η ορθόδοξη πίστη, ότι η εικόνα είναι φορέας της χαρισματικής παρουσίας του Θεού εξαιτίας της άκτιστης χάρης του αγίου Πνεύματος που φέρει και στην οποία μετέχει ο πιστός, ερχόμενος με τον τρόπο αυτό σε προσωπική κοινωνία με το Θεό, δε βρίσκει θεολογική υποδομή στο Ρωμαιοκαθολικισμό, αφού αυτός απορρίπτει τη διάκριση ανάμεσα στην άκτιστη ουσία και την άκτιστη ενέργεια και χάρη του θεού. Και επειδή ακριβώς ο Ρωμαιοκαθολικισμός δε δέχεται την ύπαρξη της άκτιστης θείας χάρης και κατ' επέκταση τη θέωση του ανθρώπου που μετέχει στη χάρη αυτή, δεν έχει τις θεολογικές προϋποθέσεις για να αναπτύξει μια εικονογραφία που να εκφράζει τη θέωση του ανθρώπου.
      
Ο άνθρωπος, σύμφωνα με τη ρωμαιοκαθολική άποψη, κοινωνεί με το Θεό μέσω κτιστής χάρης. Όταν λοιπόν ο άνθρωπος στο Ρωμαιοκαθολικισμό χαριτώνεται και σώζεται, δεν υπερβάλλει τη φύση του χαρισματικώς, επειδή και η χάρη που τον σώζει βρίσκεται μέσα στα πλαίσια της κτιστότητας. Έτσι είναι φυσικό, η όλη τεχνική της θρησκευτικής ζωγραφικής στη Δύση να είναι δεσμευμένη από τους κτιστούς φυσικούς νόμους, οι οποίοι ερμηνεύουν και το νατουραλιστικό χαρακτήρα της τεχνικής της.
       
Οι παραπάνω θεολογικές προϋποθέσεις, νομίζουμε, ότι είναι από τους βασικότερους λόγους που εξηγούν, γιατί ο Ρωμαιοκαθολικισμός εισήγαγε το μονόπλευρο φωτισμό -με αποτέλεσμα τις φωτοσκιάσεις- στην εικόνα, πράγμα που εκφράζει το κτιστό φως αυτού του κόσμου. Και ακόμη, γιατί ο Ρωμαιοκαθολικισμός δέχτηκε ή έστω ανέχτηκε θρησκευτικές παραστάσεις στους ναούς με πρότυπα άσχετα από τα εικονιζόμενα πρόσωπα και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις ηθικώς διαβεβλημένα. Όλα αυτά δείχνουν, ότι οι θρησκευτικές παραστάσεις της Δύσεως παραμένουν εγκλωβισμένες μέσα στα πλαίσια του παρόντος εκπεσμένου, όχι όμως και μεταμορφωμένου κόσμου. Γι' αυτό και θα μπορούσαμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι η θρησκευτική ζωγραφική της Δυτικής Χριστιανοσύνης δεν αποτελεί παρακμή της πρωτοβουλίας του ζωγράφου αλλά, όπως παρατηρεί ο εικονολόγος L. Uspensky, παρεκτροπή της Δυτικής θεολογίας20, η οποία όμως αποτελεί έκφραση της εσφαλμένης εκκλησιαστικής ζωής της.
      
Αντίθετα προς τη δυτική, η ορθόδοξη εικονογραφία προϋποθέτει τη θεολογία και την πνευματική εμπειρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Ανατολή υπογράμμισε ιδιαίτερα έντονα τη διάκριση ουσίας και ενέργειας στο Θεό ως γνώρισμα της θεολογίας της και ως θεμέλιο της πνευματικής εμπειρίας της, ενώ παράλληλα η ορθόδοξη εικονογραφία με τη γνωστή τεχνική και τον ιδιότυπο φωτισμό της εξέφρασε τη θεολογία και την πνευματική αυτή εμπειρία στα θεωμένα πρόσωπα των αγίων της, διευκολύνοντας έτσι και την κατανόηση της χαρισματικής παρουσίας των εικονιζομένων πρωτοτύπων στις εικόνες τους.
                                                        * * *
       Πώς όμως κατανοείται συγκεκριμένα η χαρισματική παρουσία του Χριστού και των αγίων στις εικόνες τους; Καταρχήν πρέπει να σημειώσουμε ότι η εικόνα του Χριστού έχει τη δογματική θεμελίωσή της στην ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, η οποία κάνει αυτονόητη και την εικονογράφηση των αγίων, αφού οι άγιοι αποτελούν τα δοξασμένα μέλη του χαρισματικού σώματος του Χριστού. Και επειδή το χαρισματικό σώμα του Χριστού, δηλ. η Εκκλησία του, συνίσταται και εκφαίνεται στην ευχαριστιακή σύναξη, ο ναός ως χώρος της ευχαριστιακής συνάξεως είναι ο κατεξοχήν αρμόζων χώρος για την εικονογράφηση των δοξασμένων μελών του ευχαριστιακού σώματος του Χριστού. Η εικονογράφηση του Χριστού -σύμφωνα με την απόφαση της Ζ' οικουμενικής συνόδου- δεν συγχέει και δεν ταυτίζει τις φύσεις του Χριστού μονοφυσικώς21, ούτε και τις διαιρεί νεστοριανικώς22. Άλλωστε, όπως σημειώνει ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, «παντός εικονιζομένου ουχ η φύσις αλλ' η υπόστασις εικονίζεται»23. Εφόσον λοιπόν δεν εικονίζεται ούτε η θεία ούτε η ανθρώπινη φύση καθεαυτήν, αλλά η υπόσταση του Χριστού με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που καθορίζουν την ανθρώπινη φύση του, εκείνο που παρουσιάζουν ή, καλύτερα, εκείνο που εκφράζουν και αποκαλύπτουν οι εικόνες του Χριστού είναι το πρόσωπο του Θεανθρώπου, το πρόσωπο του όλου Θεού και του όλου ανθρώπου, που νοείται και υπάρχει με τις δύο φύσεις του. Στην εικόνα του Χριστού γίνεται ορατό το πρόσωπο του Χριστού κατά την ανθρώπινη φύση του, όπως έγινε ορατό και ιστορικά με την ενανθρώπησή του. Με την απεικόνιση των χαρακτηριστικών της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού, ο Χριστός γίνεται και αισθητά παρών ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Αν όμως με την εικονογράφηση του Χριστού δε διαιρείται η ανθρώπινη φύση από το Θεό Λόγο, εξίσου δεν διαιρείται και το σώμα που εικονίζεται από τη θεοποιό χάρη και ενέργεια, που έχει ως πηγή της το θεό Λόγο. Στην εικόνα του Χριστού έχουμε λοιπόν περιγραφή της θεωρημένης ανθρώπινης φύσεώς του. Αλλά η θεωμένη ανθρώπινη φύση του Χριστού, που περιγράφεται στην εικόνα του, δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την παρουσία της Θεότητας που την καθιστά θεωμένη. Η ανθρώπινη φύση, όπως είναι γνωστό, δε θεώνεται ποτέ μόνη της. Στην περίπτωση του Χριστού θεώθηκε με την υποστατική ένωση, χρίστηκε με τη θεότητα του Θεού Λόγου και έτσι έγινε «ομόθεος, όπερ το χρίσαν αμεταβλήτως»24, έγινε το ασύγχυτο και άτρεπτο μέρος της υποστάσεως του Θεού Λόγου25. Η ανθρώπινη φύση του Χριστού λοιπόν θεώθηκε χωρίς να χάσει τις φυσικές ιδιότητές της. Στο σημείο ακριβώς αυτό στηρίζουν οι εικονόφιλοι πατέρες, και η ίδια η Ζ' οικουμενική σύνοδος, την περιγραφή του Χριστού. Το σώμα δηλ. του Χριστού, παρά το γεγονός ότι είναι θεωμένο, δεν παύει να είναι σώμα με όλες τις φυσικές, τις κτιστές δηλαδή ιδιότητές του, μια από τις οποίες είναι και το περιγραπτό26. Η εικονογράφηση του Χριστού, τόσο πριν όσο και μετά την ανάστασή του, βεβαιώνει ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού -όπως κατά συνέπεια και κάθε ανθρώπου που εντάσσεται και παραμένει στο μυστηριακό σώμα του Χριστού- δε γίνεται ποτέ άκτιστη, αλλά παραμένει πάντοτε μέσα στα πλαίσια του κτιστού. Το αναστημένο σώμα του Χριστού είναι το ίδιο σώμα της ιστορικής παρουσίας του, έχει όμως τα εσχατολογικά γνωρίσματα της απελευθερώσεως του κτιστού από τη φθορά και τους περιορισμούς αυτού του κόσμου, που καθορίζονται από την αναγκαιότητα των φυσικών νόμων. Παρ' όλα αυτά, το σώμα του Χριστού δεν έχει γίνει άϋλο, όπως δεν θα γίνουν άϋλα, άλλα πνευματικά, και τα σώματα των πιστών κατά την κοινή ανάσταση.
