Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

Από την ζωή του π. Νικολάου Κογιώνη



Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)

Μία φωτισμένη και αγιασμένη ιεραποστολική μορφή των ημερών μας


Μέρος Β'

ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ π. ΝΙΚΟΛΑΟΥ


Έκρυβε την αρετή του. Ο προσωπικός του αγώνας

Ένα από αυτά που κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση σε όσους είχαν γνωρίσει τον π. Νικόλαο, είναι το πώς κατόρθωνε να κρύβη την μεγάλη του αρετή. Ακόμη και πρόσωπα με μεγάλη ευλάβεια και πείρα εκπλήσσονται μετά τον θάνατό του με την μεγάλη αγιότητα του πατρός, την οποία δεν είχαν υποψιαστεί όσο ζούσε. Πρόσωπο προσκείμενο στον π. Νικόλαο ανέφερε μία φορά: «η πραγματική ταπείνωση ξέρει να κρύβεται». Ο Μ. Βασίλειος γράφει ότι η πραγματική ταπείνωση κρύβει όλες τις αρετές ακόμη και την ίδια την ταπείνωση. Αυτό εφαρμοζόταν πλήρως στον π. Νικόλαο. Ακόμη και άνθρωποι που τον συνανεστρέφοντο τακτικά και πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος, ένα μικρό μόνο μέρος της αρετής του είχαν αντιληφθεί. Του έλεγε πολλές φορές ο Μ.: «Ξέρετε π. Νικόλαε τι καλά λόγια ακούω για σας»; Και εκείνος απαντούσε: «Κλείσε τα αυτιά σου, σ' αυτά τα λόγια. Είναι όλα ψέματα. Τι λέει ο Θεός για μένα; Άκου παιδί μου, στη ζωή αυτή να χαίρεσαι όταν οι άνθρωποι λένε για σένα αρνητικά λόγια. Αυτά κάνουν καλό στη ψυχή μας και μας ωφελούν».
 
Ο προσωπικός αγώνας του ήταν κρυφός, γνωρίζουμε όμως ότι εξομολογείτο κάθε μήνα, ώστε να παίρνη δύναμη για τον δύσκολο αγώνα του, και ως ιερουργός ήταν συνεχώς ενωμένος με τον Χριστό διά του μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας. Μελετούσε τον λόγο του Θεού ακατάπαυστα, με ζήλο νεοφώτιστου θα λέγαμε, και προσευχόταν αδιαλείπτως. Μέσα από τα πάμπολλα στοιχεία που θα αναφερθούν στην συνέχεια διαφαίνεται μία αγνή και άδολη ψυχή, φλεγόμενη από αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους, ένας θερμός ζήλος για τον επανευαγγελισμό των ανθρώπων συνδυασμένος με πραότητα, ταπείνωση και πόνο για την σύγχρονη αποστασία, η συνεχής εγρήγορσή του, οι υψηλοί πνευματικοί στόχοι και η αυστηρότης προς τον εαυτό του συνδυασμένη με διάκριση και επιείκεια προς τους άλλους, η αδιάλειπτη προσευχή και η αδιάκοπη μελέτη του θείου λόγου, η μεγάλη αυταπάρνηση και αυτοθυσία, και προπαντός ο διαρκής προσανατολισμός του προς τον ουρανό.
 
Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)
Μία φωτισμένη και αγιασμένη ιεραποστολική μορφή των ημερών μας

Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη
Θεσσαλονίκη

Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)



Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Καταγωγή, νεανικά χρόνια
Ο Νικόλαος Κογιώνης γεννήθηκε στις 27 Μαρ­τίου του έτους 1928 στο Νεοχώριο Αρκαδίας. Γονείς του ήσαν οι ευλαβείς Αρκάδες Ευάγγελος και Βασιλι­κή. Ο πατέρας του υπηρέτησε στην εκπαίδευση κάτω από αντίξοες συνθήκες αφήνοντας ανάμνηση ενός α­γίου και πράου δασκάλου. Η μητέρα του, κυρά Βασι­λική, ήταν αγράμματη κατά κόσμον, αλλά με «την κα­τά Θεόν» σοφία καθοδήγησε τα τέσσερα παιδιά της στον δρόμο της αληθινής Θεογνωσίας. Έλεγε τακτι­κά στα παιδιά της: Όταν έχετε κάποιο πρόβλημα θα πηγαίνετε και θα γονατίζετε κάτω από το άγιο καντή­λι μας! Υπήρχε εικονοστάσι στο σπίτι και εκεί φιλο­ξενούσαν και Ιερά Λείψανα χαρισμένα από την Ιερά Μονή Βαρσών. Κάποιο βράδυ είπε ο πατέρας στα παι­διά τους στενοχωρημένος: Παιδιά μου, η μητέρα σας δεν είναι καλά. Έχει υψηλή πίεση και δεν πέφτει με τίποτε. Ο γιατρός είπε θα πεθάνη. Το ίδιο βράδυ γο­νάτισαν και τα τέσσερα παιδάκια κάτω από το άγιο καντήλι τους και προσευχήθηκαν πολύ ώρα με δά­κρυα. Και το θαύμα έγινε. Η μητέρα τους άρχισε να παίρνη το καλύτερο και σε λίγο καιρό αποκαταστάθη­κε εντελώς η υγεία της.
Ο Νικόλαος είχε την ευλογία από τον Θεό να μεγαλώση σε ένα άγιο περιβάλλον πάππου προς πάπ­που. Το όνομά του πήρε από τον προπάππο του τον ά­γιο ιερέα παπά-Νικόλα, πατέρα του παππού του πάπα-Άγγελου. Ο παππούς ιερέας -πατέρας της μητέρας του- ο ευλαβέστατος και απλοϊκότατος πάπα-Άγγελος Οικονόμου* ήταν και ο εφημέριος του χωριού τους. Απ' αυτόν ο Νικόλαος εμπνεύστηκε από τα παι­δικά του κιόλας χρόνια να ακολουθήση τον δύσβατο δρόμο της Ιερωσύνης.
Από μικρό παιδάκι, ο Νικόλαος αρεσκόταν στην προσευχή και στη σιωπή. Βοηθούσε δε με χαρά τον παππού του στην εκκλησία συλλαβίζοντας τους ψαλ­μούς. Όταν επέστρεφε σπίτι προσπαθούσε να μιμηθή τον ιερέα παππού του. Έπαιρνε λεμονόφλουδες και κλωστή και με ένα τρόπο που ο ίδιος μόνο ήξερε, κα­τασκεύαζε θυμιατό και λιβάνιζε όλο το σπίτι λέγο­ντας σοβαρά: Κύριε Ελέησον, Κύριε Ελέησον, Κύ­ριε Ελέησον... Ένα Μεγάλο Σάββατο βράδυ τους πή­ρε βαθύς ύπνος. Ξαφνικά, ξυπνάει ο Νίκος και αρχί­ζει να φωνάζη: «Σηκωθείτε, σηκωθείτε να πάμε στην εκκλησία». Αυτή την εγρήγορση την κράτησε και την αύξησε στην ζωή του ο π. Νικόλαος. Σαν ιερέας, κατάκοπος την Κυριακή το μεσημέρι, έτρωγε μερικές φορές βιαστικά για να προλάβη λίγο να αναπαυθή προτού συνεχίσει το πάντα βαρυφορτωμένο πρόγραμμα ποιμαντικής διακονίας. «Σας παρακαλώ, λίγη ησυ­χία, δεν έχω πολύ χρόνο» έλεγε στους δικούς του. Ώ­σπου να πλαγιάση λίγο, άκουγαν οι δικοί του το ξυ­πνητήρι του να χτυπάη.
Μετά τα πρώτα παιδικά χρόνια, η οικογένεια του Νικολάου θα μετακομίση στην Τρίπολη. Εκεί θα γνωρίσουν τον φλογερό ιεροκήρυκα της μητροπόλεως π. Θεόδωρο Κωτσάκη, ο οποίος θα γίνη και ο πνευμα­τικός πατέρας της οικογένειας. Το πατρικό τους σπίτι γίνεται τόπος φιλοξενίας για περιοδεύοντες θεολό­γους ιεροκήρυκες. Αναπτύσσονται εκεί πνευματικές συζητήσεις. Ζουν όλοι, γονείς και παιδιά σε ατμό­σφαιρα αληθινής πνευματικής και φιλακόλουθης εκ­κλησιαστικής ζωής. Τακτικά, σαν έφηβος έπαιρνε τον μικρότερο αδελφό του Θεοδόσιο και με τα ποδήλατα πήγαιναν στο εξωκλήσι του Αϊ-Γιώργη, λίγο έξω απ' την Τρίπολη. Εκεί ώρες ατελείωτες κάτω απ' τα πεύκα διάβαζαν την Αγία Γραφή. Άλλοτε μαζί και με τις αδελφές τους έκαναν παράκληση ή χαιρετισμούς μέσα στο γραφικό εκκλησάκι. Ένα σπίτι που έχει στη­ριχθεί σε τέτοια πνευματικά θεμέλια θα αναδείξη δύο πρεσβυτέρες, ένα Θεολόγο και τον ιερέα π. Νικόλαο.

Φοιτητής
Στην ψυχή του Νικολάου ωριμάζει ο πόθος της Θεολογίας. Θα δώση εξετάσεις στην Θεολογική Σχο­λή Αθηνών όπου θα επιτύχη με πολλή καλή σειρά. Μαθαίνει την εισαγωγή του βόσκοντας τις γίδες τους. Από την χαρά του αρχίζει να τις χτυπάη με ένα ξύλο και όλοι μαζί εκεί στο αλώνι να χοροπηδούν. Είχε τε­λειώσει το Γυμνάσιο φορώντας κοντά παντελόνια. Σκεφτόταν πώς, όταν θα πήγαινε στην Αθήνα έπρεπε να ντυθή λίγο καλύτερα. Εκείνες τις ήμερες, κατά θαυμαστό τρόπο, η οικογένεια λαμβάνει ένα δέμα από μακρινούς συγγενείς της Αμερικής. Ανοίγουν το κου­τί και βλέπουν προς μεγάλη τους έκπληξη, ένα θαυμά­σιο καφέ παντελόνι και ένα ωραιότατο πράσινο σακά­κι ακριβώς στα μέτρα του Νίκου. Άντε, Νίκο, του λέ­ει η μητέρα του, σου έστειλε ο Θεός και κουστούμι. Και έκαναν όλοι το σταυρό τους. Θα αναχωρήση σύ­ντομα για την Αθήνα, φτωχός σε υλικά αγαθά αλλά πλούσιος σε αγάπη προς τον Θεό και σε πηγαία φυσι­κή καλοσύνη, απλότητα και καθαρότητα μικρού παι­διού. Στην Αθήνα θα διαμένη στο φοιτητικό Οικο­τροφείο «Απόστολος Παύλος» εργαζόμενος στο βι­βλιοδετείο της αδελφότητος θεολόγων η «ΖΩΗ» για να μην επιβαρύνη την οικογένειά του. Ως φοιτητής θα συνδεθή με ισχυρούς δεσμούς πνευματικής φιλίας με τον αρχιεπίσκοπο Αμερικής κ.κ. Δημήτριο, τον αρχιεπίσκοπο Αλβανίας κ. κ. Αναστάσιο, τον μητρο­πολίτη Κορέας κ. Σωτήριο κ.α. Εσπούδασε με ευλά­βεια την ιερή επιστήμη της Θεολογίας. Σεβόταν και αγαπούσε ιδιαιτέρως τον αείμνηστο καθηγητή Π. Τρεμπέλα (αλλά και ο καθηγητής ιδιαίτερα τον εκτι­μούσε, μεσολάβησε δε και για την χειροτονία  του στην Πάτρα, όπως θα δούμε). Ως φοιτητής εντυπωσία­ζε όλους με το ήθος, την ευγένεια, την  αγνότητα και την καλοσύνη, που αντανακλούσαν και στην ωραία νεανική εμφάνιση του και γενικά στην όλη του πα­ρουσία. Θα επιδοθή με ζήλο στο ιερό λειτούργημα του κατηχητού, σπέρνοντας στις νεανικές ψυχές το Θείο λόγο με φλόγα και παλμό. Το λειτούργημα αυτό θα το υπηρετήση συνεχώς μέχρι τα  τελευταία χρόνια της ζωής του.
Στην Αθήνα θα γνωρισθή με μεγάλες πνευματικές μορφές της εκκλησίας μας: μεταξύ άλλων, τους ιερο­κήρυκες αρχιμανδρίτες π. Χριστόφορο Παπουτσόπουλο, π. Σπυρίδωνα Μπιλάλη, π. Χαράλαμπο Δέδε, π. Γεώργιο Δημόπουλο, π. Λεωνίδα Διαμαντόπουλο, π. Θεόδωρο Μπεράτη. Αυτοί θα αποτελέσουν μέχρι το τέλος της ζωής του την χρυσή αλυσίδα των πνευματι­κών πατέρων και καθοδηγητών της ζωής του, τους ο­ποίους θα εμπιστεύεται και θα υπακούη απολύτως. Ο τελευταίος πνευματικός του, π. Θ. Μ. θα δηλώση μετά την κοίμηση του πατρός: «Ο π. Νικόλαος ήταν ο πνευματικός άνθρωπος, ο χαριτωμένος κληρικός, που ήλκυε πλουσίαν την χάριν του Θεού».