      
Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική η μαρτυρία της Ζ' οικουμενικής συνόδου για την κατανόηση της εικόνας του Χριστού μέσα στα πλαίσια της Ορθόδοξης Εκκλησίας: «την εικόνα του Κυρίου ποιούντες, τεθεωμένην την σάρκα του Κυρίου ομολογούμεν, και την εικόνα ουδέν έτερον ίσμεν ή εικόνα, δηλούσαν την του πρωτοτύπου μίμησιν»27. Η εικόνα λοιπόν του Χριστού δεν αποτελεί αυθαίρετη καλλιτεχνική έκφραση αλλά ένα τρόπο εκφράσεως της θεολογίας της Εκκλησίας. Και επειδή η ανθρώπινη φύση του Χριστού είναι θεωμένη, πρέπει η εικόνα του -ως μίμημα του πρωτοτύπου- να υποδηλώνει την πραγματικότητα αυτή. Η εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας κινείται και οφείλει να κινείται πάντοτε μέσα στην προοπτική που διαγράφει η Ζ' οικουμενική σύνοδος, εάν θέλει να διατηρεί την ταυτότητά της. πρέπει με άλλα λόγια η εικονογραφία να εκφράζει τη δογματική διδασκαλία και την πνευματική εμπειρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η βυζαντινή τεχνοτροπία, όπως καλλιεργήθηκε και αναπτύχθηκε στην Ορθόδοξη Ανατολή, εξέφρασε άριστα -κατά το ανθρωπίνως δυνατό- την ορθόδοξη αλήθεια και εμπειρία. Έτσι η εικόνα του Χριστού εκφράζει σε κάποιο βαθμό την πραγματικότητα της άτρεπτης και ασύγχυτης ενώσεως των δύο φύσεων στο ένα πρόσωπο του Θεού Λόγου. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι στην ορθόδοξη βυζαντινή εικόνα υπάρχει περιγραφή και φανέρωση της θείας φύσεως. Απλώς με την εικονογραφική τεχνική της Ορθόδοξης Εκκλησίας επιχειρείται να εκφραστεί η μετοχή της ανθρώπινης φύσεως στη θεία ζωή και να δοθεί μια μαρτυρία από την εμπειρία της αγιότητας του ανθρώπινου σώματος. Έτσι μπορεί να υποστηριχθεί, ότι η ζωγραφική τέχνη στην Ορθόδοξη Ανατολή εικονίζει το Χριστό ως Θεάνθρωπο. Και όπως σημειώνει χαρακτηριστικά η Ζ' οικουμενική σύνοδος, «η Καθολική Εκκλησία ει και αναζωγραφεί τον Χριστόν τη ανθρωπίνη μορφή, αλλ' ου διαιρεί ταύτην εκ της ενωθείσης αυτή θεότητος»28, η οποία, όπως είπαμε ήδη, βρίσκεται στην εικόνα «χάριτι και ενεργεία».
      
Στο σημείο αυτό νομίζουμε ότι μπορεί να θεμελιωθεί η χαρισματική παρουσία του Χριστού στις εικόνες του. Μιλάμε για χαρισματική παρουσία του Χριστού με την έννοια ότι ο Χριστός δεν είναι παρών στις εικόνες του κατά τις φύσεις του, αλλά μόνον κατά τη φυσική ενέργεια και χάρη της θεότητάς του. έτσι στην εικόνα του Χριστού συναντάται χαρισματικώς η παρουσία του πρωτοτύπου.
      
Αν όμως ο Χριστός μπορεί να είναι παρών χαρισματικώς στις εικόνες του εξαιτίας της αδιαίρετης απ' αυτόν θεότητάς του, τί γίνεται με τις εικόνες των αγίων; Μπορούν οι άγιοι να είναι παρόντες χαρισματικώς στις εικόνες τους; Αν ναι, δεν δημιουργείται πρόβλημα υπερβάσεως των ορίων της κτιστότητάς τους; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό θα επιχειρήσουμε να τη δώσουμε μέσα από μια εκκλησιολογική θεώρηση του θέματος, ακολουθώντας και εδώ τη θεολογική σκέψη των εικονοφίλων πατέρων και τη δογματική απόφανση της συνόδου.
      
Καταρχήν, αν η εικονογράφηση του Χριστού και της Θεοτόκου29 βεβαιώνει και διακηρύσσει την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, η εικονογράφηση των αγίων φανερώνει τα δοξασμένα μέλη του μυστηριακού και θεανθρώπινου σώματος του Χριστού. Ενώ δηλαδή οι εικόνες του Χριστού και της Θεοτόκου εκφράζουν πρωταρχικά το χριστολογικό δόγμα, οι εικόνες των αγίων αποκαλύπτουν τις οντολογικές συνέπειες του χριστολογικού δόγματος στην εν Χριστώ ύπαρξη των εικονιζομένων προσώπων. Με άλλα λόγια, στα πλαίσια της Ορθοδοξίας, οι εικόνες των αγίων φανερώνουν τη βίωση της άκτιστης ζωής του Χριστού από τα εικονιζόμενα πρωτότυπα. Με την εικονογράφηση των αγίων, η Εκκλησία προβάλλει στους πιστούς της την προσωπική ταυτότητα των δοξασμένων μελών της.  δηλώνει δηλαδή την ιδιαιτερότητα των εικονιζομένων προσώπων με την εσχατολογική, την ανακαινισμένη εν Χριστώ υπόστασή τους, η οποία βεβαιώνει κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό την ασύγχυτη μετοχή των εικονιζομένων στη θεία δόξα και τη χάρη του Χριστού30. Παράλληλα η εικονογράφηση των αγίων μαζί με το Χριστό φανερώνει, κατά τον άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη, την αδιάσπαστη ενότητα που συνέχει τα εικονιζόμενα πρωτότυπα31.  Όπως δεν σφάλλει η Εκκλησία χριστολογικώς, όταν εικονίζει το Χριστό, γιατί δεν χωρίζει τη θεία από την ανθρώπινη φύση του, έτσι δεν σφάλλει και εκκλησιολογικώς όταν εικονίζει τους αγίους της, γιατί δεν χωρίζει το Χριστό από τα δοξασμένα μέλη του. Και όπως ο Χριστός εικονίζεται ως Θεάνθρωπος -με θεωμένη την ανθρώπινη φύση του- έτσι και οι άγιοι εικονίζονται ως θεωμένοι άνθρωποι, εικονίζονται δηλ. με βάση τα νέα ανθρωπολογικά δεδομένα που ισχύουν για τα μέλη του χαρισματικού σώματος του Χριστού. Τα νέα αυτά ανθρωπολογικά δεδομένα είναι εσχατολογικά, και συνοψίζονται στη μεταμόρφωση της κτιστής υπάρξεως των εικονιζομένων από τη μέθεξη των ακτίστων θείων ενεργειών και της θείας δόξας. Χωρίς τα δεδομένα αυτά οι εικόνες της Εκκλησίας χάνουν την ειδοποιό διαφορά τους από τις νατουραλιστικές θρησκευτικές παραστάσεις της Χριστιανικής Δύσης, η οποία παρουσιάζει τον άνθρωπο άγευστο της θεοποιού χάρης και δόξας. Ειδικότερα, η δυτική θρησκευτική ζωγραφική δεν εκφράζει τις συνέπειες του Χριστολογικού δόγματος στα μέλη του μυστηριακού σώματος του Χριστού, με αποτέλεσμα να παραμένει εικονογραφικώς στον βιολογικό και εμπειρικό άνθρωπο, που στην καλύτερη περίπτωση εξαντλείται στην ηθικότητά του. Ένας τέτοιος ηθικός άνθρωπος όμως θα προέκυπτε από τις συνέπειες της χριστολογικής διδασκαλίας του Νεστορίου, αλλά ακόμη και του Αρείου. Γιατί, τόσο σύμφωνα με τον Νεστόριο όσο και σύμφωνα με τον Άρειο, η τελείωση του ανθρώπου έχει ηθικό και όχι οντολογικό χαρακτήρα. Με όσα λέμε εδώ δεν κατηγορούμε το Ρωμαιοκαθολικισμό για Αρειανισμό ή Νεστοριανισμό. Απλώς θέλουμε να επισημάνουμε, ότι το βασικό σφάλμα του στην περιοχή της θεολογίας -με τη μη διάκριση ουσίας και ενέργειας στο Θεό- προκαλεί σειρά προβλημάτων στην περιοχή των συνεπειών της χριστολογίας. Και τα προβλήματα αυτά, που συνδέονται άρρηκτα με τη σωτηριολογία, αντανακλώνται και στην περιοχή της θρησκευτικής ζωγραφικής.
      
Πώς όμως κατανοείται η χαρισματική παρουσία των αγίων στις εικόνες τους; Η εικόνα, όπως άλλωστε και κάθε ζωγραφική απεικόνιση προσώπου ή πράγματος, αισθητοποιεί την ύπαρξη του εικονιζόμενου, κάνει δηλαδή προσιτή στις αισθήσεις μας την ουσιαστικά απούσα ύπαρξη του προσώπου ή του πράγματος που εικονίζεται. Εκείνο που γίνεται όμως με την εικόνα της Εκκλησίας είναι κάτι πολύ περισσότερο και ουσιαστικότερο. Στην εικόνα της Εκκλησίας δεν αισθητοποιείται απλώς το απόν πρόσωπο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, «τα των αγίων εικονίσματα... Πνεύματος αγίου εισί πεπληρωμένα»32. Ερμηνεύοντας ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός πως γίνεται αυτό, σημειώνει: «αν χάριτος είη πλήρης ο εικονιζόμενος, μέτοχοι χάριτος γίνονται και αι εικόνες»33. Με βάση τα παραπάνω, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για χαρισματική παρουσία του εικονιζόμενου αγίου στην εικόνα του, η οποία κατανοείται με την έννοια της παρουσίας στην εικόνα της άκτιστης θεοποιού χάρης, στην οποία οφείλεται κατά κύριο λόγο η αγιότητα του εικονιζόμενου αγίου. Η παρουσία της θείας χάρης και ενέργειας στις εικόνες είναι συνεχής, γιατί εξαρτάται άμεσα από τη χαρισματική παρουσία του αγίου Πνεύματος στα ίδια τα εικονιζόμενα πρόσωπα, θεμελιώνεται δηλαδή πάνω στη δογματική βάση της σχέσεως εικόνας και πρωτοτύπου. «οι άγιοι και ζώντες πεπληρωμένοι ήσαν Πνεύματος αγίου», σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «και τελευτησάντων αυτών, η χάρις του αγίου Πνεύματος ανεκφοιτήτως ένεστι και ταις ψυχαίς και τοις σώμασιν εν τοις τάφοις, και τοις χαρακτήρσι, και ταις αγίαις εικόσιν αυτών»34. ‘Όπως οι άγιοι είναι συνδεμένοι οντολογικώς με τη θεοποιό ενέργεια του αγίου Πνεύματος, έτσι και οι εικόνες της Εκκλησίας είναι φορείς της χάρης του αγίου Πνεύματος, και κατά συνέπεια «θείας ενεργείας δοχεία»35. Και ενώ αποκλείεται η ταυτόχρονη παρουσία του κτιστού εικονιζόμενου προσώπου σε όλες τις εικόνες του, είναι παρούσα σ' αυτές πάντοτε η άκτιστη θεία χάρη και ενέργεια των εικονιζομένων πρωτοτύπων. Με την άκτιστη θεία χάρη λοιπόν οι άγιοι είναι παρόντες ταυτόχρονα σ' όλες τις εικόνες τους, και με τη χάρη αυτή έρχεται η ευχαριστιακή κοινότητα και ο επιμέρους πιστός σε πραγματική κοινωνία και σχέση με τους αγίους. Ενώ δηλαδή οι άγιοι ως κτίσματα παραμένουν μέσα στα όρια της κτιστότητας -και συγκεκριμένα στους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου- ως θεωμένοι άνθρωποι υπερβαίνουν χαρισματικώς τους παραπάνω περιορισμούς κατά την άκτιστη θεία χάρη, κατά την οποία άλλωστε είναι παρόντες και ενεργούν στις εικόνες τους. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι εικόνες της Εκκλησίας δεν αντικειμενοποιούν ούτε και περιορίζουν το πρωτότυπό τους, εγκλωβίζοντάς το μέσα στο συγκεκριμένο χώρο, αλλ' αποτελούν ορατό σημείο της αόρατης και δοξασμένης πραγματικότητας που εικονίζουν. Γι' αυτό και η άρνηση των εικόνων από τους εικονομάχους ερμηνεύεται από τους πατέρες της Ζ' οικουμενικής συνόδου ως άρνηση της παρουσίας των πρωτοτύπων στις εικόνες τους36. Μάλιστα, κατά την Ζ' οικουμενική σύνοδο, οι πιστοί κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορούν να έχουν πνευματική θέα του εικονιζόμενου πρωτοτύπου37.Το πρωτότυπο που εικονίζεται, παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, γίνεται θεατό από τους πιστούς με την πνευματική και μεταμορφωμένη αίσθηση, με την οποία άλλωστε μετέχουν οι πιστοί και γενικότερα στη μέλλουσα πραγματικότητα από την παρούσα ζωή. Στη εικόνα της Εκκλησίας δηλαδή το αθέατο πρωτότυπο, που γίνεται αισθητά παρόν σ' αυτήν, ο πιστός το βλέπει «εν αΰλω οράσει»38 με τα πνευματικά αισθητήρια όργανά του. Τονίζοντας με έμφαση την πνευματική αυτή εμπειρία της Εκκλησίας ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός υποστηρίζει ότι οι πιστοί, «ορώντες τον αόρατον δια της ορωμένης γραφής ως παρόντα δοξάζομεν»39. Για το λόγο αυτό, όταν οι πιστοί προσβλέπουν στις εικόνες των αγίων δεν αναφέρονται σε καλλιτεχνικές συνθέσεις χρωμάτων, αλλά εκφράζουν τη ζωντανή κοινωνία τους με τους εικονιζόμενους. Μέσα στον ορθόδοξο ναό οι πιστοί δεν κοινωνούν μόνο μυστηριακώς με τους αγίους κατά τη θεία ευχαριστία, αλλά βλέπουν τους αγίους να είναι παρόντες στις εικόνες τους. Έτσι ερμηνεύεται και η τιμή που αποδίδει η Εκκλησία στις εικόνες των αγίων, τιμή που δεν διαφέρει σε τίποτε από εκείνην που θα απέδιδε στα άγια λείψανά τους ή στους ίδιους τους αγίους.
      
Αλλά η χαρισματική παρουσία του πρωτοτύπου στην εικόνα του ερμηνεύει και την αγιαστική σημασία της εικόνας στην Εκκλησία. Η εικόνα της Εκκλησίας φέρει, όπως είπαμε, τη χάρη και την αγιότητα του εικονιζόμενου πρωτοτύπου. Η χάρη αυτή, σύμφωνα με την Ζ' οικουμενική σύνοδο, είναι δυνατό να μετέχεται από τους πιστούς και να τους αγιάζει. Ο αγιασμός που παρέχουν οι εικόνες γίνεται μεθεκτός από τους πιστούς με την αίσθηση της οράσεως κατά τη θέα των εικονιζομένων προσώπων40. Αλλά και η προσκύνηση των εικόνων δεν αποτελεί μόνον έναν τρόπο αποδόσεως τιμής στα εικονιζόμενα πρωτότυπα, ταυτόχρονα είναι και ένας τρόπος μετοχής αγιασμού. «και ασπασώμεθα και περιπτυξώμεθα τας σεπτάς εικόνας», σημειώνουν οι πατέρες της Ζ' οικουμενικής συνόδου, «ως ελπίδα έχοντες αγιασμού μεταλαμβάνειν παρ' αυτών»41. Συγκεκριμένες λοιπόν αισθήσεις των πιστών γίνονται δέκτες της χάρης των εικόνων, που αγιάζει όχι μόνο τις παραπάνω αισθήσεις, αλλά και την όλη ύπαρξη των πιστών. Ο αγιασμός όμως των πιστών δε γίνεται μεθεκτός κατά μηχανικό τρόπο. Δεν μετέχει δηλ. κάθε πιστός στη θεία χάρη των εικόνων, ούτε καθένας που τις προσκυνά. Η θεία χάρη μετέχεται μόνο κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Προϋποθέσεις για τη μετοχή αυτή είναι η πίστη και η πνευματική καθαρότητα42, με τις οποίες πρέπει να προσεγγίζουν οι πιστοί τις εικόνες της Εκκλησίας. Έτσι είναι φανερό ότι οι Εικονομάχοι, αρνούμενοι τις εικόνες, αρνούνται τη χαρισματική παρουσία του αγίου Πνεύματος σ' αυτές και κατά συνέπεια αρνούνται και μια δυνατότητα αγιασμού των πιστών.
      
Η χαρισματική παρουσία των αγίων στις εικόνες τους συνδέεται άρρηκτα και με τις θαυματουργίες των εικόνων. Τα θαύματα που γίνονται μέσω των εικόνων επιβεβαιώνουν τη σχέση των εικόνων με τα εικονιζόμενα πρόσωπα, αφού, όπως παρατηρούν οι πατέρες της Ζ' οικουμενικής συνόδου, «δια των αγίων εικόνων φαίνονται οι άγιοι θαυματουργούντες»43, ενώ παράλληλα μαρτυρούν την άμεση και προσωπική κοινωνία των πιστών με τα εικονιζόμενα πρόσωπα. Τη θεολογική ερμηνεία των θαυμάτων από τις εικόνες της Εκκλησίας τη δίνει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ως εξής. Το θαύμα αποτελεί την απάντηση του Θεού σε αίτημα των πιστών που προσέρχονται στις εικόνες με πίστη. Αυτός που ενεργεί το θαύμα είναι πάντοτε ο Θεός, ανεξάρτητα αν το αίτημα απευθύνεται άμεσα ή έμμεσα σ' αυτόν. Ο Θεός δηλ. αποδέχεται το αίτημα των πιστών και όταν οι πιστοί απευθύνονται σ' αυτόν μέσω των αγίων του44. Τα θαύματα των εικόνων δεν αυτονομούνται ποτέ μέσα στα πλαίσια της Εκκλησίας, αλλά συνδέονται άμεσα με τα εικονιζόμενα πρόσωπα, τα οποία όμως οφείλουν τη θαυματουργική δύναμή τους στη χάρη του Θεού. «μη εκ ταυτομάτου υπονοείν τας ιάσεις συμβαίνειν», σημειώνει η Ζ' οικουμενική σύνοδος, «αλλ' εκ μόνης της του Θεού ημών χάριτος»15. Και επειδή όλες οι εικόνες είναι φορείς της χαρισματικής παρουσίας του εικονιζόμενου πρωτοτύπου, μια διάκριση ανάμεσα σε θαυματουργικές και μη θαυματουργικές εικόνες είναι θεολογικά ανεπιτυχής46. Και αυτό, επειδή η παρουσία της άκτιστης θείας χάρης των εικονιζομένων πρωτοτύπων στις εικόνες τους κάνει τις εικόνες της Εκκλησίας θαυματουργικές, έστω και αν η χάρη αυτή δεν εκδηλώνεται πάντοτε με φανερό τρόπο.
      
Τελειώνοντας, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε συμπερασματικώς ότι η χαρισματική παρουσία του πρωτοτύπου στην εικόνα του βρίσκει την κατοχύρωσή της στην όλη δογματική διδασκαλία της Ζ' οικουμενικής συνόδου, βεβαιώνει τη θεολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας για την οντολογική διάκριση ουσίας και ενέργειας στο Θεό, θεμελιώνεται στην ενανθρώπηση και το σωτηριώδες έργο του Θεού Λόγου, υπηρετεί την άμεση και ζωντανή κοινωνία των στρατευομένων με τα δοξασμένα μέλη του χαρισματικού σώματος του Χριστού και, τέλος, ερμηνεύει τον αγιασμό και τις θαυματουργίες των εικόνων. Απ' όλ' αυτά γίνεται φανερό, ότι η χαρισματική παρουσία του πρωτοτύπου στην εικόνα του δεν αποτελεί αλήθεια περιθωριακής σημασίας, αλλά γεγονός που αφορά καίρια τη θεολογία και την πνευματική εμπειρία της Εκκλησίας.