Καθηγητής, δημιουργία οικογένειας, χειροτονία
Ο αλησμόνητος καθηγητής
Το 1954 τοποθετείται αναπληρωτής καθηγητής στο Γυμνάσιο Πανόρμου Μυλοποτάμου της επαρχίας Ρεθύμνου Κρήτης. Εκεί θα υπηρετήση για ένα μόλις εξάμηνο, θα αφήση όμως έντονες αναμνήσεις (παρα­θέτουμε στο τέλος συγκινητική επιστολή μαθητού του της περιόδου αυτής, την οποία απέστειλε στο περιοδι­κό «Η Δράσις μας» μετά την κοίμηση του πατρός Νι­κολάου). Εν συνεχεία διορίζεται στην Τεγέα Τριπό­λεως, όπου θα υπηρετήση για έξη χρόνια. Οι μαθητές του τον ενθυμούνται με πολλή συγκίνηση ως τον πρό­σχαρο, τον ενθουσιώδη, και τον στοργικό θεολόγο τους, που τους ενέπνεε υψηλούς στόχους. Λέει χαρα­κτηριστικά μία παλιά του μαθήτρια: Μας μιλούσε πά­ντα μέσα απ' τη ψυχή του και τα λόγια του μας έδιναν δύναμη, χαρά, βλέπαμε στο πρόσωπο του τον ίδιο το Χριστό. Αυτό το αίσθημα, στο πρόσωπο του π. Νικο­λάου να βλέπουμε τον ίδιο τον Χριστό, το είχαμε και πολλά πνευματικά παιδιά του μετέπειτα.
Γάμος
Το 1958 νυμφεύεται την ευλαβέστατη, και έκτοτε καρτερική συμπαραστάτρια και συνοδοιπόρο της ανη­φορικής του πορείας, Άννα, το γένος Τυπάλδου, δα­σκάλα από την Πάτρα. Η Άννα θα αφοσιωθή με τα­πείνωση και αυταπάρνηση στο έργο της ανατροφής των 6 παιδιών που θα αποκτήσουν, θα ελαφρύνη δε τον μετέπειτα ιερέα Νικόλαο από το βάρος των ποικί­λων οικογενειακών υποχρεώσεων, μετέχοντας συγ­χρόνως αθόρυβα σε έργα ιεραποστολής και προνοιακής μέριμνας. Το μυστήριο του γάμου θα τελεστή στον Άγιο Βασίλειο της οδού Μετσόβου Αθηνών στις 20 Ιουλίου. Για ένα διάστημα (περισσότερο από ένα χρόνο) η οικογένεια θα διαμένει στην Τρίπολη και ο Νικόλαος θα συνέχιση να εργάζεται στην Τεγέα.

Πόθος ιερωσύνης, εμπόδια, μεσολάβηση Π. Τρεμπέλα
Σφοδρή επιθυμία και ιερός πόθος του Νικολάου είναι να υπηρετήση την εκκλησία από τις τάξεις του κλήρου. Αρχική του επιθυμία ήταν να χειροτονηθή στην Αθήνα για να συνεισφέρη στην μεγάλη Ιεραπο­στολική προσπάθεια που γινόταν, καθώς σαν φοιτη­τής είχε διαπιστώσει την μεγάλη αύξηση του πληθυ­σμού και τις μεγάλες ανάγκες του ποιμνίου. Όμως πα­ρουσιάζονται εμπόδια και με υπόδειξη πνευματικών ανθρώπων θα καταφύγη στην μητρόπολη Πατρών. Στον μητροπολίτη Πατρών Κωνσταντίνο Πλατή θα τον συστήση ο Καθ. Π. Τρεμπέλας, ο οποίος τον εγνώριζε και τον εκτιμούσε από τα φοιτητικά του χρό­νια. Λίγο αργότερα, όταν θα έχει δρομολογηθή η χει­ροτονία του Νικολάου θα του στείλει την έξης ωραία επιστολή με ημερομηνία 9 Ιανουαρίου 1960 (φωτοτυ­πία της επιστολής παραθέτουμε σε χωριστή σελίδα). «Αγαπητέ μοι, όταν θα λάβης την επιστολήν μου θα έχεις ήδη χειροτονηθή. Βασισθείς εις την ευσέβειάν σου και τον σεμνόν χαρακτήρα σου, αλλά και εις την ευσέβειαν και τον χριστιανικόν βίον των γονέων σου και όλου του πατρικού σου οίκου, ανέλαβον την ευθύνην να σε συστήσω εις τον άγιον Πατρών, εις τον οποίον και προφορικώς προσέθεσα ό,τι θα σε καθιστά παρ' αυτώ αγαπητόν και άξιον χειροτονίας. Τούτο ί­σως διά δευτέραν ή το πολύ τρίτην φοράν έπραξα εις την ζωήν μου. Σου εύχομαι λοιπόν εξ' όλης καρδίας να παρασταθής καθ' όλον σου τον βίον άξιος λειτουρ­γός του θυσιαστηρίου, μετά φόβου και ευλάβειας ου μόνον απαραμειώτου, αλλά και ολονέν τελειοποιουμένης προσεγγίζον εις αυτό. Είμαι περισσότερον υπεύ­θυνος διά σε ενώπιον του Θεού παρ' όσον ο χειροτονήσας σε, διότι και εις την ιδικήν μου μαρτυρίαν εβασίσθη. Προσεύχου λοιπόν και πάλιν προσεύχου και νήφε εν πάσι και πρόσεχε σεαυτώ, ίνα μήποτε ρήμα τι κρυπτόν γένηται έν τη καρδία σου ανόμημα. Και μνη­μόνευε και της εμής αθλιότητος εν τω θυσιαστηρίω προς Κύριον. Φύλαττε σεαυτόν αγαπητέ μοι, από τον φοβερόν κίνδυνον της συνήθειας εξ' ενός και του ε­γωισμού εξ οιήσεως εξ ετέρου. Έσο πάντοτε ταπει­νός, προσεκτικός εις το εσωτερικόν σου και αφιλάργυρος εις τον τρόπον, ίνα δίδης το καλόν παράδειγμα εις τους χριστιανούς. Σε ασπάζομαι εν Κυρίω θερμώς. Π. Τρεμπέλας».
Ο Νικόλαος σαν ιερέας θα αναδειχθή άξιος ή μάλ­λον ανώτερος των προσδοκιών και όχι μόνο θα μνημο­νεύη ευγνωμόνως τον σεβαστό του καθηγητή και ενώ­πιον του θυσιαστηρίου, αλλά ο αγαθός Θεός θα οικονομήση τα πράγματα ώστε 17 χρόνια αργότερα, να προπέμψει αυτός στην αιωνιότητα τον μέγιστο αυτό σύγχρονο θεολόγο, δίνοντας του την τελευταία θεία κοινωνία στο Νοσοκομείο Άγιος Σάββας Αθηνών.

Χειροτονία στην Πάτρα
Ο μητροπολίτης Πατρών κ. κ. Κωνσταντίνος θα δεχθεί με χαρά την υποψηφιότητα του Νικολάου. Σε επιστολή του με ημ/νία 22/9/1959 γράφει μεταξύ άλ­λων, «Αγαπητέ μου κ. Ν. Κογιώνη, ..., Φρονώ, εκ των μέχρι τούδε, ότι ο Κύριος ευνοεί το ζήτημα σας. Ενώ ποικίλαι σκέψεις διήρχοντο της διανοίας μου προς εξεύρεσιν τρόπου ταχυτέρας λύσεως και αξιοποιήσεως τούτου, αίφνης ο θάνατος ιερέως ιερού Ναού της πό­λεως Πατρών προώθησε το ζήτημα... προσεύχεσθε εις τον Κύριον, ίνα γίνει το Αγ. θέλημα Του, εξουδετερώνων κάθε εμπόδιον του πονηρού...». Σε επόμενη ε­πιστολή με ημ/νία 16/10/1959 γράφει: «... ευχαρίστως σας αναγγέλω ότι κατόπιν προηγηθείσης συζητήσεως μετά του Σεβασμιωτάτου Μαντινείας, έλαβον... την έγγραφον συγκατάθεσίν του διά την χειροτονίαν σου... Διά τούτο, εφ' όσον... ο Θεός δεικνύει διά των πραγμάτων το Άγιον Θέλημά Του, είναι ανάγκη να ε­τοιμάζεσαι αφ' ενός ψυχικώς και πνευματικώς διά των καταλλήλων σκέψεων διά την άνοδόν σου εις το Θείον υπούργημα εις ο καλείσαι και διά τας αναληφθεισομένας ευθύνας απέναντι Θεού και ανθρώπων, αφ' ετέρου δε ατομικώς και οικογενειακώς ...».
Μετά τις ανωτέρω ευνοϊκές εξελίξεις η χειροτονία προχωρεί ανεμπόδιστα. Στις 10/1/60 χειροτονείται στον ιερό Ναό Παντανάσσης διάκονος και στις 30/1/60, ανήμερα των τριών Ιεραρχών, ιερεύς, από τον α­είμνηστο μητροπολίτη Πατρών κυρό Κωνσταντίνο (Πλατή). Στην Πάτρα επιβάλλεται ως ιεροκήρυκας με τα φλογερά του κηρύγματα, ως στοργικός πνευματι­κός (όπως πληροφορηθήκαμε, κατά την εξομολόγηση οι πιστοί σχημάτιζαν ουρές), και ως κατηχητής πλή­θους παιδιών, πρωτοστατών σε ποικίλες εξορμήσεις αγάπης. Ο μακαριστός μητροπολίτης Κωνσταντίνος αγαπούσε πολύ και εκτιμούσε τον νεαρό πρεσβύτερο. Όταν επισκεπτόταν τον Ι. Ναό Παντανάσσης αρνείτο να κηρύξη παρουσία του. Έλεγε, εσύ π. Νικόλαε θα μιλήσης! Όμως και ο π. Νικόλαος έτρεφε βαθειά ευγνωμοσύνη και αγάπη στον μητροπολίτη. Η αγάπη εκδηλώθηκε ποικιλοτρόπως και μετά την κοίμηση του τελευταίου, όπως αναφέρουμε σε άλλα σημεία.

Από την Πάτρα στην Αθήνα
Η διακονία του π. Νικολάου στην Πάτρα θα διαρκέση 10 χρόνια. Ο πατήρ δεν είχε ξεχάσει την αρχι­κή του επιθυμία να έλθη στην Αθήνα, συγχρόνως δε άρχισε να έχει ενοχλήσεις (βρογχικά) από το υγρό κλίμα των Πατρών. Ίσως αυτό το θεώρησε σημάδι από Θεού για την μετακίνηση του στην Αθήνα. Ίσως να υπήρξαν και άλλοι λόγοι: στην Πάτρα ο πατήρ σύ­ντομα απέκτησε φήμη αξίου και ενάρετου κληρικού και πιθανόν αυτό να μην άρεσε στον ταπεινό π. Νικό­λαο, ο οποίος ήθελε να διακονήση τον λαό του Θεού αθόρυβα ως άσημος «παπάς». Τους ακριβείς λόγους δεν τους γνωρίζουμε, ένα πάντως είναι σίγουρο ότι συμβουλεύθηκε τον πνευματικό του γι' αυτή του την απόφαση. Η απόφαση αυτή, όπως ήταν φυσικό, λύπη­σε τον μητροπολίτη κ. Κωνσταντίνο, όμως αυτός δεν αντιτάχθηκε και μάλιστα τον διευκόλυνε. Έτσι ο π. Νικόλαος από το 1970 θα έλθη στην Αθήνα και με­τά από ένα χρόνο εφημερίας στον Άγιο Γεώργιο Α­καδημίας Πλάτωνος ο Θεός θα οδηγήση τα βήματά του στον Άγιο Ελευθέριο πεδίου του Άρεως (Γκύζη).
Η Κα Ελένη Ξ. απ' τα Χανιά θυμάται με συγκίνη­ση τον καιρό που ως νεαρή κοπέλα έμενε στην Αθή­να και εκκλησιαζόταν στον Άγιο Γεώργιο Ακαδη­μίας Πλάτωνος. Την είχε εντυπωσιάσει ο νέος ιερέας με τα αγνό βλέμμα και της έχει μείνει χαραγμένη η έκφραση του προσώπου του, όταν έστρεφε το βλέμμα του στην εικόνα του Χριστού. Παρ' όλο που έμενε σε άλλη περιοχή, στην Κολοκυνθού, επεδίωκε να εκκλη­σιάζεται στον Αγ. Γεώργιο για να μην χάνει τις ομι­λίες του πατρός, που της άρεσαν πάρα πολύ. Εκείνη την περίοδο αισθανόταν έντονη μελαγχολία και κατέ­φυγε στο πετραχήλι του πατρός. Θυμάται ότι τα προ­βλήματα της διαλύθηκαν με μιας και για ένα διάστη­μα αισθανόταν μεγάλη χαρά.

Στον Άγιο Ελευθέριο Γκύζη
Στον Άγιο Γεώργιο ο π. Νικόλαος ήταν προϊστά­μενος του Ναού και αυτό τον λυπούσε, διότι οι διοι­κητικές ευθύνες του αφαιρούσαν χρόνο από την δια­κονία του ποιμνίου. Στον Άγιο Ελευθέριο τοποθετή­θηκε σαν απλός εφημέριος, όπως δηλαδή το επιθυμού­σε. Ο Άγιος Ελευθέριος είναι μία από τις μεγαλύτε­ρες ενορίες της Αθήνας (κατ' εκτίμηση 80.000-100.000 ενορίτες). Ο π. Νικόλαος θα διακονήση τον λαό του Θεού της αχανούς αυτής ενορίας με συγκινη­τική αυταπάρνηση. Υπακούοντας στον πνευματικό του δεν θα υποβάλη παραίτηση για συνταξιοδότηση και θα συμπλήρωση 35 χρόνια αδιάλειπτης διακονίας. Στην διάρκεια αυτής της διακονίας θα οργώση κυριο­λεκτικά όλους τους δρόμους και θα χτυπήση επανει­λημμένως όλες τις πόρτες μεταφέροντας το μήνυμα του Ευαγγελίου. Ο θάνατος θα τον βρή όρθιο στο έρ­γο της διακονίας του ποιμνίου.

* Διασώζεται το έξης χαριτωμένο περιστατικό: όταν ο παπά-Άγγελος έβλεπε να παίρνουν τα μουλάρια του γειτονικού μονα­στηρίου Βαρσών έλεγε στα εγγόνια του: Σηκωθείτε όρθιοι, κάνετε υπόκλιση, περνούν τα καλογερικά μουλάρια!