Αποτελεί εισήγηση που έγινε στο συνέδριο της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για τα 1200 χρόνια από τη σύγκληση της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου (Νοέμβριος 1987). Στο παρόν κείμενο έγιναν κάποιες προσθήκες και λήφθηκε υπόψη η νεότερη βιβλιογραφία.
1. Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας, Λόγοι τρεις 3, 16, PG 94, 1337 ΑΒ. 1368 D. Ήδη πολύ νωρίτερα ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ορίζει την εικόνα ως μίμημα, ομοίωμα δηλαδή του πρωτοτύπου. «Αύτη γαρ εικόνος φύσις», σημειώνει χαρακτηριστικά, «μίμημα είναι του αρχετύπου». Λόγος 30, 20, PG36, 129Β. Βλ. και το λήμμα «εικών» στο: H. Liddell - R. Scott, Μέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, (μετάφρ. Ξ. Μόσχου), τ. 2, Αθήναι 1907, σ. 30 και στο: J. B. Hofmann, Etymologisches Worterbuch des Griechischen, Munchen 1971, σ. 71.
2. Βλ. Αντίρρησις και ανατροπή των παρά του δυσσεβούς Μαμωνά κατά της σωτηρίου του Θεού Λόγου σαρκώσεως αμαθώς και αθέως κενολογηθέντων ληρημάτων Λόγοι τρεις, 1, 28, PG 100, 277 Α. Πρβλ. Θεοδώρου Στουδίτου, Επιστολή προς Πλάτωνα, PG 99, 500 - 501 Α. Αντιρρητικός κατά Εικονομάχων, Λόγοι τρεις, 2, 11, PG 99, 357 C.
3. Βλ. Θεοδώρου Στουδίτου, Αντιρρητικός κατά Εικονομάχων, Λόγοι τρεις, 3,1, PG 99, 405 Α.
4. Βλ. Νικηφόρου, ό.π. 1,30, PG 100, 277D.
5. Ό.π. 3,3, PG 99, 424 D.
6. Ό.π. 3,2, PG 99, 417 D. Περισσότερα για τη σχέση εικόνας και πρωτοτύπου βλ. Δ. Τσελεγγίδη. Η θεολογία της εικόνας και η ανθρωπολογική σημασία της (διδακτορική διατριβή), Θεσσαλονίκη 1984, σ. 37-60.
7. Έτσι βλέπουμε στα Πρακτικά της Ζ' οικουμενικής συνόδου οι πατέρες να επιμένουν ότι οι πιστοί «ιδόντες τον Κύριον, καθώς είδον, ιστορήσαντες εζωγράφησαν... και κατ' έπος, ιδόντες τα πρόσωπα των μαρτύρων των εκχυσάντων το αίμα υπέρ Χριστού, εζωγράφησαν». Mansi 12, 963 C.
8. Mansi 12, 1066 BC. Στον αναγωγικό αυτόν χαρακτήρα των εικόνων θεμελιώνεται και η τιμή που αποδίδεται από τους πιστούς στις εικόνες της Εκκλησίας. Το χαρακτηριστικό χωρίο του Μ. Βασιλείου. «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει» (Περί Αγίου Πνεύματος 18, 45, PG 32, 149 C), στο οποίο αναφέρθηκε και η Ζ' οικουμενική σύνοδος (Βλ. Mansi 12, 1146 A. 13, 69D. 337E), προϋποθέτει τη σχέση αναφοράς της εικόνας προς το πρωτότυπό της. Στην αναφορά αυτήν ακριβώς βρίσκεται και το κλειδί για την κατανόηση της όλης λειτουργίας της εικόνας στα πλαίσια της Εκκλησίας. Η εικόνα διαβιβάζει την τιμή, που της γίνεται, στο πρωτότυπό της. Γίνεται η δίοδος και η διάβαση προς το πρωτότυπο. Και επειδή η εικόνα έχει διαβιβαστική λειτουργία, η τιμή και η προσκύνηση που της αποδίδεται είναι μία και αδιαίρετη γι' αυτήν και το πρωτότυπό της, όπως ένα και το αυτό είναι το πρόσωπο που εικονίζεται (βλ. Mansi 13, 377Ε). Αντίθετα, όταν η προσκύνηση της εικόνας αποσπαστεί από την προσκύνηση του πρωτοτύπου της, η εικόνα προσκυνείται ως «ιδιοϋπόστατόν τι» (θεοδ. Στουδίτου, Επιστολή προς Πλάτωνα, PG 99, 504Α), οπότε οδηγούμαστε με λογική συνέπεια στην ειδωλολατρία.
9. Όπ. 1, 12, PG 99, 344Β. Η Λατινική Εκκλησία αντιτάχθηκε ευθέως και σαφώς στο πνεύμα αυτού του χωρίου του αγίου Θεοδώρου Στουδίτη -που είναι και πνεύμα όλης της Ορθοδόξου Ανατολής- με τη σύνοδο του Τριδέντου (1545 - 1565). Βλ. σχετικώς P. Stockmeier, «Die Entscheidungen des 7. Όkumenischen Konzils und die Stellung der Romisch - Katholischen Kirche zu den Bildern», στο Orthodoxes Forum, Zeitschrift des Instituts fur Orthodoxe Theologie der Universitat Munchen, 2 (1987), σ. 235-6). Η παραπάνω θέση του Ρωμαιοκαθολικισμού οφείλεται χωρίς άλλο στις εσφαλμένες θεολογικές προϋποθέσεις του.
10. Ό.π. 1, 19, PG 94, 1249 D.
11. Εύστοχα παρατήρησε ο ηγούμενος της Ι. Μονής Σταυρονικήτα, πατήρ Βασίλειος Γοντινάκης, ότι «η ορθόδοξη εικόνα είναι μαρτυρία της νίκης κατά του θανάτου από τον αρχηγό της ζωής... και δύναμή της η δύναμη της αναστάσεως». Βλ. Εισοδικόν, Άγιον Όρος 1978, σ. 138.
12. Η Ορθόδοξη Εκκλησία εικονίζει στα πρόσωπα των αγίων της το συγκεκριμένο ιστορικό αλλά δοξασμένο «κατ΄ εικόνα», το «κατ' εικόνα» εκείνο που ανακαινίστηκε και εκλαμπρύνθηκε μέσα στην Εκκλησία με το κάλλος και τη δόξα του αρχετύπου του, του Χριστού. Ο Χριστός δηλ. είναι όχι μόνον αυτή η ίδια η «εικών του Θεού του αοράτου» (Κολ. 1,15) αλλά και το πρωτότυπο του ανακαινισμένου και θεωμένου «κατ' εικόνα».
13. Βλ. Συνοδικόν της Ορθοδοξίας, στο Ιωάννου Καρμίρη, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α', Αθήναι 1960, σ. 245-6.
14. Βλ. Ευχή της Αναφοράς: «Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής, και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας».
15. Βλ. σχετικώς και Π. Βασιλειάδη, «Εικόνα και Εκκλησία στην Αποκάλυψη», στο Βιβλικές Ερμηνευτικές Μελέτες, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 417.
16. Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 3,3,9, Έκδοση Π. Χρήστου, τόμος Α', Θεσσαλονίκη 1962, σ. 867.
17. Περισσότερα για το ιδιότυπο φως της βυζαντινής εικόνας και τη λειτουργία του φωτός αυτού βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Σταμάτη Σκλήρη, «Από την προσωπογραφία στην εικόνα», στο περιοδικό Σύναξη 24, Αθήνα 1987, σ. 20 - 21. 30 - 34.
18. Πρβλ. την Εισαγωγή του Ν. Ματσούκα, στο Ιωάννου Δαμασκηνού, Ι. Κατά Μανιχαίων Διάλογος, ΙΙ. Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας Λόγοι τρεις, Κείμενο - Μετάφραση, Εισαγωγή - Σχόλια, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 31: «Κατά την ορθόδοξη θεολογία ο Θεός είναι φως και τα πάντα ζουν, κινούνται, αναπτύσσονται και τελειώνονται κατά τη δεκτικότητά τους, με το φωτισμό. Ακριβώς τούτη τη θεολογία εκφράζει πειστικά και συγκλονιστικά η ορθόδοξη εικονογραφία... Στη βυζαντινή εικόνα δεν βλέπει κανείς φωτοσκιάσεις, προοπτικές, μισά πράγματα, και καμία ένταση μεταξύ φωτός και σκοταδιού. Ήρεμα το φως καταυγάζει στην ολότητά του αυτό που υπάρχει και καταξιώνεται. Στην προκειμένη περίπτωση οι ορθόδοξοι ζωγράφοι, που ζουν το δόγμα στη ζωή της Εκκλησίας, θριαμβεύουν με την περιγραφή αυτού που είναι σμίξιμο φυσικού και μεταφυσικού».
19. Βλ. χαρακτηριστικώς τη μελέτη του ρωμαιοκαθολικού G. Lange, Bild und Wort. Die katechetischen Funktionen des Billes in der griechischen Theologie des sechsten bis neunten Jahrhunderts, Wurzburg 1969. Συγκεκριμένα η σύνοδος του τριδέντου μείωσε τη θεολογική σημασία των εικόνων και τόνισε τη διδακτική και διακοσμητική σημασία τους. Η Β' σύνοδος του Βατικανού (1962 - 1965), όμως, θεωρητικά επανεβεβαίωσε τη διδασκαλία της ενιαίας και αδιαίρετης εκκλησίας για τις εικόνες [Βλ. Sacrosanctum Consilium III, 1 . 125 . 128. Πρβλ. Η. Jedin, «Das Tridehtinum und die bildenden Kunste», ZKG 74 (1963) σ. 321-339]. Στα πλαίσια του εορτασμού για τα 1200 χρόνια από την Ζ' οικουμενική σύνοδο ο σημερινός πάπας Ρώμης, σε επιστολή του προς τους επισκόπους της δικαιοδοσίας του, αφού επισημαίνει «κάποιο ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη θεολογία και την πνευματικότητα των εικόνων της Ανατολής», κάνει ορισμένες αξιοπρόσεκτες παρατηρήσεις. «Η παράδοση της εικόνας», γράφει, «απαιτεί από τον καλλιτέχνη να έχει συνείδηση ότι εκπληρώνει μια αποστολή στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Η αυθεντική χριστιανική τέχνη είναι εκείνη η οποία, δια μέσου του αισθητού ερεθίσματος, επιτρέπει στους πιστούς να διαισθανθούν ότι ο Κύριος είναι παρών μέσα στην Εκκλησία του... και ότι η δόξα που ο Θεός μας υποσχέθηκε, μεταμορφώνει ήδη την ύπαρξή μας... Η λειτουργική εικόνα είναι που ρίχνει επάνω μας το βλέμμα κάποιου Άλλου αόρατου και μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε την πραγματικότητα του πνευματικού και εσχατολογικού κόσμου». Βλ. Αποστολική Επιστολή Duodecimum Saeculum του πάπα Ρώμης Ιωάννου - Παύλου Β', Προς τους επισκόπους της Καθολικής Εκκλησίας για τα 1200 χρόνια από τη Β' σύνοδο στη Νίκαια, 1987, σ. 14 - 15. Αλλά για να πραγματοποιηθούν όσα αναφέρει η «Αποστολική Επιστολή» του πάπα σχετικά με τη «δόξα που ο Θεός μας υποσχέθηκε» και την προσέγγιση του «πνευματικού και εσχατολογικού κόσμου» που μας φανερώνει η εικόνα απαιτείται σωστή θεολογία (διάκριση ουσίας και ενέργειας στο Θεό) και ανάλογη πνευματική ζωή (ως μετοχή στην άκτιστη ενέργεια και χάρη του Θεού). Άλλωστε, χωρίς τις δύο αυτές προϋποθέσεις η συνείδηση του καλλιτέχνη ότι «εκπληρώνει μια αποστολή στην υπηρεσία της Εκκλησίας», δεν λέει τίποτε. Ο ζωγράφος αρκεί να έχει σωστό εκκλησιαστικό φρόνημα και να μετέχει στην πνευματική εμπειρία της Εκκλησίας για να μπορεί να εκφράζει σωστά την πίστη και την ευσέβειά της.
20. Βλ. Theology of the Icon, New York 1978, s. 213.
21. Βλ. Mansi 13, 252 CD.
22. Βλ. Mansi 13, 344 DE.
23. Ό.π. 3, 1, PG 99, 405A.
24. Βλ. Νικηφόρου, Αντίρρησις 1, 20, PG 100, 233C.
25. Βλ. σχετικώς Ν. Ματσούκα, «Φιλοσοφία και δογματική διδασκαλία του Ιωάννου Δαμασκηνού», εν Επιστημονική Επετηρίς της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσαλονίκης 14 (1969), σ. 283.
26. Βλ. Νικηφόρου, ό.π. 1, 20, PG 100, 240 CD.
27. Mansi 13, 344Β. Μέσα στο πνεύμα του χωρίου αυτού κατανοείται γιατί ο πιστός στην ορθόδοξη εικόνα έχει «το ανάγνωσμα των αρχετύπων και τη θεωρία των πρωτοτύπων». Βλ. Π. Ευδοκίμωφ, Η τέχνη της εικόνας, Θεολογία της ωραιότητας (μετάφρ. Κ. Χαραλαμπίδη), Θεσσαλονίκη 1980, σ. 168.
28. Mansi 13, 344Α. Ο Χριστός και η εικόνα του δεν χωρίζονται διχοτομικά, αλλά συνδέονται χαρισματικά. Η εικόνα του Χριστού δεν πιστοποιεί απλώς το ιστορικό γεγονός της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου, αλλά δίνει επιπλέον τη μαρτυρία για τη χαρισματική παρουσία του μέσα στην ιστορική πραγματικότητα της Εκκλησίας.
29. Σχετικά με τη δογματική σημασία που έχει η εικόνα της Θεοτόκου κατά τους εικονόφιλους πατέρες, βλ. Δ. Τσελεγγίδη. Η θεολογία της εικόνας και η ανθρωπολογική σημασία της, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 111 - 114.
30. Ό.π. 21, PG 94, 1252 BC. 2,15, PG 94, 1301 A.
31. Βλ. Ό.π. 3,1, PG 99, 416C.
32. Ό.π., 1,20, PG 94, 1252 AΒ.
33. Βλ. ό.π. 1, PG 94, 1264B.
34. Ό.π. 1,19 PG 94, 1249CD.
35. Ό.π. 3,34, PG 94, 1353B. Πρβλ. 1,16, PG 94, 1245B.
36. Βλ. Mansi 13, 273C.
37. Βλ. Mansi 12, 1066ΒC.
38. Βλ. ό.π. 3, 25, PG 94, 1345A.
39. Ό.π. 3, PG 94, 1412A.
40. Βλ. Mansi 13, 149DE: « Δια της ορατικής αισθήσεως βλέποντες την σεπτήν εικόνα του Χριστού, και της κυρίως και αληθώς δεσποίνης ημών της αγίας Θεοτόκου, αγίων αγγέλων τε και πάντων αγίων, αγιάζονται». Πρβλ. Ιωάννου Δαμασκηνού, ό.π. 1,17, PG 94, 1248C. Θεοδώρου Στουδίτου, ό.π. 15, PG 99, 336A.
41. Mansi 13, 309D. Σήμερα, παρά το αυξημένο ενδιαφέρον για τις εικόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, παρατηρείται μια σαφής υποβάθμιση του λειτουργικού και αγιαστικού χαρακτήρα τους. Αυτό προκύπτει τόσο από την εμπορευματοποίησή τους, όσο και από τη χρησιμοποίησή τους για διακόσμηση κοσμικών χώρων. Εύλογα λοιπόν το Οικουμενικό Πατριαρχείο καταδίκασε όλες τις σύγχρονες καταχρήσεις των ιερών εικόνων. Βλ. Αγίας και Ιεράς Συνόδου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, «Εγκύκλιος περί της αγίας Ζ' Οικουμενικής Συνόδου», στο περιοδικό Γρηγόριος ο Παλαμάς 720, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 728: «Αλλ' οπωσδήποτε τούτο δεν σημαίνει ότι και επιτρέπεται οιαδήτις υποβάθμισης της ιεράς λειτουργικότητας της εικόνος και η μετατροπή αυτής εις στοιχείον διακοσμητικόν κοσμικών χώρων των ιδιωτικών οίκων ή των εκθετηρίων συλλεκτών και άλλων επί το κοσμικώτερον φιλούντων και θεραπευόντων τας εικόνας, ως επίσης ήκιστα επιτρεπτόν είναι το καθιστάν αυτάς είδος εμπορεύσιμον ή αντικείμενον πολλαπλασιασμού του είδους επί χάρτου ή άλλων ευτελών υλών κατά τας συγχρόνους δυνατότητας της τεχνικής εμποροβιομηχανικής αποτυπώσεως, επί σκοπώ κερδοφόρου εκμεταλλεύσεως ή ανεπιτρέπτου αυξήσεως της κυκλοφορίας αυτών εν τη εκκοσμικευομένη κοινωνία της σήμερον.
       Πάσας ταύτας τας ανιέρους έξεις θεωρούντες ως βαρυτάτην προσβολήν και ύβριν της ιερότητος της εικόνος, της μεγίστης ταύτης πνευματικής κατακτήσεως της αγίας ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας, και ως ανεπιτρέπτους καταχρήσεις καταδικάζοντες ταύτας, απαγορεύομεν πάσαν υπό παντός εκμετάλλευσιν των εικόνων».
42. Βλ. Ιωάννου Δαμασκηνού, ό.π., 3,41, PG 94, 1356C.
43. Mansi 13,65D.
44. Βλ. ό.π. 3,13, PG 94, 1352CD.
45. Mansi 13, 125C.
46. Για περισσότερα βλ. Μ. Σιώτου, «Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί των θαυματουργών εικόνων», ανάτυπο από το Ημερολόγιον της Μεγαλόχαρης, Αθήναι 1973.

Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς: Κυριακή Θ’ Ματθαίου: Ομιλία 32η στο Ευαγγέλιο με θέμα την καθησύχαση της τρικυμίας όπου γίνεται λόγος και για τους πειρασμούς



Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς 
Κυριακή Θ’ Ματθαίου: Ομιλία 32η στο Ευαγγέλιο με θέμα την καθησύχαση της τρικυμίας όπου γίνεται λόγος και για τους πειρασμούς
Ένα κείμενο που πρέπει να διαβάσουμε όλοι μας. Ιδιαίτερα όσοι αυτόν τον καιρό πιέζονται από θλίψεις, όσοι απελπίζονται και νιώθουν απόγνωση.