Ο ιερεύς Νικόλαος Κογιώνης (1928-2006)
Μία φωτισμένη και αγιασμένη ιεραποστολική μορφή των ημερών μας

Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη
Θεσσαλονίκη

Συζήτηση με τον Γέροντα Εφραίμ της Ι. Μ. Ξηροποτάμου



ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΕΦΡΑΙΜ ΤΗΣ I. Μ. ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ ( † 21-11-1984)[1]

O γέροντας κάθεται σ' ένα γώνιασμα που κάνουν οι πάγκοι στο αρχονταρίκι. Έχει ένα γαλήνιο και σχε­δόν διάφανο πρόσωπο. Κάτι μάτια πεντακάθαρα και φωτεινά που δεσπόζουν κάτω από το απλό καλογερικό σκουφάκι. Μέσα σ' εκείνη την ατμόσφαιρα που μυρίζει ποτισμένη λιβάνι είναι σαν να νιώθει κα­νείς να ξεχύνεται απλότητα και ειρήνη, ευ­λογία και παρηγοριά από ολόκληρη την πα­ρουσία του γέροντα. «Ως μύρον επί κεφα­λής το καταβαίνον επί τον πώγωνα, τον πώγωνα του Ααρών, το καταβαίνον επί την ώαν του ενδύματος αυτού- ως δρόσος Αερμών η καταβαίνονσα επί τα όρη Σιών ότι εκεί ενετείλατο Κύριος την ευλογίαν, ζωήν έως του αιώνος». Μιλά απλά και ήσυχα. Έχει σταυρωμένα τα χέρια και γέρνει λίγο το κεφάλι, λες και θέλει να έρθει πιο κοντά, να μιλήσει πιο μέσα, ανεξίτηλα.
Κάποιος ρωτά για τον μοναχισμό, τι προϋποθέτει.
- Ο μοναχισμός προϋποθέτει ιδιαίτερη κλίση που φυτεύει ο ίδιος ο Θεός, καθώς ε­πίσης και το κάλεσμα. Αυτό το κάλεσμα (κλήσις) έχει γίνει από τον Κύριο για όλους, αλλά ο ίδιος μας λέγει ότι «ου πάντες χωρούσι τον λόγον τούτον». Έτσι το κάλεσμα απευθύνεται σε όλους, αλλά απαντά «ο δυνάμενος». Αυτός και γίνεται μοναχός... Βέβαια αυτό που μετρά τόσο στη ζωή του μοναχού όσο και στη ζωή του εν κόσμω χριστιανού είναι η συνέπεια σ' ένα πνευματικό πρόγραμμα. Η συνέπεια στο πρόγραμμα αυτό συνιστά έναν αγώνα κατά του κόσμου, του διαβόλου και της σαρκός. Οι εχθροί αυτοί καταφέρνουν να μας υπο­σκελίζουν, γιατί (και όταν) μας βρίσκουν απροετοίμαστους. Μας βρίσκουν δηλαδή σε ακηδία και έτσι έχουμε ένα σωρό πτώσεις. Οι πτώσεις δεν αντιμετωπίζονται και δεν αποφεύγονται παρά με την εγρήγορση και την προσήλωση σε ένα πρόγραμμα πνευ­ματικής ζωής. Η πνευματική ζωή είναι μία μάχη και στην μάχη δεν μπορείς να παρα­τάς το όπλο χωρίς κίνδυνο θανάτου. Χρειά­ζεται το όπλο ανά χείρας πάντοτε για την αντιμετώπιση των έχθρων. Αυτό γίνεται στην ζωή των μοναχών: Έχουν συνέχεια το όπλο ανά χείρας, ποτέ επ' ώμου. Μεγάλο ρόλο παίζει σ' αυτό το πράγμα η προσευχή...
- Ναι, γέροντα, αλλά σε μας η προσευχή γίνεται εντελώς τυπική τις περισσότερες φο­ρές.
-  Από την τυπική, όπως λέτε, προσευχή δεν ξέρετε πόσα αγαθά μπορούν να προκύ­ψουν. Γιατί η προσευχή η τυπική, σε τακτές ώρες, μοιάζει με την γεννήτρια που δίνει φως. Μπορεί να δώσει το φως της πάντα ή μόνον τότε που χρειάζεται. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση, για να δώσει φως, είναι να φορτίζεται ή να τροφοδοτείται με καύσιμη ύλη. Αυτό τον ρόλο παίζει η τυπική προσευ­χή στην όλη πνευματική ζωή. Φορτίζει την γεννήτρια και της δίνει την δύναμη, για να μας παρέχει φως, όταν πάει να σκοτεινιάσει.
Μπορείτε να καταλάβετε τώρα την ση­μασία που έχει το «πνευματικό πρόγραμ­μα». Οι φιλίες και οι κοινωνικές υποχρεώ­σεις είναι τις περισσότερες φορές συνδεδε­μένες με αλλοίωση μικρή ή μεγάλη, του πνευματικού προγράμματος και είναι φα­νερό πόση βλάβη μπορεί να προξενηθεί από την αλλοίωση ή και την εγκατάλειψή του. Πόσο μεγάλο είναι αντίθετα το όφελός του, γιατί μας κρατά συνέχεια σε εγρήγορση· αυ­τό που λέγεται στην ασκητική ζωή «νήψις».
Είναι αλήθεια ότι η νήψις και η προ­σευχή μαζί μας δίνουν την δύναμη του Χρι­στού και μας οδηγούν στην σωτηρία. Με τα δύο αυτά μπορεί κανείς να προσέχει πάντα τον εαυτό του και να καταλαβαίνει τις αδυ­ναμίες του. Συγχρόνως ολόκληρος ο χρόνος είναι γεμάτος και δεν χρειάζεται να καταφεύγει σε κάθε είδους ενασχόληση, για να τον γεμίσει, ούτε στην εξωστρέφεια και στην λήθη του εαυτού του. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να αποφύγει τις μεγάλες πτώσεις και να καταφέρει ώστε οι μικρές να μη γί­νουν θανάσιμα αμαρτήματα.
Γιατί θα πρέπει να γνωρίζετε ότι τα α­μαρτήματα τα διακρίνουμε σε δύο βασικές κατηγορίες. Τα θανάσιμα και τα συγγνω­στά. Τα θανάσιμα αμαρτήματα είναι τα χωρίς εξομολόγηση αμαρτήματα. Αυτά εί­ναι τα κολάσιμα. Τα συγγνωστά αμαρτήμα­τα είναι αυτά στα οποία πέφτει κανείς από άγνοια, αθέλητη ροπή ή ακόμα κι από την κατάσταση της αμαρτίας που βρισκόμαστε μετά την πτώση. Θα πρέπει να τονισθεί εδώ ότι τα συγγνωστά αμαρτήματα γίνονται αυ­τόματα θανάσιμα όταν δεν εξομολογούν­ται...
- Θα θέλαμε να μας ξεκαθαρίσετε με­ρικά σημεία: Πότε χαρακτηρίζουμε κάτι σαν συγγνωστό αμάρτημα και θέλει τότε εξομολόγηση;
- Για να πάρετε μία απάντηση θα πρέπει να αναφερθούμε στην κλίμακα που ακολου­θεί η αμαρτία για να γίνει πράξις, αυτό που λέγεται αλλιώς εξέλιξις του λογισμού. Σε αδρές γραμμές, στην πρώτη φάση προ­βάλλεται η αμαρτία σαν λογισμός. Αυτό είναι η «προσβολή». Είναι η προβολή (και προσβολή συγχρόνως) ενός προσώπου, μιας εμπαθούς μορφής ή καταστάσεως στην οθό­νη του νου. Αυτό το πράγμα στην πρώτη του εμφάνιση είναι αναμάρτητο, αλλά θα πρέπει να καταλάβουμε καλά ότι κάθε πονηρός λο­γισμός προέρχεται και κατευθύνεται από τον διάβολο, και να προσέξουμε πολύ, για να μη μας ξεγελάσει.
Το δεύτερο στάδιο που ακολουθεί είναι ο «συνδυασμός». Στον συνδυασμό έχουμε ανάμιξη του λογισμού με την θέλησή μας. Η ανάμιξις αυτή δίνει το έδαφος, για να αναπτυχθεί ο λογισμός και συγχρόνως δημιουρ­γεί ένα «σκαμπανέβασμα» στην θέληση και μία ακαταστασία, για να εμποδισθεί η εξέτασις και η απόρριψις του λογισμού.
Μετά είναι η «πάλη». Εδώ έχουμε την πάλη του νου και της θελήσεως, για να δεχθεί ή να μη δεχθεί τον λογισμό. Αν τον δεχθεί, έχουμε το τέταρτο στάδιο που είναι η «συγκατάθεσις». Ο άνθρωπος κατακυ­ριεύεται από το περιεχόμενο του λογισμού. Το κοιτάζει ενηδόνως, επιθυμεί και προσ­παθεί με κάθε τρόπο να πραγματοποιήσει την αμαρτία. Στην κατάσταση αυτή η αμαρ­τία θεωρείται συντελεσθείσα, άσχετα αν δεν ακολούθησε η τελευταία φάσις της αναπτύ­ξεως του λογισμού που είναι η πράξις. Σ' αυτήν πραγματοποιείται με πλήρη επίγνωση η αμαρτία. Είναι μία αυτοκτονία με ολό­κληρη τη σημασία και το βάρος της λέξεως.
Από τον συνδυασμό και κάτω έχουμε κατάσταση εφάμαρτη. Έχει ενδώσει και έχει αιχμαλωτισθεί κανείς. Γι’ αυτό τον λόγο από τη φάση αυτή και μετά έχουμε αμάρτημα συγγνωστό, που χρειάζεται εξομολόγηση.
Τώρα μπορείτε να καταλάβετε τι μεγάλο ρόλο παίζει η νήψις. Κρατώντας τον νου σε εγρήγορση και ησυχία, αποδιώχνει τον λογι­σμό στην προσβολή. Στην φάση αυτή υπάρχει ευχέρεια και ευκολία αποκρούσεως του πει­ρασμού. Είναι όμως μεγάλος ο κόπος, όταν έχει μπει μέσα, για να τον βγάλουμε. Όλη αυτή η κατάστασις μοιάζει με την προσβολή ενός σπιτιού από έναν κλέφτη. Ο κλέφτης (λογισμός) χτυπάει την πόρτα, για να μπει μέσα (προσβολή). Αν δεν του ανοίξει κα­νείς (απόκρουση λογισμού), τότε μένει έξω και δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Όταν ό­μως του ανοίξει (συνδυασμός), τότε μπαίνει μέσα. Στην περίπτωση αυτή είναι φανερό πόσο πιο δύσκολα μπορεί να τον διώξει από πρώτα που ήταν έξω. Συγχρόνως από τη στιγμή που μπαίνει μέσα τα κάνει όλα άνω κάτω. Για τον λόγο αυτό άλλωστε και συν­ιστά εφάμαρτη πράξη ο συνδυασμός και τα επόμενα.
Δεν θα πρέπει εδώ να ξεχνούμε και την ακόλουθη αλήθεια: Κάθε γονάτισμα αδυνα­τίζει την θέληση και μας καθιστά πιο ευ­άλωτους. Και αντίθετα κάθε επιτυχημένη αντίστασις την χαλυβδώνει και την στηρίζει στην αντιμετώπιση των πειρασμών. Πολύ μεγάλη προσοχή χρειάζεται και για κάθε πάθος που αποκοιμήθηκε. Ξέρετε με τι είναι όμοιο; Με μία αρκούδα. Τέτοια δύναμη έχει. Μπορούμε όμως να το κρατούμε και να το κατευθύνουμε πολύ εύκολα, όπως ακριβώς η αρκούδα κατευθύνεται και τραβιέται από ένα κρικελάκι μονάχα. Αλλοίμονο όμως, αν πιάσει τον αρκουδιάρη ο ύπνος! Θα τον κατασπαράξει η αρκούδα, που την έσερνε. Έτσι ακριβώς και αν εμείς κοιμηθούμε (α­φήσουμε τη νήψη). Τα αποκοιμισμένα πάθη θα ξυπνήσουν και θα μας κατασπαράξουν.
Έκτος από τον τρόπο που αναφέραμε για την αντιμετώπιση του λογισμού, δηλαδή την άμεση και ταχεία απόκρουσή του, υπάρ­χει και ένας άλλος. Αυτόν τον χρησιμο­ποιούσαν παλιά έμπειροι και δοκιμασμένοι μοναχοί. Είναι ο διάλογος με την αμαρτία, η λεγομένη «αντίρρησις» ή «αντιρρητικός πόλεμος», που συνίστατο στο να επιτρέπουν στον λογισμό να προχωρήσει πέρα από την προσβολή στον συνδυασμό, για να μελετή­σουν την εξέλιξη κι όλες τις ενέργειές του και να τον πολεμήσουν μέσα στην καρδιά τους. Δεν είναι εύκολο και κατορθωτό ούτε ακίνδυνο το πράγμα, γι’ αυτό και τότε ακό­μη την μέθοδο αυτή δεν την συνιστούσαν σε όλους, όπως φανερώνει το σχετικό περιστα­τικό με τον Αββά Ποιμένα από το Γερον­τικό. Αυτά για τους μεγάλους Αββάδες. Γιατί με κανέναν τρόπο δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε την πονηριά και την εμπειρία του διαβόλου, την πανουργία του. (Πολεμάει τον άνθρωπο από καταβολής). Κι ο κάθε λογισμός έχει μέσα του πολύ, που ανταποκρίνεται στην φθαρμένη φύση μας και που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα. Είναι ένας χείμαρρος που κατακλύζει, παρασέρνει και καταποντίζει τα πάντα αν δεν τον σταματήσουμε εγκαίρως, και σταμάτημα γίνεται με την εγρήγορση την χάρη της προσευχής. Η εγρήγορση και  η προσευχή είναι τα δύο χέρια που  παλεύουμε με τον λογισμό.
Εδώ είναι σκόπιμο να τονίσουμε ότι η προσευχή είναι το κύριο και το πιο αποτελεσματικό μέσο για την αντιμετώπιση του λογισμού. Γιατί μία τέτοια στάσις είναι έμπρακτη ταπείνωσις˙ ομολογία ότι η δύναμή μου είναι λειψή και ανίκανη και διά τούτο προσφεύγω σ' Αυτόν που είναι και οχύρωμα, όπλο και νίκη. Η στάση αυτή τής συντριβής και της προσφυγής στην προσευχή είναι φυσικό κατόπιν να προσελκύσει το έλεος του Θεού πλούσιο, να στηρίξει εμένα και να απομακρύνει τον λογισμό ανίκανο να με βλάψει.
Ανάμεσα στις προσευχές η νοερά προσευχή είναι το δυνατότερο και το πιο χρηστό όπλο. Είναι εύκολα καταληπτή, γίνεται πιο γρήγορα από οποιαδήποτε άλλη. Μπορεί κανείς να την κάνει τις περισσότερες φορές στις κρίσιμες και επικίνδυνες στιγμές. Ακόμη είναι προσευχή με συγκεντρωμένο και συγκεκριμένο περιεχόμενο, γι’ αυτό έχει την δύναμη να συγκεντρώνει το  νου στο περιεχόμενό της και να τον απομακρύνει από τον προβαλλόμενο (ή εν εξελίξει) λογισμό. Και πέρα από όλα αυτά, περιέχει το άγιο όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού είναι μία προσευχή με ιδιαίτερη χάρη και αυτενέργεια.
Έτσι με την προσευχή και την προσοχή (νήψι) μπορούμε να αντιμετωπίζουμε το λογισμό και την αμαρτία που τον ακολουθεί. Η μία βοηθάει την άλλη σ' αυτή την  αντιμετώπιση. Και οι δύο μαζί βοηθούν στη δημιουργία συνειδήσεως αποδόσεως λόγου. Καταλαβαίνουμε δηλαδή τότε και συνειδητοποιούμε ότι όλες οι σκέψεις και πράξεις, και οι πιο μύχιες, είναι φανερές στο Θεό. Και όχι μόνον φανερές, αλλά  και υπόλογες ενώπιον του κριτηρίου του. Ο μεγάλος καρπός αυτής της καταστάσεως είναι ο φόβος του Θεού, που γεννιέται μέσα μας. Με τον φόβο αυτό τώρα προσέχει κανείς τον εαυτό του διπλά και αποφεύγει μεγάλο πλήθος παραπτωμάτων.