(Ματθ. 14, 22-34)
Ο άγιος Γρηγόριος ερμη­νεύει και αυτή τη διήγηση με την αναγωγική μέθοδο. Ιστορικά αυτή αποτελεί έκθεση του θαύματος της ηρέμησης των κυμάτων, ηθικά όμως υποδηλώνει την μέσω των πειρασμών τελειοποίηση της πίστεως, ενώ αναγωγικά παριστάνει τη δυσκολία του έργου των Αποστόλων στον εθνικό κόσμο. Ο Ιησούς Χρι­στός ανάγκασε τους μαθητές να μπουν στο πλοίο και να μεταβούν στην απέναντι όχθη πριν από αυτόν. Αφού έθρεψε προηγουμέ­νως σωματικά τις πέντε χιλιάδες, αποστέλλει τώρα τους μαθητές στην τρικυμιώδη θάλασσα των Εθνικών, για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, αντιμετωπίζοντας παντός είδους πειρασμούς. Η γνη­σιότητα της πίστεως στον Θεό χαρίζει υπομονή στους πειρα­σμούς, και αυτή πάλι τελειοποιεί την πίστη. Οι άνθρωποι βέβαια λυπούνται για τους πειρασμούς, που έπρεπε να χαίρονται, και «παρ’ εμού», λέγει ο ομιλητής, «ταύτην μάλιστα ζητείτε την άνεσιν των σωματικών πειρασμών, ης εγώ μάλλον καταφρονήσας προς ύμας ήλθον συμπάσχειν υμίν αιρούμενος». Ήταν περίο­δος θλίψεως των Θεσσαλονικέων, πιθανώς λόγω πολιορκίας.
1. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος λέγει, «να το θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη χαρά εάν περιπέσετε σε διάφορους πειρασμούς». Δεν είπε απλώς να "χαίρεσθε", αλλά «να το θεωρήσετε μεγάλη χαρά», παραινώντας όχι να είναι κανείς αναίσθη­τος προς τα οδυνηρά πράγματα, γιατί αυτό είναι αδύνατο, αλλά εισηγείται να θεωρεί επικρατέστερο τον θεάρεστο λογισμό. Είπε, «κάθε χαρά», δηλαδή τέλεια, μέγιστη, ανελλιπή, και μάλιστα όταν οι πειρασμοί είναι ποικίλοι. Γιατί; Επειδή με την υπομονή των πειρασμών γυμναζόμαστε και γινόμαστε και δοκιμώτεροι στα σχετικά με τον Θεό. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και αναγνωριζόμαστε ως ευδόκιμοι. Γιατί αυτό λέγει και η Σοφία Σολομώντος για τους αγίους· «ότι υπέβαλε ο Θεός αυτούς σε δοκιμασίες και τους βρήκε άξιους του εαυτού του». Αρα λοιπόν δεν είναι γι’ αυτούς ο πειρασμός αυτός άξιος κάθε χαράς; Αυτό αφού είπε και ο Θεός προς τον Ιώβ, τον απάλλαξε από τη λύπη για τον πειρασμό, λέγοντας· «νομίζεις ότι για άλλο λόγο σε μεταχειρίσθηκα έτσι, και όχι για να αποδειχθείς δίκαιος;». Τί ήθελε να του πει με αυτό; Σε μεταχειρίσθηκα έτσι, για να δοκιμάσω την πίστη σου προς εμένα, σε ευεξία, σε καλή φήμη και ευπορία, και φάνηκες δίκαιος, συμπεριφερόμενος ως προς αυτά σύμ­φωνα με το θέλημά μου, προς εμένα που σου τα πρόσφερα, δια­χειριζόμενος και διοικώντας αυτά όπως εγώ ήθελα· σε μεταχειρί­σθηκα έτσι, για να δοκιμάσω την πίστη σου σε μένα, σε καχεξία, σε αδοξία, σε απορία, και φάνηκες δίκαιος, λέγοντας· «αν δεχθή­καμε τα αγαθά από τα χέρια τού Κυρίου, τα κακά δεν θα τα υπο­μείναμε;».
2. Από πού λοιπόν προέρχεται η υπομονή στους πειρασμούς; Από τη γνησιότητα της πίστεως στον Θεό. Ώστε οι πειρασμοί είναι μέσα δοκιμασίας των πιστών. Γι’ αυτό ο αδελφός τού Κυ­ρίου Ιάκωβος, αφού μας παρήγγειλε να χαιρόμαστε όταν περιπέσομε σε πειρασμούς, πρόσθεσε· «η δοκιμασία της πίστεώς σας επεξεργάζεται υπομονή, και η υπομονή», λέγει, «ας έχει έργο τέλειο». Κανένα, λέγει, από τα έργα της αρετής να μη κολοβώ­σεις, περιερχόμενος σε μαλθακότητα από την επίθεση των πειρα­σμών, αλλά μαζί με την υπομονή ας υπάρχει σε σένα και η τελειό­τητα της αρετής. Επειδή όμως ο άνθρωπος δεν πετυχαίνει την τελείωσή του μόνο με τα ακούσια, αλλά πρέπει να συνυπάρχουν και τα εκούσια, που είναι η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, η αγάπη προς τον Θεό και αναμεταξύ μας, και τα όσα ακολουθούν αυτήν, γιατί και αυτά μας χρειάζονται για την τελείωση, γι’ αυτό ο θείος αυτός απόστολος γράφοντας προς εμάς προσθέτει· «και η υπο­μονή ας έχει τέλειο έργο, για να είσθε τέλειοι και ολόκληροι, χω­ρίς να υστερείτε σε τίποτε», εννοώντας αυτό ακριβώς, ότι, αν θέλετε να δείχνετε τέλεια την προς τον Θεό πίστη σας, όχι μόνο να υποφέρετε γενναία πάσχοντας εξωτερικά, αλλά και οι ίδιοι από μόνοι σας να πράττετε τα θεάρεστα, έστω και αν είναι επίπονα· γιατί η πράξη και το πάθος, όταν συνεργάζονται μεταξύ τους για το αγαθό, παρέχουν στον άνθρωπο την κατά Θεόν τελείωση.
3. Πώς όμως δεν είπε, "να χαίρεσθε όταν πράττετε την αρετή", αλλά «όταν είσθε σε πειρασμούς»; Γιατί το να ασκούμε την αρετή εξαρτάται από μας και βρίσκεται στην εξουσία μας, το να περιπέσομε όμως στους πειρασμούς δεν εξαρτάται από μας. Επειδή όμως χωρίς αυτούς δεν υπάρχει τελείωση ή φανέρωση τής προς τον Θεό πίστεως, εκείνος που τρέχει προς την τελείωση τής πίστεως, όταν περιπέσει σε πειρασμούς, θα χαρεί που βρήκε το μέσο με το οποίο θα επιπετύχει την τελείωση. Γιατί στους τέλειους ως προς την πίστη για τη φανέρωση της τελειότητάς τους συμβάλλουν ωφέλιμα οι πειρασμοί, το πλέον θαυμαστό όμως είναι ότι όταν συμβεί να ρθουν τελειοποιούν και τους ατελείς, πράγμα που γίνεται φανερό και από τα λόγια τού ευαγ­γελίου που αναγνώσθηκε σήμερα.
4. Ας τα παρουσιάσομε όμως αυτά από την αρχή στην αγάπη σας. «Τον καιρό εκείνο ανάγκαζε ο Ιησούς τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να τον μεταφέρουν στην απέναντι όχθη, μέχρις ότου απολύσει τα πλήθη, και αφού απέλυσε τα πλήθη, ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί ιδιαιτέρως». Και ερω­τούμε· ποιόν «εκείνον τον καιρό»; Όταν έθρεψε πέντε χιλιάδες ανθρώπους, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά, με πέντε άρτους και δύο ψάρια, και χόρτασαν τόσο πολύ, ώστε να γεμίσουν και δώδεκα κοφίνια με τα περισσεύματα των κλασμάτων, όπως ακούσαμε στις εκκλησίες την περασμένη Κυριακή (Την ογδόη Κυριακή Ματθαίου 14, 14-22).
5. Θα μπορούσε ίσως να απορήσει κανείς, για ποιο λόγο ανάγκαζε τους μαθητές να μπουν στο πλοίο. Μπορούμε βέβαια να πούμε, ότι προγραμμάτιζε και τα στη συνέχεια, σπεύδοντας προς τα έργα τα οποία ήρθε να τελέσει πάνω στη γη. Εγώ όμως, γι’ αυτό θα απορούσα, αν δεν τους ανάγκαζε. Επειδή δηλαδή εκεί­νος ήθελε να προβάλει σε όλους τον εαυτό του με τα έργα υπό­δειγμα κάθε καλού, έδειξε βέβαια πως πρέπει κανείς να συνανα­στρέφεται τα πλήθη προς ωφέλεια των ψυχών και των σωμάτων, υπολειπόταν όμως να δείξει και πως πρέπει συνευρίσκεται με τον Θεό, το να προσηλώνει δηλαδή το νου του σ’ αυτόν απαλ­λαγμένο από όλα τα επίγεια· πολύ βέβαια συμβάλλει σ’ αυτό η μόνωση και ερημία και η κατ’ αυτήν ησυχία. Επειδή λοιπόν ήταν καιρός να διδάξει και αυτό, ότι είναι καλό η ερημία και ηρεμία, η προσευχή και η μόνωση, και γι’ αυτό έπρεπε να ανεβεί στο όρος, ώστε να προσευχηθεί μόνος, και οι μαθητές επιθυ­μούσαν να είναι μαζί τους αδιάκοπα, και δύσκολα δέχονταν ν’ αποσπασθούν από εκείνον, πώς θα ανέβαινε μόνος στο όρος αν δεν τους ανάγκαζε να μπουν στο πλοίο και να το οδηγήσουν στην απέναντι όχθη;
6. Πρέπει όμως να προσέξομε εδώ και κάτι άλλο· όπως δηλαδή τώρα, αφού θεράπευσε και δίδαξε και έθρεψε το πλήθος με θαυ­μαστό τρόπο, απολύοντάς τους και ανεβαίνοντας στο όρος, ανά­γκασε τους μαθητές να παραδώσουν τους εαυτούς τους στη θά­λασσα και στα κύματα, έτσι ύστερα, αφού με την ενανθρώπησή του θεράπευσε τη φύση μας, τη δίδαξε και την έθρεψε με τον εαυ­τό του, αφήνοντάς μας σωματικά και ανεβαίνοντας στον ουρανό, έστειλε τους μαθητές σ’ όλο τον κόσμο, με άλλα λόγια στην αλμυ­ρή, επειδή είναι γεμάτη από πειρασμούς, θάλασσα των εθνικών, σαν με σκάφος, με το ευαγγέλιο και την κατ’ αυτό Εκκλησία, με το οποίο παραδόθηκαν στους πειρασμούς. Και όχι μόνο τους έστειλε, αλλά και τους ανάγκασε. Εάν κάποιος γνωρίζει τα σχετικά με τον Ιωάννη τον αγαπημένο από τον Χριστό θεολόγο, εάν κάποιος γνωρίζει γιατί επιτράπηκε η σχετικά με τον θάνατο του Στεφάνου θλίψη και ο διωγμός που ακολούθησε εκείνην, θα καταλάβει τί εννοώ· πράγματι δεν ήθελαν οι Απόστολοι να βγουν από τα Ιε­ροσόλυμα, αλλ’ επειδή αναγκάσθηκαν από τον διωγμό, διασπάρθηκαν στον κόσμο, και έτσι εκπλήρωσαν την αποστολή.