Σ’ αυτό αποσκοπεί και ο έλεγχος της πορείας μας της πνευματικής καθώς και της συνειδήσεως. Χρειάζεται για τον έλεγχο αυτό μία αυτοκριτική κάθε βράδυ, αλλά και περισσότερες φορές την ημέρα. Υπάρχει ένας σοβαρός κίνδυνος εδώ: η «πλάνη» (παραπλάνησις) της συνειδήσεως, που εί­ναι δυνατόν να συμβεί πολύ εύκολα. Και παίζει μεγάλο ρόλο η συμπαράστασις του πνευματικού, που είναι ειδικά απαραίτητη σε περιπτώσεις αμφιβολίας. Σε κάθε αμφι­βολία και ταλάντευση η άμεση λύση οδηγεί στον πνευματικό...
Αυτός ο φόβος και η μνήμη του Θεού είναι πολύ σπουδαίο πνευματικό κεφάλαιο. Φέρνει μαζί του τη μνήμη του θανάτου. Κά­τι που το αποφεύγουν πολλοί και προσπα­θούν να το ξεχνούν, όμως φέρνει τον άν­θρωπο μπροστά στην πραγματικότητα και συγχρόνως ωριμάζει τον πνευματικό αγω­νιστή. Τον σοβαρεύει και τον κάνει πιο συ­νετό στις ενέργειές του, γιατί τώρα κοιτάζει με προοπτική πέρα από τον τάφο και φωτί­ζεται από την κρίση του Θεού.
Δεν μπορούν να λείψουν τώρα άλλες δύο μνήμες συνακόλουθες: η μνήμη των αμαρτιών και των πτώσεων, και η μνήμη των ευεργεσιών του Θεού. Η σημασία τους για τον πνευματικό αγώνα μπορεί να γίνει κατανοητή με το παράδειγμα από την ζωή κάποιου μοναχού. Αυτός είχε γραμμένες σε δύο τοίχους στο κελλί του, στον ένα τις αποτυχίες, πτώσεις και αμαρτίες του και στον άλλο τις επιτυχίες που είχε σημειώσει κατά τον μοναχικό του αγώνα. Όταν λοιπόν αισθανόταν την Χάρη του Θεού και κάποια επιτυχία να σημειώνεται, για να αποφύγει την υπερηφάνεια που αναδευόταν μέσα του, έστρεφε προς τον τοίχο που είχε γράψει τις αμαρτίες του: «Κοίταξε τι έχεις κάνει μέχρι τώρα· πόσο είσαι ανάξιος γι’ αυτή τη χαρά και που μπορεί να ξεπέσεις, αν αφεθείς». Από την άλλη μεριά, όταν ένιωθε τον πει­ρασμό έντονο, την όχληση του διαβόλου ή την απελπισία να τον κυριεύει μετά από κά­ποια πτώση, έστρεφε το πρόσωπο του στον απέναντι τοίχο με τις αρετές: «Δες με τι σε αξίωσε ο Θεός και πού σε βοήθησε να φτάσεις. Πώς θα τα εγκαταλείψεις τώρα όλα αυτά που σου χάρισε, ενώ μπορείς να τα ξαναφτάσεις και να προχωρήσεις ακόμα πιο πέρα;»
Έτσι η μνήμη των αμαρτιών μας μάς κρατάει σε ταπείνωση και εγρήγορση εμποδί­ζοντας τις περαιτέρω πτώσεις. Και μαζί μ' αυτήν η μνήμη των ευεργεσιών του Θεού (γιατί τέτοιες είναι οι αρετές) μας γεμίζει ελπίδα και ευγνωμοσύνη προς Αυτόν που μας συγχωρεί πάντα, μας στηρίζει και μας προστατεύει. Τα δύο στηρίζουν την καρδιά, τροφοδοτούν την μετάνοια και κάνουν πιο βατό τον δρόμο της χριστιανικής ζωής...
-   Πάτερ, ξαναγυρίζω στην προσευχή, και είναι η δυσκολία που συναντούμε στη σχέση της με την μελέτη...
-   Πρώτα-πρώτα θα πρέπει να πούμε ότι η καθαυτό πνευματική μελέτη δεν ξεχωρίζει από την προσευχή. Μπορεί να θεωρηθεί κι αυτή σαν ένας δρόμος προσευχής. Το πρό­βλημα τής μελέτης των σπουδών σας είναι στενά συνδεδεμένο με το γενικότερο πρό­βλημα τής αξιοποιήσεως του χρόνου και του πνευματικού προγράμματος, που λέγαμε στην αρχή. Διαβάζει κανείς, για να πάρει το πτυχίο του, για να μπορεί να ζήσει. Αυτό δεν είναι έξω από την ζωή του ούτε άσχετο με την πνευματική του πορεία. Γιατί τώρα μ' αύτη την μελέτη ετοιμάζει το υπόβαθρο μιας εργασίας για την συντήρησή του αργότερα. Έτσι δεν είναι ξένο από την όλη ζωή του. Και για να μη γίνεται ξένο και μας απορ­ροφά από την πνευματικότητα, χρειάζεται να διανθίζεται από κάθε πνευματική δυνα­τότητα. Αυτό είναι κάτι που ισχύει σε πλα­τύτερο πλαίσιο: Όλος ο χρόνος να διανθί­ζεται από κάθε δυνατό πνευματικό έργο. Στην περίπτωση αυτού του κοινού «δια­βάσματος», θα μπορούσε να γίνει κάτι σαν μία «Ιεροτελεστία», όσο παράξενα κι αν χτυπάει αυτό στ' αυτιά μας. Να αρχίζει με μία προσευχή, με την οποία αποθέτουμε την μελέτη μας μπροστά Του και ζητάμε να μας φωτίσει και να μας βοηθήσει. Όταν σταμα­τά το διάβασμα για διάλειμμα, είναι εύκο­λο να διαβάσουμε δυο-τρεις προτάσεις από ένα βιβλίο πνευματικό και να ξεκουρασθούμε από το άλλο εμβαθύνοντας σ' αυτές. Ή ακόμα να προσευχηθούμε με την «ευχή». Είπαμε για το πλεονέκτημα που έχει αυτή η προσευχή να είναι μικρή και σύντομη. Μπορεί να γίνεται ακόμα και στον δρόμο. Κι έχει μία αυτενέργεια πνευματική, ακόμα κι όταν γίνεται μηχανικά. Το πεδίο του πνευματικού αγώνος είναι ανοιχτό πάντοτε και παντού. Είναι μεγάλο πράγμα να εί­ναι ο νους συγκεντρωμένος στις σελίδες που διαβάζω. Στο ενδιάμεσο όμως, όταν χαλαρώνει η προσοχή και η συγκέντρωση, βρίσκει την ευκαιρία ο διάβολος να επιτεθεί και να πολεμήσει. Και αυτό είναι που θα δει ο Θεός: πώς σταθήκαμε μπροστά σ' αυ­τήν την επίθεση. Γι’ αυτό χρειάζεται να εί­μαστε συνέχεια στην πνευματική σκοπιά και να εντοπίζουμε τις επιθέσεις. Και τα άλλα μετά είναι υπόθεση πνευματικού αγώνος.
-    Καλά, γέροντα, αλλά όταν διαβάζου­με εμείς και θέλουμε να κάνουμε ένα διά­λειμμα, είναι για να σταματήσουμε την ένταση στην οποία βρισκόμαστε. Να ξελασκάρουμε τον νου και να ξεκουρασθούμε. Το να διαβάσουμε κάτι άλλο ή να προσευχηθούμε απαιτεί προσπάθεια και προσοχή που ζητούμε να αποφύγουμε. Ή, ας πούμε, είναι μερικές φορές που δεν θέλεις απλώς να σταματήσεις να διαβάζεις, αλλά να βγεις έξω από το δωμάτιο, να κάνεις μία βόλτα, να ξανασάνεις... Καταλαβαίνετε βέβαια πόσα προβλήματα δημιουργούνται μ' αυτή την έξοδο...
-    Δεν είναι υπερβολή να λέει κανείς πως ξεκουραζόμαστε από το διάβασμα με την προσευχή, που θέλει προσοχή, όπως λέ­τε. Είναι αλήθεια βέβαια ότι στην αρχή η εφαρμογή ενός τέτοιου τρόπου στην μελέτη ίσως κουράζει. Είναι όμως πιο μεγάλη α­λήθεια ότι η πραγματική προσευχή ξεκουρά­ζει. Ο αρχικός κόπος γίνεται μετά γλυκύς καρπός. Η προσευχή είναι καρπός γαλήνης και ειρήνης. Καρποφορεί την παρηγοριά και την ησυχία, το ξαλάφρωμα από τον φόρτο. Μετά, αν είναι δύσκολο να προσευχηθεί κανείς έτσι, σήμερα έχουν πάρει τέτοια διάδοση που είναι εύκολο να έχει ένα κασετόφωνο, ώστε την ώρα που θέλει να ησυχάσει να ακούσει λίγη βυζαντινή μουσική. Ας μη κάνει τίποτα· ας ακούσει μονάχα την μουσι­κή της Εκκλησίας μας.
Είναι και οι φορές που, όπως λέτε, επι­ζητά κανείς να βγει στον δρόμο να περπατήσει, να αλλάξει περιβάλλον και να ξανασάνει. Ας μη ξεχνούμε ότι ο δρόμος ή ό,τι άλ­λο, έχει να παρουσιάσει πολλές αφορμές για αμαρτία. Ας θυμούμαστε ότι στον δρόμο μας αρκετά συχνά συναντούμε εκκλησίες. Και ο Θεός έσπειρε τις εκκλησίες μέσα στους δρόμους σαν τις οάσεις μέσα στην έρημο. Είναι εύκολο να καταφύγει κανείς σ' αυτές. Να αλλάξει περιβάλλον, να ανασάνει πραγματικά χωρίς να δηλητηριασθεί. Μέσα στον οίκο του Θεού ξεκουράζεται, προσεύ­χεται, αλλάζει, αναπαύεται. Μετά επιστρέ­φει στο σπίτι του. Έχει περπατήσει, έχει ξελασκάρει και έχει συγχρόνως ανανεωθεί. Είναι έτοιμος να συνεχίσει την μελέτη του, αλλά έχει περιφρουρήσει και τον εαυτό του από τις προσβολές του πονηρού. Αυτός εί­ναι ένας μονάχα τρόπος να τακτοποιήσουμε το πρόγραμμα ενός διαλείμματος, χωρίς να χαθούμε. Γιατί μπορούν να βρεθούν κι άλ­λοι. Ο αγωνιζόμενος άνθρωπος μηχανεύε­ται τα πάντα, για να προοδεύσει και να προφυλαχθεί· να κρατηθεί μέσα στην αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Θυμηθείτε τον Ιωσήφ τον πάγκαλο! Δεν τον σταμάτησε τί­ποτε στην προσπάθειά του να μη χάσει τον Θεό: Παράτησε το ένδυμά του στην γυναίκα του Πετεφρή. Δεν ντράπηκε να φύγει γυμνός στους δρόμους, γιατί τον σκέπαζε ο Θεός γιατί γι' Αυτόν ακριβώς (για να μην Τον χάσει) τα παράτησε όλα.
Είναι μερικοί που περιμένουν θαύματα, όταν αρχίζουν να εφαρμόζουν ένα πνευμα­τικό πρόγραμμα. Και επειδή δεν τα βλέπουν, απογοητεύονται και τα παρατούν ή δυσανασχετούν. Οι καρποί δεν φαίνονται αμέσως με την έναρξη αυτής της μάχης. Χρειάζεται πολύς κόπος. Οι καρποί έρχονται σίγουρα μετά από σκληρόν αγώνα. Πολλές φορές σιγά-σιγά, χωρίς να το κα­ταλαβαίνουμε. Χρειάζεται λοιπόν υπομονή και συνεχής επαγρύπνησις, για να γνωρί­σουμε σιγά-σιγά τον Θεό. Η προσευχή μας δείχνει ποιος είναι πραγματικά ο Θεός. Και δεν πρέπει να παραξενευθείτε, αν σας πω ότι σ' αυτό βοηθάει κι ο διάβολος ακό­μα: στο να μας δείχνει τον Θεό! Είναι, όπ­ως έλεγε ένας αββάς, ότι ο διάβολος του έμαθε να προσεύχεται. Τον ρώτησαν τότε πώς είναι δυνατόν. Και τους φανέρωσε ότι αυτό γίνεται με την αντιμετώπιση των λογι­σμών. Καθώς προχωρούσε στην πνευματική του πορεία αυξανόταν οι επιθέσεις του δια­βόλου, γινόταν πυκνότερες και ισχυρότερες. Για να τις αντιμετωπίζει, κατέφευγε στον Θεό. Κι έτσι δεν ήταν στιγμή της ημέρας ή της νύχτας που να μην κραυγάζει ζητώντας το έλεος του Θεού. Έτσι έμαθε να προσεύ­χεται αδιάλειπτα, και μετά από δεκατέσσερα χρόνια του εμφανίστηκε ο Κύριος. Κατέπαυσε η ταραχή και όλα γέμισαν ησυχία, ειρήνη και γαλήνη. Τότε καρποφό­ρησαν οι κραυγές του ελέους, τότε που είχε επικρατήσει ο Κύριος. Κατάλαβε συγχρό­νως τότε πως, αν δεν έλθει ο ίδιος ο Κύριος, είναι απελπιστικά αβοήθητος. Μόνο στο θείο έλεος υπήρχε η ειρήνη της καρδίας και του νου, η γαλήνη του σώματος και η ακε­ραιότητα της θελήσεως.
Καμιά από τις πράξεις μας δεν θα πρέπει να μας τράβα μακρυά από τον Θεό. Και καμία προσπάθεια πνευματική δεν είναι και δεν καρποφορεί μακρυά Του. Η Χάρις βρίσκεται κοντά στον Θεό. Και ο Θεός είναι βασιλεύς επί πάντων και επί των παθών. Έτσι και τον άνθρωπο που ζη­τά την Χάρη Του τον στέφει βασιλέα επί των παθών, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν κάνουμε έναν οποιονδήποτε αγώνα. Έχου­με έναν αγώνα με αιώνιο αντίκρυσμα. Για τον λόγο αυτό παρουσιάζει δυσκολίες που δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν παρά με την βοήθεια που παρέχεται από την Χάρη του Θεού.
-   Σας κουράσαμε, αλλά θα σας κάνουμε και μία ερώτηση ακόμα. Γιατί ο Θεός παρα­χωρεί και προχωράει τόσο πολύ ο διάβολος; Μήπως για να δειχθεί το αυτεξούσιο του αν­θρώπου και η ελεύθερη προτίμησή του για τον Θεό;
-   Ο Θεός εδημιούργησε και συντηρεί τα πάντα από αγάπη. Έτσι από αγάπη έπλασε και τον άνθρωπο, και τον έπλασε με το αυ­τεξούσιο. Κι όταν επιτρέπει να δοκιμάζεται, από αγάπη το κάνει και από αγάπη δεν επιτρέπει στον διάβολο να προχωρήσει τόσο, ώστε να φθείρει και να καταστρέψει την ψυ­χή του - έκτος αν ο ίδιος θεληματικά του την παραδώσει. Η παραχώρηση και η πα­ραγγελία του Θεού προς τον διάβολο, όταν αυτός ζητά την άδεια να βλάψει τον Ιώβ εί­ναι σαφής: «Ιδού παραδίδωμί σοι αυτόν, μόνον την ψυχήν αυτού διαφύλαξον».
Κατά παραχώρησιν λοιπόν του Θεού ο διάβολος μας βάζει σε δοκιμασίες και προ­χωράει όσο προχωράει. Και βέβαια με τον τρόπο αυτό ο άνθρωπος κάνοντας χρήση του αυτεξουσίου παραδίδει τον εαυτό του στον Θεό ή στην απώλεια. Αλλά πέρα από του να φανερώνει την ελευθερία του ανθρώπου και την χρήση της, ο πόλεμος του διαβόλου προχωρεί, για να είναι η αρετή σφραγισμέ­νη με την νόμιμη πάλη. Κάθε αρετή είναι μία θεία δωρεά. Η πάλη που κάνει ο πνευ­ματικά αγωνιζόμενος είναι η σφραγίδα αυ­τής της δωρεάς. Σαν το δοχείο που, αν δεν σφραγισθεί, στο παραμικρό κούνημα διατρέ­χει τον κίνδυνο να αδειάσει, έτσι και ο άν­θρωπος. Οι μάχες που δίνει με τον πονηρό σφραγίζουν το δοχείο (τον ίδιο δηλαδή), ώστε το έλεος της Χάριτος να είναι φυλαγ­μένο και σφραγισμένο νόμιμα.