7. Και δεν αναγκάσθηκαν απλώς να διαπλεύσουν την κοσμική θάλασσα, μέσα στην οποία υπάρχει κάθε θλίψη και κάθε είδος πειρασμού, αλλά και να προχωρήσουν πέρα από αυτήν, δηλαδή να νικήσουν και να βρεθούν πέρα από τους πειρασμούς με τη νίκη. Όμως δεν το κατόρθωσαν χωρίς τον Ιησού· γιατί λέγει· «το πλοίο ήδη βρισκόταν στο μέσο της θάλασσας βασανιζόμενο από τα κύματα· γιατί ήταν αντίθετος ο άνεμος». Δεν ήταν τότε περισ­σότερο αντίθετος σ’ αυτούς ο άψυχος άνεμος, όσο ήταν ο Δομετιανός και ο Τραϊανός και ο Νέρων αργότερα· ή καλύτερα αυτοί βέβαια και οι παρόμοιοι είναι άγρια κύματα εγειρόμενα φοβερά εναντίον τής Εκκλησίας, ενώ ο αντίθετος άνεμος που τους τα­ρακουνά και τους αναστατώνει είναι το πνεύμα της πονηρίας, ο αντικείμενος για πάντα στην Εκκλησία του Χριστού διάβολος. «Κατά την τέταρτη όμως», λέγει «φυλακή της νύχτας πήγε προς αυτούς ο Ιησούς περπατώντας πάνω στη θάλασσα», δηλαδή μετά την ένατη ώρα της νύχτας· γιατί οι νυχτοφύλακες συνήθιζαν να διαιρούν το διάστημα της νύχτας σε τέσσερα διαδοχικά τμή­ματα, ώστε, σύμφωνα με τις ισημερίες, η αρχή της τέταρτης φυ­λακής να είναι αρχή της δέκατης ώρας της νύχτας.
Τους αφήνει βέβαια τόση ώρα να βασανίζονται από την τρικυμία, για να τους ασκήσει στην υπομονή και να τους καταστήσει καρτερικούς. Αλλά και μετά από αυτό αφού εμφανίσθη­κε σ’ αυτούς, τους επιτρέπει να τον νομίσουν φάντασμα και να φοβηθούν τόσο, ώστε από φόβο να κραυγάσουν, αν και πήγε για να τους σώσει. Αυτό βέβαια θα μπορούσες να δεις και στην περίπτωση του παλαιού εκείνου λαού· όταν δηλαδή επρόκειτο να σχισθεί κατά τρόπο παράδοξο η θάλασσα στη μέση και να τους προσφέρει δρόμο σωτηρίας, τότε νόμιζαν ότι διατρέχουν τον έσχατο κίνδυνο, γιατί με την κατοπινή κύκλωση των εχθρών περισφίχθηκαν από άφευκτα κακά. Και τώρα κατά την παρουσία του πριν από την απαλλαγή από τα δαιμόνια που τους κατείχαν έκανε την εμφάνιση ο σφοδρός συνταραγμός των ελευθερουμένων· γιατί έτσι οι ευεργεσίες γίνονται όχι μόνο αγα­πητές, αλλά και μόνιμες στη μνήμη εκείνων που ευεργετήθη­καν. Και εμφανίζεται σ’ αυτούς τη στιγμή βέβαια που στην τρι­κυμία εκείνη επικαλούνταν τον Θεό των όλων, για να δείξει ότι αυτός είναι ο υπεράνω όλων Θεός που δίνει χέρι βοήθειας σ’ αυτούς που τον επικαλούνται. Περπατά επίσης πάνω στα κύμα­τα, ενώ η θάλασσα ήταν αγριεμένη, για να δείξει ολοκάθαρα, ότι αυτός είναι σύμφωνα με την προφητεία που βαδίζει πάνω στη θάλασσα σαν πάνω στο έδαφος, προς τον οποίο λέγει και ο Δαβίδ προφητικά· «οι δρόμοι σου είναι στη θάλασσα και τα μονοπάτια σου στα άφθονα ύδατα», και, «συ εξουσιάζεις τη δύναμη της θάλασσας, και συ καταπραΰνεις τον σάλο των κυ­μάτων της», πράγμα βέβαια που έκαμε αργότερα· γιατί μόλις τότε τους είδε φοβισμένους, επειδή δεν τον γνώρισαν, άλλωστε ήταν και νύχτα, μίλησε αμέσως προς αυτούς, γνωστοποιώντας τον εαυτό του από τη φωνή και λέγοντας· «εγώ είμαι, μη φο­βάσθε». Εγώ είμαι, εγώ που είμαι Θεός πάντοτε και τελευταία έγινα άνθρωπος για χάρη σας, βλεπόμενος και ακουόμενος και έχοντας τη δύναμη να κάνω τα πάντα· γι’ αυτό και βαδίζω με το σώμα πάνω στα κύματα και μπορώ να δώσω και στους άλλους τη δυνατότητα αυτή. Πράγματι όταν ο Πέτρος είπε προς αυτόν, «Κύριε, αν είσαι συ, δώσε εντολή να ρθω προς εσένα περπατώ­ντας πάνω στα ύδατα», πρόσταξε και έγινε.
9. Αλλά ας επαναφέρομε τον λόγο στην προηγούμενη σειρά του, σύμφωνα με την οποία λέγαμε μεταφορικά, ότι οι μαθητές στάλθηκαν στην κοσμική θάλασσα των εθνών, καθώς ο Κύριος ανέβαινε στο ουράνιο ύψος σαν σε όρος και εκεί πρόσφερνε ασφαλώς τις ευχές για χάρη μας, σαν αρχιερέας που έγινε και εισήλθε στα ενδότερα του παραπετάσματος, «για να εξιλεώνει», σύμφωνα με τον απόστολο, «τις αμαρτίες του λαού». Οι μαθητές λοιπόν που στάλθηκαν στην απέναντι όχθη, δηλαδή να νι­κήσουν και να ξεπεράσουν τους πειρατές, δεν νίκησαν ολο­κληρωτικά· γιατί ο αντικείμενος είναι ενεργής ακόμη και τα έθνη επιτίθενται με μανία εναντίον της Εκκλησίας του Χριστού. Κατά την τέταρτη όμως φυλακή της νύχτας, δηλαδή μετά τον φυσικό νόμο, μετά τον γραπτό νόμο, μετά την πρώτη παρουσία του Κυρίου και τον νόμο της χάριτος που δόθηκε κατ’ αυτήν, θα έρθει οπωσδήποτε ο καιρός τής δευτέρας παρουσίας του Χριστού, που αναλογεί ακριβώς στην τέταρτη φυλακή της νύχτας. Τότε θα έρθει ο Κύριος καταπατώντας και καταργώντας και υποδουλώνοντας κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη· γιατί πρό­κειται να καταργήσει περίλαμπρα και να καταπατήσει τα κύματα που ξεσηκώνονται άγρια εναντίον της Εκκλησίας του.
10. Γιατί θυμόσαστε, ότι ο λόγος υποδήλωνε μεταφορικά με τα κύματα που κινούνται και ξεσηκώνονται από το αντικείμενο πνεύμα, τους άρχοντες του κόσμου· και για να παραλείψω την εξέταση των ενδιάμεσων λεπτομερειών, όταν ανέβηκαν αυτοί στο πλοίο και ο Ιησούς και ο Πέτρος που είχε μεταβεί προς αυτόν από το πλοίο, κόπασε ο άνεμος και αφού πέρασαν απέναντι, έφτασαν στην ξηρά. Και πράγματι, όταν ο Κύριος και όλοι οι άγιοι που θα φύγουν από κοντά μας, τους οποίους υποδήλωσε ο Πέτρος, παραβρεθούν μαζί με μας κατά τη δευτέρα παρουσία του Χριστού, τότε το νοητό αντικείμενο πνεύμα θα καταργηθεί τελείως και εμείς, αφού περάσομε την πολυκύμαντη θάλασσα του βίου, θα εισέλθομε στη γη των πράων, απ’ όπου έχει δραπετεύσει κάθε πόνος, λύπη και στεναγμός. «Οι ευρισκόμενοι τότε στο πλοίο», λέγει, πήγαν και προσκύνησαν τον Ιησού, λέγοντας· Αληθινά είσαι Υιός του Θεού». Και τότε βέβαια «κάθε γόνατο θα λυγίσει των επουρανίων και των επιγείων και καταχθονίων και κάθε γλώσσα θα ομολογήσει, ότι είναι Κύριος ο Ιησούς Χρι­στός προς δόξα τού Θεού Πατέρα».