[1]Ψαλμ. ρλγ' 2-3
“ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ”
 ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ
 ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
1989

Ο θεολόγος της Θείας Αγάπης Ερμηνευτική προσπάθεια στη ζωή και το έργο του π. Δημητρίου Στανιλοάε Η εκκλησιαστική ζωή του χωριού και η ακαδημαϊκή θεολογία



ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΜΑΝ
Ερμηνευτική προσπάθεια στη ζωή και το έργο του π. Δημητρίου Στανιλοάε
Η εκκλησιαστική ζωή του χωριού και η ακαδημαϊκή θεολογία
      
       Ο βίος του πατρός Δημητρίου Στανιλοάε καλύ­πτει περίπου ολόκληρο τον 20ον αιώνα, αυτόν τον τό­σο ταραγμένο αιώνα μας. Γεννήθηκε στις 17 Νοεμ­βρίου του 1903, σε ένα ορεινό χωριό της Τρανσυλβα­νίας, κοντά στο Μπράσοβ, από γονείς αγρότες, α­πλούς αλλά βαθειά ριζωμένους στην χριστιανική ορ­θόδοξη παράδοση. Και οι δύο είχαν βιβλικά ονόματα, Ιερεμίας και Ρεββέκα.
       Η μητέρα του ήταν πολύ θρησκευόμενη, δυναμι­κή και με πολλή αγάπη προς όλους τους ανθρώπους. Ήθελε, πάση θυσία, ο υιός της, ο Δημήτρης να γίνει ιερέας. Ο πατέρας του υπήρχε εικόνα εκείνου του σο­φού χωριανού, ο οποίος μιλούσε λίγα, αλλά έλεγε πά­ντοτε σπουδαία πράγματα.
       Την εποχή εκείνη, αλλά και αργότερα, το χωριό αποτελούσε το βασικό στοιχείο κοινωνικής ζωής στην Ρουμανία. Στο χωριό του, στην ζωή του χωριού του, ο πατήρ Δημήτριος ανακαλύπτει και ζει για πρώ­τη φορά την αυθεντική εικόνα της εκκλησιαστικής ζωής ή μάλλον την εικόνα της εν γένει ζωής της μι­κρής αυτής κοινότητας, η οποία ήταν εκκλησιαστική. Γράφει σχετικά ο π. Δημήτριος: «Όλη η ζωή στο χω­ριό μας ήταν οργανωμένη γύρω από την Εκκλησία... Η κοινωνική ζωή ήταν στενά δεμένη με την θρησκευ­τική. Από τότε δεν μπορώ να κατανοήσω κοινωνική ζωή χωρίς Εκκλησία. Η Εκκλησία ήταν πολύ κοντά στο λαό και ο λαός ήταν πλήρως αφοσιωμένος στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας... Μεγάλωσα σ' αυτό το πνεύμα. Μία Εκκλησία πολύ σημαντική, κεντρι­κός άξονας όλης της ζωής των ανθρώπων. Ο λαός ζούσε μέσα στην Εκκλησία». Για τον ρόλο που έπαι­ξε στην μετέπειτα ζωή του, αλλά κυρίως στην θεολο­γική του προσπάθεια, η εμπειρία αυτού του εκκλησια­στικού ήθους στα παιδικά του χρόνια μας μιλάει ο π. Δημήτριος προς το τέλος της ζωής του με τους εξής όρους: «Εμπνέομαι ακόμη και σήμερα από τη ζωή της οικογένειάς μου, του χωριού και του λαού γενι­κά». (Costa de Beauregard, Dumitru Staniloae «Ose comprendre que Je t' aime» σ. 16-17).
       Σημαντικό σταυροδρόμι στην ζωή του π. Δημη­τρίου υπήρξε η επιλογή της ανώτατης σχολής, μετά την αποφοίτηση του λυκείου στο Μπράσοβ. Ο ίδιος ήθελε να σπουδάσει φιλοσοφία για να προσεγγίσει την σχολαστική. «Δεν ήξερα τι ήταν η σχολαστική» έλεγε αργότερα, «νόμιζα ότι επρόκειτο για σπουδαία φιλοσοφία» (Costa de Beauregard, σ. 17). Η μητέρα και ένας θείος του, κληρικός, τον πείθουν να σπουδά­σει θεολογία στη περίφημη τότε θεολογική σχολή του Cernauti που ήταν οργανωμένη σύμφωνα με τα πρότυ­πα των γερμανικών θεολογικών σχολών της εποχής. Η πρώτη διαπίστωση του π. Δημητρίου ήταν ότι ε­πρόκειτο για κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που πε­ρίμενε ο ίδιος, έχοντας υπόψη την μέχρι τότε εκκλη­σιαστική του εμπειρία. Ανάμεσα στην ακαδημαϊκή θεολογία και την ζωή της Εκκλησίας υπήρχε χάσμα με­γάλο. Διερωτιόταν «πώς θα μπορούσε, επιστρέφοντας στο χωριό, να μεταφέρει στον λαό τους ακαδημαϊκούς περί Θεού ορισμούς και την μεταφυσική ορολογία». Ένα δεύτερο ερωτηματικό που γεννήθηκε στο νου του αφορούσε κάποια θεολογική αυτάρκεια, η οποία, ενώ περιοριζόταν στο διανοητικό επίπεδο, εμφανιζόταν ως πλήρης περί Θεού γνώση: «Μετά την μελέτη των θεο­λογικών εγχειριδίων και μετά από εκμάθηση βιβλικών χωρίων και δογματικών ορισμών, ο θεολόγος σπουδα­στής είχε την εντύπωση ότι είχε φτάσει στην πλήρη γνώση του Θεού, ότι όλα είχαν λεχθεί και πέρα από τις γνώσεις αυτές δεν μπορούσε κανείς να πει τίποτε καινούργιο» (Costa de Beauregard, σ. 18).
       Η πρώτη αντίδραση του ήταν κάποιο αίσθημα πε­ριφρόνησης προς την λαϊκή ευσέβεια. Μετά από ένα χρόνο εγκαταλείπει κάπως απογοητευμένος την θεο­λογική σχολή και έρχεται στο Βουκουρέστι για να σπουδάσει φιλοσοφία και φιλολογία. Μια τυχαία ή μάλλον προνοιακή συνάντηση στο Βουκουρέστι με τον μητροπολίτη Νικόλαο Βalaη, τον αναγκάζει να επιστρέψει στη θεολογική σχολή, από την οποία και αποφοιτεί το 1927, με μόνο όφελος «την εκμάθηση της μεθοδολογικής εργασίας και την εις βάθος μελέτη των πραγμάτων».
       Μετά την αποφοίτηση της θεολογικής σχολής, ο ίδιος μητροπολίτης τον στέλνει με υποτροφία για ένα χρόνο στην Αθήνα, μετά από επίμονη ζήτησή του. «Αναζητούσα την αυθεντική πηγή και έκφραση της ορθοδόξου θεολογίας και είχα την διαίσθηση ότι θα την έβρισκα στους Έλληνες Πατέρες», γράφει αργό­τερα. Παρόλο που η παραμονή του στην Αθήνα δεν έ­κλεισε ούτε ένα χρόνο (την σχολική περίοδο 1927-1928) και παρόλο που το χειμώνα εκείνης της χρονιάς πέρασε βαρειά αρρώστια, ο π. Δημήτριος κατορθώνει να μάθει την ελληνική γλώσσα και να ετοιμάσει την διδακτορική του διατριβή, με τίτλο «Βίος και δραστηριότης Δοσιθέου, Πατριάρχου Ιεροσολύμων και οι σχέσεις αυτού με τις ρουμανικές χώρες», την οποία υ­ποβάλλει και υποστηρίζει το φθινόπωρο του 1928 στο Cernauti. H σύντομη αθηναϊκή του περίοδος θα απο­τελέσει σημαντικότατο σταθμό στην θεολογική του πορεία. Το μεγάλο κέρδος ονομαζόταν ελληνική γλώσσα, δηλ. δυνατότητα και σοβαρό κίνητρο για την επαφή με τους Πατέρες.
       Στον πρόλογο της ελληνικής μεταφράσεως της ει­σαγωγής στην Δογματική Θεολογία, έγραφε: «Ευχα­ριστώ τον Θεό, που με αξίωσε, με τον τρόπο αυτό, να πληρώσω έστω και ελάχιστο μέρος του ιερού μου χρέ­ους προς την ελληνική γλώσσα, στην οποία οφείλω πάρα πολλά. Η ελληνική γλώσσα, την οποία έμαθα στην Αθήνα πριν από εξήντα χρόνια και την οποία βελτίωνα συνεχώς, μου επέτρεψε από την αρχή της θεολογικής μου διακονίας να βρίσκομαι σ' ένα ζωντα­νό και συνεχή διάλογο με τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας» (σ. 13). Στην θεολογική σχολή Αθηνών, βρίσκει, όπως και στο Cernauti, την ίδια θεολογία επηρεασμένη από την γερμανική συστηματική θεολο­γία.



Γρηγόριος ο Παλαμάς
       Τον Νοέμβριον του 1928 αναχωρεί για την Γερμα­νία, όπου, με υποτροφία του ίδιου μητροπολίτη συνε­χίζει τις σπουδές του, αρχικά στο Μόναχο και έπειτα στο Βερολίνο όπου ενδιαφέρεται για την γενική εκ­κλησιαστική ιστορία και ειδικότερα για την Βυζαντι­νολογία. Και, ενώ βρισκόταν στη Δύση, ανακαλύπτει εκείνον τον μεγάλο Πατέρα και Διδάσκαλο της Ορθοδοξίας που θα του προσφέρει το ερμηνευτικό κλειδί για την διείσδυση στο χώρο της ζωντανής Θεολογίας και θα σημαδέψει όλη του την θεολογική σκέψη και συγγραφική παραγωγή. Το όνομά του: Γρηγόριος ο Παλαμάς. Αφορμή γι' αυτήν την ανακάλυψη υπήρξε η σπουδή της Βυζαντινής Ιστορίας όπου και συναντά τη μορφή του μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας. Ανα­ζητά χειρόγραφα παλαμικών έργων. Τα βρίσκει στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού όπου πήγε για δια­κοπές. Δύο ολόκληρους μήνες, κάθε μέρα, διαβάζει και αντιγράφει παλαμικά κείμενα. Επιστρέφει στη Γερμανία και από κει στη Ρουμανία, αφού σταματάει για δύο μήνες στο Βελιγράδι για έρευνα στο χώρο της εκκλησιαστικής ιστορίας.
       Εδώ ολοκληρώνεται η περίοδος των μεταπτυχια­κών του σπουδών, η οποία διήρκησε μόλις δύο χρό­νια, και αρχίζει η πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία.
       Την πρώτη Σεπτεμβρίου 1929, ο μητροπολίτης Νικόλαος Βalan τον διορίζει αναπληρωτή καθηγητή στην έδρα της Δογματικής στη Θεολογική Ακαδημία του Σιμπίου. Ήταν 26 χρονών. Για 17 χρόνια διδά­σκει Δογματική (1929-1936) και κατά διαστήματα: Α­πολογητική (1929-1932, 1936-1937), Ποιμαντική (1932-1936) και Ελληνική γλώσσα (1929-1934). Το 1935 εξελέγεται τακτικός καθηγητής και το 1936 πρύ­τανης της Θεολογικής Ακαδημίας του Σιμπίου μέχρι το 1946, όταν αναγκάζεται για πολιτικούς λόγους να μετατεθεί στο Βουκουρέστι.
       Πρέπει να πούμε ότι εκείνη την εποχή και χάρη στο φιλόδοξο πρόγραμμα και στις προσωπικές προ­σπάθειες του Μητροπολίτη Νικολάου Βalan η Θεολο­γική Ακαδημία είχε μια ομάδα μεγάλων καθηγητών ανάμεσα στους οποίους: ο Νικόλαος Neaga στην Πα­λαιά Διαθήκη, ο Γρηγόριος Μάρκου στην Καινή Δια­θήκη, ο Θεόδωρος Bodogae στην Βυζαντινολογία, ο Λίβιου Stan στο Κανονικό Δίκαιο και άλλοι. Σ' αυ­τήν την γενεά μεγάλων καθηγητών ανήκει και ο π. Δημήτριος Στανιλοάε, ως κορυφαίος εκπρόσωπος ο­πωσδήποτε.
       Το 1930 νυμφεύεται την Μαρία την μελλοντική του πρεσβυτέρα και σύντροφο της ζωής του για 63 χρόνια, μέχρι το Μάρτιο του 1993, όταν εκοιμήθη.
       Επειδή είχε κάνει σπουδές εκκλησιαστικής ιστο­ρίας, για την πρώτη χρονιά και για τις παραδόσεις Δογματικής Θεολογίας μεταφράζει την γνωστή τότε Δογματική του Έλληνα Θεολόγου Χρήστου Ανδρού­τσου, η οποία δεν τον ικανοποιεί πλήρως, όπως μαρ­τυρεί αργότερα: «Διάβαζα στον Ανδρούτσο ότι δεν υ­πάρχει, πρόοδος στη γνώση του Θεού, ότι όλα είναι λεχθέντα και διατυπωμένα στους δογματικούς όρους και τύπους».
       Αυτή ήταν η αιτία που ο π. Δημήτριος αποφασί­ζει την μετάφραση των παλαμικών κειμένων, τα οποία είχε φέρει μαζί του από το Παρίσι. Αρχίζει έτσι η πολύ καρποφόρα μεταφραστική προσπάθεια στη ρουμανική γλώσσα που διαρκεί όλη του τη ζωή καλύπτοντας τα σημαντικότερα έργα των Ελλήνων Πα­τέρων. Η πατερική Θεολογία, ως αυθεντική έκφραση της ανά τους αιώνας ζωής της Εκκλησίας, ως πλή­ρης και αληθινή ερμηνεία της συνεχούς παρουσίας του Θεού μέσα στην ιστορία και στον αγαπητικό διά­λογο με τους ανθρώπους, καθώς και η προσωπική ε­μπειρία της παρούσας ζωής της Εκκλησίας αποτελούν τις δύο βασικές πηγές της Θεολογίας του πα­τρός Δημητρίου: «Η Θεολογία μου πηγάζει αφενός από τον αληθινό συνεχή διάλογο με τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας και αφετέρου από τον ζωντανό και μόνιμο διάλογό μου με τον εν Τριάδι Θεό, μέσα από την προσευχή και την λειτουργική ζωή στην πα­τροπαράδοτή μου Εκκλησία, μαζί με τους αγαπημέ­νους μου Ρουμάνους αδελφούς και τους απανταχού αδελφούς Χριστιανούς» (Ορθόδοξη Δογματική Θεο­λογία, ελλ. μετ., σελ. 13).
       Η μεταφραστική προσπάθεια συνοδεύεται, από την αρχή κιόλας και μέχρι το τέλος, από μία συνεχή ερμηνεία και εμβάθυνση στην πατερική σκέψη και Θεολογία με κίνητρο τους προβληματισμούς του συγ­χρόνου ανθρώπου. Ενώ μεταφράζει τα Παλαμικά έρ­γα, γράφει την πρώτη του μελέτη πάνω στην παλαμι­κή Θεολογία. «Περί της οδού προς το Θείο φως κατά τον αγ. Γρηγόριο Παλαμά», που δημοσιεύτηκε στην Επετηρίδα της Θεολογικής Ακαδημίας το 1930 (1929/1930 σελ. 55-72). Ας θυμηθούμε ότι ήταν η επο­χή που ακόμη και στο ορθόδοξο χώρο υπήρχαν σοβα­ρές επιφυλάξεις όσον άφορα τον ησυχασμό και την διδασκαλία του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά. Ο ίδιος ο π. Δημήτριος λέει ότι, όταν ήταν πρωτοετής φοιτη­τής Θεολογίας, διάβασε σε Βυζαντινή ιστορία ρουμά­νου καθηγητή: «για την παράξενη ιδέα του Γρηγορίου του Παλαμά ότι κάποιοι καλόγεροι βλέπουν το φως του Θεού».
       Ακολουθεί η μετάφραση και η δημοσίευση στην ίδια Επετηρίδα δύο παλαμικών πραγματειών: «Περί των ιερώς ησυχαζόντων», συνοδευόμενων από πλού­σια σχόλια (1931/1932, σελ. 5-70). Η έρευνά του πά­νω στα έργα και στην προσωπικότητα του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά συνεχίζεται για πολλά χρόνια ακό­μη και ολοκληρώνεται σε μια επιστημονική μονογρα­φία αφιερωμένη στο μεγάλο υπέρμαχο και ερμηνευτή της Ορθοδοξίας και πρώτο πατερικό δάσκαλό του. Το 1938 κυκλοφορεί στο Sibiu «Βίος και διδασκαλία του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά» (250 σελ.) μαζί με τη μετάφραση τριών νέων παλαμικών πραγματειών (160 σελ.). Αν εξαιρέσουμε το βιβλίο του Γρηγορίου Παπαμιχαήλ για τον Γρηγόριο Παλαμά που δημο­σιεύτηκε το 1911 στην Αλεξάνδρεια, το βιβλίο του π. Δημητρίου είναι, όπως γράφει σύγχρονος μελετητής του π. Δημητρίου, η πρώτη συστηματική θεολογική εμβάθυνση στην παλαμική σκέψη και Θεολογία (Βλ. Pr. Prof. dr. Dumitru Radu, Cooordonate si permanente in opera Par. Prof. Dumitru Staniloae, στό τιμη­τικό τόμο Persoana si comuniune, Prinos de cinstire Preotului Professor Academician Dumitru Staniloae, 1903-1993, Sibiu, 1993, σελ. 138).
       Η γνωστή μελέτη του π. John Meyendorf, Introduction a l' etude de Gregoire Palamas, θα κυκλοφορή­σει είκοσι χρόνια αργότερα. Δυστυχώς, λόγω των ι­στορικών πολιτικών συνθηκών, αλλά και της περιορι­σμένης κυκλοφορίας της ρουμανικής γλώσσας, οι με­λέτες του π. Δημητρίου ήταν λιγότερο γνωστές.
       Αυτή η παλαμική περίοδος στην επιστημονική θεολογική πορεία του π. Δημητρίου θα αποδειχτεί κεφα­λαιώδους σημασίας για τη θεολογία του.
       Ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, με την ολοκληρω­μένη θεολογική πατερική του σύνθεση, είναι ο χώρος δια του οποίου ο π. Δημήτριος εισέρχεται στο ιερό της πατερικής ορθοδόξου Θεολογίας και εμπειρίας, και δι' αυτής ανακαλύπτει την οδό προς την αυθεντι­κή Θεολογία, η οποία πηγάζει από τη σχέση, τον ο­ντολογικό διάλογο, την ένωση με το Θεό, από την εμπειρία της Θείας παρουσίας μέσα στον κόσμο, μέσα στην ιστορία. Στην παλαμική διάκριση Θείας Ουσίας, και ακτίστων Θείων Ενεργειών, ο π. Δημήτριος βρί­σκει τη λύση επαναγεφύρωσης του χάσματος που μια ξένη προς την Ορθοδοξία Θεολογία έχει εισαγάγει α­νάμεσα στον «μεταβατικό» Θεό και τον κόσμο και, κατά συνέπεια, τη λύση για τη συμφιλίωση της ακα­δημαϊκής Θεολογίας με τη χριστιανική ζωή του λαού, με τη ζωή της Εκκλησίας.
       Στην Γερμανία γνωρίζει τον Θεολόγο Karl Barth στον οποίο βρήκε την κατάφαση του προσώπου και του προσωπικού χαρακτήρα των σχέσεων με το Θεό. Ο Θεός είναι ένα προσωπικό Ον, που έχει κάτι να πει στον αμαρτωλό άνθρωπο. «Κατάλαβα, όπως λέγει ο π. Δημήτριος, ότι αυτή δεν ήταν μια ακριβής χρι­στιανική αντίληψη. Υπερτόνιζε το χάσμα, την από­σταση μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ήταν η γνωστή θεωρία της διαστάσεως. Αλλά κέρδισα τον τονισμό του υπερβατικού χαρακτήρα του Θεού απέναντι στον άνθρωπο και στον κόσμο. Συνέδεσα αυτό με την αντί­ληψη που ανακάλυψα στον άγ. Γρηγόριο τον Παλα­μά, ότι ο Θεός βρίσκεται σε άμεση σχέση μαζί μας δια των ακτίστων ενεργειών Του» (Costa de Beauregard, σελ. 92).