11. Αλλά αφήνοντας την αλληγορική ερμηνεία, ας θυμηθούμε την αρχή των λόγων μας. Και αυτή ήταν, ότι οι πειρασμοί όταν έρχονται δεν ωφελούν μόνο τους τέλειους στην πίστη, όπως τον Ιώβ και τον Πέτρο και τον Παύλο και τους ομοίους, αλλά και τελειοποιούν τους ατελείς. Γιατί εδώ όχι μόνο ο Πέτρος, ούτε μόνο οι άλλοι μαθητές, που ήταν και αυτοί ατελείς ακόμη, αλλά και όλοι που ήταν πάνω στο πλοίο, τόσο πολύ ωφελήθηκαν στην πίστη από εκείνον τον πειρασμό, ώστε προσήλθαν και προσκύνη­σαν τον Ιησού και είπαν προς αυτόν· «αληθινά είσαι Υιός τού Θεού». Αρα λοιπόν καλώς λέγει ο απόστολος που αναφέραμε στην αρχή· «μακάριος είναι ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμό, γιατί, αφού αποδειχθεί άξιος, θα λάβει το στεφάνι της ζωής».
12. Δεν θέλω όμως, αδελφοί, να αγνοείτε ότι το είδος των πειρασμών είναι διπλό. Αλλά δεν εννοώ τώρα αυτό, ότι οι πειρασμοί δίνονται στους ανθρώπους λόγω ηδονής και οδύνης λόγω υγείας και νόσου, λόγω δόξας και αδοξίας, λόγω ευπορίας και απορίας, από τους οποίους πολύ χειρότεροι είναι οι διδόμενοι λόγω ηδονής και υγείας λόγω δόξας και ευπορίας· συμβαίνει βέβαια και αυτό, αλλά τώρα δεν σας ομιλώ γι’ αυτό το είδος των πειρασμών. Αλλά ποιά θέλω τώρα να γνωρίσετε; Προσέξτε και θα μάθετε. Αυτός ο μέγας Ιάκωβος, ο κατά σάρκα καλούμενος αδελφός του Κυρίου, εξαιτίας τής κατά θεία οικονομία μνηστείας του Ιωσήφ με την Παρθενομήτορα Μαρία, αφού είπε, «να χαίρεσθε όταν περιπέσετε σε ποικίλους πειρασμούς», και ότι «είναι μακάριος ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμό, γιατί θα λάβει το στεφάνι της ζωής», έπει­τα, όπως αν έλεγε κάποιος σ’ αυτόν, και όμως υπάρχουν κάποιοι που βλασφημούν στους πειρασμούς, άλλοι που απελπίζονται τε­λείως, άλλοι που περνούν και θηλειά στον εαυτό τους, και αν ο πειρασμός είναι από τους έμφυτους και σαρκικούς, από θυμό ίσως ή επιθυμία, άλλοι πολλές φορές περιέπεσαν σε φόνους, και άλλοι παρέδοσαν τους εαυτούς τους στην ακολασία· πώς λοιπόν ο πει­ρασμός προέρχεται από τον Θεό και είναι πρόξενος στεφάνων; Σα να απολογείται προς αυτούς που τα λέγουν αυτά ο Ιάκωβος προσθέτει· «κανένας που δέχεται πειρασμό να μη λέγει, πειράζο­μαι από τον Θεό· γιατί αυτός δεν πειράζει κανένα· γιατί ο Θεός είναι απείραστος από τα κακά». Πειρασμό εδώ λέγει το κακό, δηλαδή την αμαρτία, και το να περιπέσει κανείς σ’ αυτήν, από την οποία έμεινε απείραστος και ο Χριστός, αν και βέβαια πειράσθηκε αλλιώς· γιατί λέγει· «από όσα έπαθε με τον πειρασμό που υπέμεινε, μπορεί να βοηθήσει αυτούς που πειράζονται»· αλλά και μετά τη βάπτισή του στον Ιορδάνη ανέβηκε στο όρος για να πειρασθεί σύμφωνα με τούς λόγους του ευαγγελίου.
13. Ώστε πειρασμοί λέγονται και τα λυπηρά που επέρχονται στους ανθρώπους απ’ έξω και προσβάλλουν το σώμα, και η ίδια η προσβολή του εχθρού, αν και είναι ανεύθυνος, αφού και τον Κύριο τον πρόσβαλε πειράζοντάς τον. Πειρασμοί λέγονται και οι αμαρτίες, κατά τις οποίες, όπως λέγει ο ίδιος ο Ιάκωβος, «καθέ­νας μας πειράζεται παρασυρόμενος και δελεαζόμενος από τη δική του επιθυμία· γιατί η επιθυμία», λέγει, «όταν συλλάβει το θύμα γεννά την αμαρτία, και η αμαρτία όταν πραγματοποιηθεί γεννά τον θάνατο». Ποιόν θάνατο; Τον αιώνιο, που είναι ο εξαι­τίας της αμαρτίας χωρισμός του Θεού από την ψυχή. Αυτόν βέ­βαια τώρα από τον Αδάμ μέχρι τη συντέλεια τον ακολούθησε και ο θάνατος του σώματος, τότε όμως, στον μέλλοντα αιώνα, για εκείνους που δεν μετανόησαν εδώ θα ακολουθήσει η αφόρητη και χωρίς τέλος κόλαση της ψυχής και του σώματος, αφού κατα­δικασθούν δίκαια από εκείνον που μπορεί να καταστρέψει στη γέεννα του πυρός και ψυχή και σώμα.
14. Αυτόν τον πειρασμό ας τον αποφύγομε με όση δύναμη έχομε, αδελφοί· γιατί το να τον αποφύγομε βρίσκεται στη δική μας εξουσία. Γι’ αυτό να λυπηθούμε, όταν δούμε τους εαυτούς μας να έχουν περιπέσει σ’ αυτόν. Εάν λυπηθούμε γι’ αυτό όσο χρειάζεται, θα προετοιμάσομε τον εαυτό μας για μετάνοια αμεταμέλητη προς σωτηρία. Αυτόν τον πειρασμό έρχομαι και εγώ τώρα να αφαιρέσω από σάς, όχι αυτόν που πρόσκαιρα μόνο ζημιώνει και βλάπτει, αλλά εκείνον που βλάπτει αιώνια. Γιατί ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, του οποίου εμείς είμαστε διάκονοι με τη χάρη του, είναι αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών, όχι των πρόσκαιρων, και εισήλθε με το αίμα του στα αληθινά άγια, αφού πέτυχε για μας λύτρωση όχι πρόσκαιρη, αλλά αιώνια· αυτήν ερχόμαστε και εμείς να σας προσφέρομε, αν πείθεσθε, την αιώνια απολύτρωση, των ψυχικών πειρασμών, και όχι των σω­ματικών γιατί σύμφωνα με τον απόστολο, τα όπλα μας δεν είναι σαρκικά, αλλά δυνατά με τη χάρη του Θεού προς καθαίρεση οχυρωμάτων, όχι των αισθητών, αλλά των κατασκευασμένων ενα­ντίον μας από τον νοητό εχθρό.
15. Σεις όμως μου φαίνεσθε ότι ούτε αντιλαμβάνεσθε ούτε ζητείτε την απολύτρωση των ψυχικών πειρασμών γιατί λυπείσθε για εκείνους τους πειρασμούς κυρίως, για τους οποίους έπρεπε να χαίρεσθε, καθόσον, αν θέλομε, μας προξενούν την αιώνια απολύτρωση, και από μένα αυτήν κυρίως ζητείτε, την εξάλειψη των σωματικών πειρασμών την οποία καταφρονώντας εγώ οπωσδή­ποτε, ήρθα προς εσάς, προτιμώντας να πάσχω μαζί με σας. Και βέβαια, αν λυπούμαστε περισσότερο για τις αμαρτίες μας, παρά για τα βλαβερά που μας συμβαίνουν, όχι μόνο η σωτηρία της ψυχής και η αιώνια απολύτρωση θα είναι μαζί μας, αλλά και η απολύτρωση των πρόσκαιρων πειρασμών. Γιατί από πού άραγε έγινε οδυνηρός και γεμάτος από στεναγμούς, φιλοπόλεμος και γεμάτος από συμφορές για μας ο βίος; Δεν έγινε από το ότι με την παράβαση της εντολής ρίξαμε τον εαυτό μας στον απαγορευμένο πειρασμό, δηλαδή την αμαρτία; Αν λοιπόν καθαρίσομε τώρα τον εαυτό μας από κάθε αμαρτία με τη μετάνοια, και εδώ θα υποστούμε μετριώτερους πειρασμούς, και στον κατάλληλο καιρό θα επιστρέψομε στον απαλλαγμένο από τη λύπη και τους πειρα­σμούς βίο.
16. Αφού λοιπόν επαναφέρομε τον εαυτό μας προς τον σωτήριο αυτό λογισμό, να μη λυπούμαστε και στενοχωρούμαστε για τις σωματικές μάλλον προσβολές, αλλά για τις ψυχικές ζημίες, που είναι πραγματικά πειρασμοί και άξιοι αληθινά λύπης, ώστε να λέμε και προς τον Θεό όπως ακριβώς μας δίδαξε, «μη μας βάλεις σε πειρασμό», τον απαγορευμένο και υπεύθυνο οπωσδήποτε πει­ρασμό, «αλλά απάλλαξέ μας από τον πονηρό, γιατί δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα στους αιώνες των αιώνων». Γένοιτο.
(Πηγή: Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 10, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)

Αναδημοσίευση από:
https://alopsis.gr/κυριακή-θ-ματθαίου-ομιλία-32η-στο-ευαγ/