«Ιησούς Χριστός
- η αποκατάστασις του ανθρώπου»
       Λίγα χρόνια μετά, το 1943, ο π. Δημήτριος γράφει την πρώτη του χριστολογική μονογραφία την οποία τιτλοφορεί χαρακτηριστικά «Ιησούς Χριστός - η αποκατάστασις του ανθρώπου» (Sibiu, 1943, 404 σελί­δες). Ο τίτλος δείχνει κιόλας ότι έχουμε εδώ όχι α­πλώς μια χριστολογική θεολογία αλλά και μια χρι­στιανική ανθρωπολογία, η οποία δεν μπορεί να είναι παρά μία χριστοκεντρική ανθρωπολογία. Στο πρόσω­πο του Ιησού Χριστού έχουμε μεν τον Υιόν του Θεού αλλά και τον Υιόν του Ανθρώπου. Και κάτι ακόμα, το πρόσωπο του Χριστού δεν χωρίζεται από το έργο Του που είναι η αποκατάσταση του ανθρώπου.
       Τα κίνητρα που ώθησαν τον π. Δημήτριο να γρά­ψει αυτό το βιβλίο ήταν πολλά. Έπαιξε κάποιο ρόλο και η επιστροφή στο χριστοκεντρικό χαρακτήρα του κηρύγματος και γενικότερα της ποιμαντικής της Εκ­κλησίας που απαιτούσε επίμονα από τους κληρικούς ο Μητροπολίτης Νικόλαος. Αλλά αποφασιστική πρέ­πει να ήταν η θεολογική τοποθέτηση απέναντι στις προκλήσεις της εποχής του. Ας σημειώσουμε ότι το βιβλίο αυτό γράφτηκε σε περίοδο παγκοσμίου πολέ­μου, σε περίοδο που, ένας ανθρωποκεντρικός πολιτι­σμός, παράδοξα, αλλά ταυτόχρονα ως φυσιολογική συνέπεια, σπρώχνει τον άνθρωπο στα πρόθυρα της αυτοκαταστροφής, με έκδηλη την απερίγραπτη περιφρό­νηση της μοναδικής αξίας του ανθρωπίνου προσώ­που. Εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώνονται για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας ως άμορφη μάζα.
       Από την άλλη μεριά ο π. Δημήτριος ήταν ενήμερος σχετικά με τις προσπάθειες που γίνονταν στο χώ­ρο της δυτικής θεολογίας και κυρίως φιλοσοφίας προς μια αναθεώρηση και κατάφαση της αξίας του ανθρώπου -του Υπαρξισμού και του Περσοναλισμού. Ο ρουμάνος θεολόγος αξιολογεί μάλιστα τα θε­τικά στοιχεία τους, αλλά ταυτόχρονα τους καταλογί­ζει την ανικανότητά τους να ξεπεράσουν τα ενδοκοσμικά μέτρα και κριτήριά τους και να τοποθετήσουν τον άνθρωπο σε πραγματική σχέση με το Θεό.
Η αληθινή εικόνα του ανθρώπου είναι ο Χριστός. Στο πρόσωπό Του η ανθρώπινη φύση ανυψώνεται στο αληθινό της ανάστημα. Στο σημαντικότατο αυτό έργο ο π. Δημήτριος αναπτύσσει για πρώτη φορά στη νεώ­τερη ορθόδοξη θεολογία την οντολογική διάσταση της χριστολογίας και της σωτηριολογίας, τονίζοντας την οργανική σχέση ανάμεσα στο πρόσωπο και το σωτηριολογικό έργο του Χριστού. «Ο Χριστός, γρά­φει ο π. Δημήτριος, με την ενανθρώπισή Του παραμέ­νει σε αιώνια σχέση μαζί μας ως μοναδική πηγή από την οποία πηγάζει η σωτηρία μας. Σωτηρία σημαίνει σχέση, στενή κοινωνία, με τον Ιησού Χριστό και όχι ατομική συμμόρφωση σε κάποια διδασκαλία. Η σω­τηρία δεν είναι κατ' αρχήν κάποια γνώση ή ηθική. Δεν πραγματοποιείται με το να γνωρίζει ή να πράττει κανείς κάτι, αλλά μέσα από τη βίωση της σχέσεως, με το Χριστό... Συνεπώς, η αναζήτηση της σωτηρίας ση­μαίνει αναζήτηση του Ιησού Χριστού, της κοινωνίας με Αυτόν» (σελ. 186).
       Το απολυτρωτικό έργο του Χριστού παραμένει α­χώριστο, από το πρόσωπό Του. Το πρόσωπό Του εκ­δηλώνεται στις σωτηριώδεις πράξεις Του. Μόνο με μια αφηρημένη γλώσσα μπορούμε να μιλήσουμε χωριστά για το πρόσωπο και χωριστά για τις πράξεις Του (σελ. 187).
       Ο Χριστός είναι η πληρότητα, η τελειότητα όσον αφορά την ανθρώπινη φύση και αυτό επειδή στο πρό­σωπο του Χριστού η ανθρώπινη φύση φτάνει σε πλή­ρη ένωση με το Θεό.
Η Ρουμανική Φιλοκαλία.
Η οντολογική σχέση αλήθειας και ζωής
       Το επόμενο ερώτημα ήταν πώς μπορεί να πραγμα­τοποιήσει κάθε άνθρωπος την ένωση με το Θεό. Αυτό το ερώτημα οδηγεί τον π. Δημήτριο σ' ένα καινούργιο κεφάλαιο, το ίδιο σημαντικό, της θεολογικής του προ­σφοράς. Πρόκειται για τη μετάφραση και την έκδοση της Φιλοκαλίας στη Ρουμανική γλώσσα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που φιλοκαλικά κείμενα μεταφράζονταν στη ρουμανική. Ο ίδιος ο π. Δημήτριος μαρτυρεί την ύπαρξη πολλών χειρογράφων παλαιοτέρων ρουμανι­κών μεταφράσεων τα οποία αναλύει και χρησιμοποιεί. Η απόφαση του π. Δημητρίου να μεταφράσει τη Φιλοκαλία συμπίπτει με μια εποχή φιλοκαλικής αφυπνίσεως, που οφείλεται στην παρουσία μεγάλων ρουμά­νων πνευματικών πατέρων. Ένας από αυτούς ήταν ο π. Αρσένιος Bocca, ο οποίος εμπνέει και υποστηρίζει από κοντά την εκτύπωση και τη διάδοση της Φιλοκαλίας. Στη Φιλοκαλία ο π. Δημήτριος ανακαλύπτει πως τα δόγματα της Εκκλησίας συνδέονται με την ζωή των ανθρώπων, αυτό που ο ίδιος ονομάζει «πνευματι­κή διάσταση των δογμάτων», και ανακαλύπτει πως η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας ανταποκρίνε­ται στις πιο βασικές ανάγκες των ανθρώπων.
       Σε τρία χρόνια, 1946-1948, κυκλοφορούν οι πρώ­τοι τέσσερις τόμοι, οι οποίοι καλύπτουν τον πρώτο τόμο της ελληνικής εκδόσεως.
       Όταν έχει κανείς υπόψιν την περίοδο που ο π. Δη­μήτριος μεταφράζει και δημοσιεύει στην Ρουμανική γλώσσα την Φιλοκαλία, καταλαβαίνει καλύτερα και τη βούληση του Θεού για να δώσει μια ουσιαστική πνευματική τροφή στον πιστό λαό για τα δύσκολα χρόνια που ακολουθούσαν, αλλά και την ευφυή έμ­πνευση του ίδιου του π. Δημητρίου, και των γύρω του πατέρων. Ενώ το κομμουνιστικό καθεστώς εγκαθίστατο με βίαιο τρόπο και κοσμογονικές αλλαγές λαμβάνανε χώρα στο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστι­κό χώρο, κάποιος μετέφραζε βιαστικά την Φιλοκαλία. Η φιλοκαλική αυτή μεταφραστική προσπάθεια θα σταματήσει αναγκαστικά σε μια πρώτη φάση, στους πρώτους τέσσερις τόμους. Θα συνεχίσει μετά από τριάντα χρόνια ακριβώς.
       Ο πατήρ Στανιλοάε δεν υπήρξε απλώς και μόνο μεταφραστής της Φιλοκαλίας, αλλά ο δημιουργός της Ρουμανικής Φιλοκαλίας με την έννοια ότι εμπλουτί­ζει την Ελληνική Φιλοκαλία προς τρεις κυρίως κα­τευθύνσεις:
α. Προσθέτει στην κλασική πια φιλοκαλι­κή συλλογή καινούργια κείμενα δικής του επιλογής. β. Εκπονεί εκτενείς εισαγωγές σε κάθε κείμενο και συγγραφέα,
γ. Συνοδεύει όλη τη μετάφραση με πλού­σιους σχολιασμούς. Τα γνωστά πια σχόλια του π. Δη­μητρίου στη Φιλοκαλία θα μπορούσαν να αποτελέ­σουν ξεχωριστό πρωτότυπο έργο.
       Τα σχόλια αυτά είναι προσπάθειες του π. Δημη­τρίου, από τη μια μεριά να εξηγήσει και να ερμηνεύ­σει τα φιλοκαλικά κείμενα για το σημερινό άνθρωπο, και από την άλλη μεριά να συνεχίσει την εμβάθυνση και τον εμπλουτισμό των νοημάτων με την σύγχρονη εμπειρία της Εκκλησίας. Ένα μόνιμο στοχείο μέσα στα σχόλιά του είναι η επισήμανση της εσωτερικής σχέσεως διδασκαλίας και ζωής, δείχνοντας αφενός ό­τι η διδασκαλία είναι έκφραση ζωής και, μόνον εφό­σον ενσαρκώνεται, δικαιώνεται, και αφετέρου πως η ζωή καθοδηγείται και διατηρείται αυθεντική από τη διδασκαλία της Εκκλησίας.
       Δεν είναι χωρίς σημασία να πούμε ότι ο ίδιος ο π. Δημήτριος θεωρεί την μετάφραση της Φιλοκαλίας α­κόμη πιο αναγκαία σε μια περίοδο που στον ορθόδοξο χώρο εμφανίζονται πιεστικές τάσεις και εμπειρίες θρη­σκευτικές, ξένες προς την ορθόδοξη πνευματικότητα.
      Γράφει σχετικά στον πρώτο τόμο τής Φιλοκαλίας: «Γίνεται τελευταία όλο και περισσότερο λόγος περί της βιώσεως της θρησκείας, αλλά αυτή η βίωσις δεν κατευθύνεται προς ένα τελικό στόχο, για να καθοδη­γήσει την ανθρώπινη ψυχή, σύμφωνα με ορισμένους νόμους, προς περισσότερη κάθαρση και αγάπη, αλλά θεωρείται ως αξία αυτή καθ' εαυτή, ακόμη κι αν δεν οδηγεί πουθενά, ακόμη κι αν χάνει το σωστό δρόμο. Σύμφωνα με τους Πατέρες η θρησκευτική ζωή έχει α­ξία μονάχα αν αποτελεί μια συνεχή πρόοδο προς τον τελικό στόχο που είναι η τελείωσή της. Οι Πατέρες έ­χουν δώσει ένα πρόγραμμα ζωής γι' αυτήν την προο­δευτική πορεία» (Φιλοκαλία Ι, σελ. 21).
       Η φιλοκαλική αυτή αναγέννηση έρχεται και σαν αντίδραση απέναντι στην διείσδυση και διάδοση στο ρουμανικό χώρο από τα μέσα του 19ου αιώνος, ξένων προτύπων ζωής, δυτικής εμπνεύσεως, που εμπέδωσε κυρίως πάνω στους διανοουμένους.
       Η Ρουμανική Φιλοκαλία θα ολοκληρωθεί σε δώ­δεκα τόμους, από τον ίδιο ακούραστο μεταφραστή, μόλις το 1991. Στον τέταρτο τόμο ο π. Δημήτριος ανα­κοίνωνε την πρόθεσή του να προσθέσει στην υπάρ­χουσα φιλοκαλική συλλογή, νέα πατερικά κείμενα: «Θα πρέπει στον πέμπτο τόμο να μεταφράσουμε τους πρώτους συγγραφείς του δευτέρου τόμου της ελληνι­κής Φιλοκαλίας... αλλά είναι πιθανόν να αφιερώσου­με 2-3 τόμους στα συγγράμματα του Συμεώνος του Νέ­ου Θεολόγου, του μεγάλου αγίου και πνευματικού συγγραφέα του 11ου αιώνα». Δεν είναι καθόλου τυ­χαία αυτή η πρώτη επιλογή αν λάβουμε υπόψιν ότι ο π. Δημήτριος είχε ήδη μεταφράσει έργα του Γρηγορίου του Παλαμά. Από τα πιο σημαντικά έργα που ο π. Δημήτριος έχει προσθέσει στη φιλοκαλική συλλο­γή έχουμε: στον 9ο τόμο το γνωστό έργο του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτου, Κλίμαξ, στον 10ο τόμο τους Ασκητικούς Διάλογους του αγίου Ισαάκ του Σύρου, στον 11ο τόμο τις Πνευματικές Επιστολές των αγίων Βαρσανουφίου και Ιωάννου, και στον 12ο τόμο, τους 29 Διαλόγους του Οσίου Ησαΐα του Ερμηνευτού.
       Η Ρουμανική Φιλοκαλία, αυτό το μνημειώδες έρ­γο σε 12 τόμους που απαριθμεί συνολικά 6000 σελί­δες, έχει παίξει ένα μεγάλο ρόλο μάλλον αποφασιστι­κό, στην επιβίωση της χριστιανικής πίστης και της Εκκλησίας στην κομμουνιστική αθεϊστική περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της Ρουμανίας. Την περίοδο αυτή η ανατύπωση ήταν απαγορευμένη και η Φιλοκαλία κυκλοφορούσε σε δακτυλογραφημένα και φωτοτυ­πημένα αντίτυπα. Αμφίβολο ήταν, εάν μια αναπτυγμέ­νη ακαδημαϊκή Θεολογία θα μπορούσε να παίξει πα­ρόμοιο ρόλο.
       Η συγγραφική προσπάθεια του π. Δημητρίου στο φιλοκαλικό χώρο, ανακεφαλαιώνει, όπως είπαμε μια ισχνή παράδοση, την οποία εκφράζει και επεκτείνει. Πρόκειται για ένα πολύ καλά αποκρυσταλλωμένο κε­φάλαιο της νεώτερης πνευματικής ιστορίας της Ρου­μανίας. Γράφει σχετικά ο ακαδημαϊκός Virgil Candea: «Ο π. Δημήτριος Στανιλοάε, μαζί με πολλούς άλλους ρουμάνους λογίους, συμβάλλουν ουσιαστικά σε μια σωτηριώδη φάση της ιστορίας της ρουμανικής πνευματικότητας, η οποία αρχίζει με την μεταπολεμική περίοδο και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Αυτήν θα την ονόμαζα φιλοκαλική αναγέννηση» (Βλ. στον τιμητικό τόμο Persoana si comuniune ... σε. XIII). Ακόμη και ο Emil Cioran, ο γνωστός ρουμάνος μηδενιστής φιλόσο­φος, έγραφε στον π. Δημήτριο σχετικά με την μετά­φραση της Φιλοκαλίας τα εξής: «Η Φιλοκαλία είναι ένα, κεφαλαιώδες μνημείο στην ιστορία της ρουμανι­κής γλώσσας και του ρουμανικού πολιτισμού. Ταυτό­χρονα, τι μάθημα βάθους, για ένα ατυχή και επιπό­λαιο έθνος! Από όλες τις πλευρές ένα τέτοιο έργο κα­λείται να παίξει ένα σπουδαιότατο ρόλο...» (Επιστο­λή της 22ης Ιουνίου 1985).
       Για τον δογματολόγο Δημήτριο Στανιλοάε, η επα­φή με τη Φιλοκαλία είναι μεγίστης σημασίας. Ανακα­λύπτει και το τονίζει ιδιαίτερα αυτό ο π. Δημήτριος, ότι η Φιλοκαλία έχει μια βαθειά θεολογική βάση και μάλιστα χριστολογική. «Ο τρόπος ζωής που περιγρά­φεται στα φιλοκαλικά κείμενα είναι κατεξοχήν χριστολογικός και χριστοκεντρικός, γράφει ο π. Δημήτριος, είναι η μοναδική οδός, η οποία προωθεί την σχέση και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους και με τον Χριστό. Η βάση αυτού του συμπεράσματος εί­ναι η θεμελιώδης διαπίστωση ότι το έργο του ανθρώπου δεν διαχωρίζεται από το έργο του Χριστού. Αυτό που πράττει ο άνθρωπος δεν το πράττει μόνος του, αλλά με τη βοήθεια του Χριστού και του Αγίου Πνεύμα­τος» (Φιλοκαλία 2, σελ. 6).
       Επομένως, όλη η φιλοκαλική ανάπτυξη που απο­βλέπει στην ένωση του ανθρώπου με το Χριστό έχει μια χριστολογική θεολογική και βιβλική βάση. Ο χωρισμός του έργου του Χριστού από το έργο του ανθρώπου, ή μάλλον η χωρισμένη θεώρησή τους είναι ξένη προς την ορθόδοξη παράδοση και έχει επιβλη­θεί από την σχολαστική θεολογία με τον χωρισμό της Δογματικής από την Ηθική, ώστε η Δογματική να α­ναφέρεται σ' αυτό που είναι και που έκανε ο Θεός για τον άνθρωπο και η Ηθική σ' αυτό που πρέπει να κά­νει ο άνθρωπος (Φιλοκαλία 2 σελ. 6).
       Η συνεργητική αυτή θεώρηση της ζωής και των έργων του ανθρώπου είναι δυνατή μόνο στην ορθόδο­ξη θεολογία, επειδή η δυτική χριστιανική παράδοση δεν μιλάει για τις άκτιστες ενέργειες του Χριστού, οι οποίες ενεργούν μέσα στον άνθρωπο και ενισχύουν τις ενέργειες τις ανθρώπινες. Έτσι ο π. Δημήτριος α­ποδεικνύει ότι η φιλοκαλική πνευματικότητα είναι καρπός της δογματικής θεολογίας της Εκκλησίας, αλλά, ταυτόχρονα, αυτή η ίδια θεμελιώνει την θεολο­γία της Εκκλησίας.
       Η χριστολογική βάση και δομή της Φιλοκαλίας δικαιώνει τον π. Δημήτριο να δώσει μια φιλοκαλική βάση στη δογματική του θεολογία, πράγμα που απο­τέλεσε ίσως τη σημαντικότερη συμβολή του στην σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία.
       Η επαφή του π. Δημητρίου με το φιλοκαλικό πνεύμα δεν περιορίζεται στο θεωρητικό, διανοητικό ε­πίπεδο, στο επίπεδο της μετάφρασης και του σχολιασμού της Φιλοκαλίας, αλλά περνάει στο επίπεδο της εμπειρίας. Παρόλο που ήταν έγγαμος κληρικός, τον βρίσκουμε, σε μία πρώτη φάση, στην ατμόσφαιρα της Ιεράς Μονής Μπρινκοβεάνου κοντά στη μεγάλη πνευματική προσωπικότητα του π. Αρσενίου και έπει­τα, σε μια δεύτερη φάση, στο Βουκουρέστι όπου είχε μετατεθεί το 1946, πάλι σε μοναστικό κλίμα, εδώ της Ιεράς Μονής Άντιμ, συμμετέχοντας σε μια πολύ γνω­στή και ισχυρή φιλοκαλική κίνηση, που είχε συνάξει επί το αυτό σπουδαίους πνευματικούς πατέρες, όπως ο π. Σοφιανός, ο π. Βενέδικτος, κ.ά., σπουδαίες μορφές διανοουμένων, όπως ήταν ο μεγάλος ποιητής και για­τρός Βασίλειος Voiculescu, ο φυσικός Αλέξανδρος Mironescu, ο καθηγητής Κωνσταντίνος Joja, φιλοσό­φους, γιατρούς, συγγραφείς και φοιτητές.
       Αυτή η κίνηση, ενώ ήταν φυσιολογική συνέπεια της φιλοκαλικής αφύπνισης στην μεσοπολεμική πε­ρίοδο, μεταμορφώνεται τώρα σε μέσο εσωτερικής α­ντίστασης απέναντι στο νέο πολιτικό καθεστώς, το οποίο επέβαλλε βίαια την αθεϊστική και αντιχριστιανι­κή ιδεολογία του. Αυτό δεν θα ξεφύγει για πολύ χρό­νο της όλο και πιο ειδικευμένης μυστικής αστυνομίας του κράτους. Το αθεϊστικό κομμουνιστικό καθεστώς κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι πρέπει να περιορίσει μέ­χρι τον αφανισμό την ζωντανή εμπειρία σχέσεως του ανθρώπου με το Θεό. Η θεολογία που δεν επιστρατεύ­ει και δεν παρακινεί τον άνθρωπο σε προσωπική βίω­ση της σχέσεως με το Θεό δεν φοβίζει τους εχθρούς της χριστιανικής πίστεως.
       Πριν εγκαταλείψει οριστικά το Sibiu, θα ήθελα να επισημάνω ότι ο π. Δημήτριος Στανιλοάε διετέλεσε για 14 χρόνια (1934-1945) αρχισυντάκτης του γνω­στού εκκλησιαστικού και θεολογικού περιοδικού Telegrafoul Roman, το οποίο εκδίδονταν από την Αρχιε­πισκοπή του Sibiu. Αυτήν την περίοδο ο π. Δημή­τριος έχει μια πλουσιότατη δημοσιογραφική δραστηριότητα - γράφει συνολικά 200 άρθρα πάνω σε ε­πίκαιρα θέματα, όπως ο κίνδυνος του κομμουνισμού που πλησίαζε, το θέμα της ουνίας, θέματα που αφο­ρούσαν την σχέση Ορθοδοξίας και έθνους, κ.λπ. (βλ. Dumitru Abrudan, Parintele Dr. Dumitru Staniloae, redactor al T.R.., στο τιμητικό τόμο Persoana si Comuniune, σ. 68-73).
       Την ίδια εποχή διεξάγει την περίφημη διαμάχη με τον μεγαλύτερο ρουμάνο φιλόσοφο, Lucian Blaga, στην οποία η ιστορία αναδεικνύει νικητή τον π. Δη­μήτριο.
       Επανερχόμαστε στο Βουκουρέστι. Το 1958 εκτυ­λίσσεται το τελευταίο μεγάλο κίνημα συλλήψεων, κυ­ρίως ανάμεσα στους διανοουμένους. Το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων, στην αναφερομένη φιλο­καλική κίνηση συλλαμβάνονται. Μεταξύ τους και ο π. Δημήτριος. Αυτό συνέβη τα χαράματα της 5ης Σε­πτεμβρίου 1958. Δικάζεται μαζί με άλλους 15 θεολό­γους και μοναχούς στις 4 Νοεμβρίου 1958 και καταδι­κάζεται σε πέντε χρόνια φυλάκιση. «Είχα την ικανο­ποίηση ότι υπέφερα και εγώ μαζί με τόσους ιερείς και πιστούς της Εκκλησίας -έλεγε σε μια συνέντευξη -το 1958. ήταν στις κομμουνιστικές φυλακές πάνω από 500 ιερείς. Φυσικό ήταν να βρίσκονται και θεολόγοι ανάμεσά τους, να συμμετέχουν σ' αυτή την θυσία». Α­ποφυλακίζεται τον Ιανουάριο του 1963. Το φθινόπω­ρο του 1965 επανέρχεται στην έδρα του στο Θεολογι­κό Ινστιτούτο Βουκουρεστίου και μόνο για τον κύ­κλο των μεταπτυχιακών σπουδών, όπου διδάσκει μέ­χρι το 1973, όταν και παίρνει σύνταξη.

«Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία» - Συμφωνία ανάμεσα στη θεωρητική διατύπωση της διδασκαλίας και την εμπειρία, την ζωή της Εκκλησίας
       Αρχίζει τώρα η δεύτερη σημαντική περίοδος στην ζωή και την θεολογική προσφορά του π. Δημη­τρίου Στανιλοάε, η οποία θα αποδειχθεί ακόμη πιο καρποφόρα, παρόλο που αντιμετωπίζει σοβαρά εμπό­δια εκ μέρους της αθεϊστικής λογοκρισίας και ενώ εί­χε συμπληρώσει τα εξήντα του χρόνια. «Τα περισσό­τερά μου έργα -έλεγε στην ίδια συνέντευξη- τα έγρα­ψα μετά τα εξήντα μου χρόνια».
       Η θεολογική επιστημονική του πορεία ακολουθεί βασικά τις ίδιες γραμμές. Το 1976 κυκλοφόρησε ο πέμπτος τόμος της Φιλοκαλίας. Ακολουθούν ο έκτος και ο έβδομος το 1977, ο όγδοος το 1979, ο ένατος το 1980, ο δέκατος το 1981, ο ενδέκατος το 1990 και ο δωδέκατος το 1991.
       Ο σημαντικότερος ίσως σταθμός στην θεολογική αυτή πορεία και η μεγαλύτερη συμβολή του π. Δημη­τρίου στην ορθόδοξη θεολογία υπήρξε η δημοσίευση το 1978, στο Βουκουρέστι, της μεγάλης τρίτομης δογ­ματικής σύνθεσης: Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία (1350 σελίδες). «Μετά από πολυάριθμες πραγματείες περί διαφόρων θεμάτων δογματικής θεολογίας -γρά­φει ο π. Δημήτριος στο πρόλογο του βιβλίου- δημο­σιευμένες στα θεολογικά περιοδικά του Βουκουρε­στίου μεταξύ των ετών 1950-1977, ο αγαθός Θεός με βοήθησε να γράψω μια ολοκληρωμένη σύνθεση ορθό­δοξης δογματικής θεολογίας. Δεν είναι αντιγραφή ε­κείνων των πραγματειών, αλλά είναι επινοημένη εκ νέου και σαν ένα σύνολο» (σ. 5). Στον ίδιο πρόλογο, ο π. Δημήτριος δηλώνει και ποιοι ήταν οι κύριοι στό­χοι του στην Δογματική. Ο πρώτος στόχος υπήρξε η στενή, οργανική συσχέτιση των δογμάτων με την ζωή των ανθρώπων, η οντολογική σχέση αλήθειας και ζω­ής, η συμφωνία ανάμεσα στη θεωρητική διατύπωση της διδασκαλίας της Εκκλησίας και την εμπειρία, την ζωή της Εκκλησίας. Γράφει σχετικά: «Προσπαθήσαμε σ' αυτή την σύνθεση να φανερώσουμε την πνευματική σημασία των δογματικών διδασκαλιών, να διακρίνουμε την αλήθεια τους κατ' αναλογία με τις βαθιές ανάγκες της ψυχής, η οποία αναζητεί την σωτηρία και πορεύεται στην όλο και πιο θετική κοινω­νία με τους συνανθρώπους, δια της οποίας φτάνει την εμπειρία του Θεού, ως υπέρτατη κοινωνία και ως πη­γή της δύναμης για κοινωνία» (σ. 5). Ακόμη πιο ξε­κάθαρα εκφράζει αυτό το πράγμα στον πρόλογο της ελληνικής εκδόσεως της εισαγωγής στην δογματική θεολογία: «Μέσα σ' αυτή την ολοκληρωμένη έκθεση της ορθοδόξου πίστεως ήθελα να γίνει αισθητή η πα­ρουσία του ζώντος Θεού στη ζωή των πιστών... Ήθε­λα να αποδώσω εδώ την εικόνα του Θεού, όπως Τον αισθανόμαστε εμείς οι πιστοί στις προσευχές μας, πά­ντοτε παρόντα και εργαζόμενο, ζεσταίνοντας με την παρουσία Του τις ψυχές μας και ανυψώνοντάς μας σε τέτοιο βαθμό πνευματικής βιώσεως, που ο ίδιος ο Θε­ός γίνεται αντιληπτός, και όχι μονάχα ως αντικείμενο των διανοητικών σχημάτων, χωριζόμενος από τον άν­θρωπο, αλλά ενώνοντας το ανθρώπινο είναι με το ζωοποιό Του μυστήριο. Ήθελα, επίσης, να γίνει αισθη­τή η παρουσία του Θεού σ' ολόκληρο το σύμπαν, τό­σο θαυμάσια οργανωμένο, στην αρμονική ενότητά του, καθώς και σ' όλα τα έργα του ανθρώπου μέσα στον κόσμο στον οποίον ζει» (σ. 11).
       Για να πετύχει τον στόχο του αυτό ο π. Δημή­τριος εγκαταλείπει πλήρως την σχολαστική μέθοδο α­νάπτυξης και διαπραγμάτευσης των δογμάτων σαν α­φηρημένων διατυπώσεων, η οποία έχει, όπως παρατη­ρεί ο ίδιος ένα εντελώς θεωρητικό ενδιαφέρον, σε με­γάλο βαθμό ξεπερασμένο, χωρίς καμιά σχέση με την βαθειά πνευματική ζωή του ανθρώπου. «Απέφευγα, συνεχίζει, τους παλαιούς, αφηρημένους, διανοητικούς όρους με τους οποίους μας είχαν συνηθίσει τα σχολα­στικά εγχειρίδια» (Ορθ. Δογμ. Θεολ., Ελληνική μετάφ. σ. 15). Και πράγματι, ο π. Δημήτριος χρησιμο­ποιεί μια κοινή, κατά κάποιο τρόπο, γλώσσα, την γλώσσα που μιλάμε μεταξύ μας σήμερα, όχι την κα­θιερωμένη θεολογική γλώσσα. Ήταν ένας τρόπος να περάσει τους τοίχους που εν τω μεταξύ ο κομμουνι­σμός ανύψωσε ανάμεσα στον κόσμο και την Εκκλη­σία. Γι' αυτό και έκανε σκληρό αγώνα με την λογοκρισία, για να διατηρήσει στο λεξιλόγιο της Δογματι­κής του βασικούς ορούς, όπως: ιστορία, άνθρωπος, κόσμος, σχέση, κ.λπ.
       Ο π. Δημήτριος θεωρεί πολύ σημαντικό το γλωσ­σικό παράγοντα, για τον οποίο και μιλάει εκτενώς στην Δογματική του. Η γλώσσα των έργων του είναι σε συνεχή κίνηση, αλλάζει εκούσια πολύ συχνά, ώ­στε να μείνει ένα μέσο και να μη ταυτίζεται με το τε­λικό της στόχο, ο αναγνώστης να μην παραμείνει προσκολλημένος σε τύπους και εκφράσεις και ορι­σμούς, αλλά να οδηγείται στην πραγματικότητα την οποία προσπαθεί να απεικονίζει και μαρτυρεί. Για τον π. Δημήτριο Στανιλοάε, όπως και για τον Άγιο Γρηγόριο Θεολόγο, η αλήθεια δεν είναι στις λέξεις, αλλά στα πράγματα.
       Η Δογματική του π. Δημητρίου είναι, έπειτα, βαθειά ριζωμένη στην μακραίωνη παράδοση της Εκκλη­σίας, στην πατερική σκέψη και θεολογία. Η αναφορά του, όμως, στους Πατέρες δεν είναι μηχανική, μια α­πλή αναπαραγωγή πατερικών χωρίων. Αυτό που υιο­θετεί και συνεχίζει ο π. Δημήτριος είναι ο τρόπος σκέψεως, ο πατερικός τρόπος του θεολογείν, είναι αυ­τό, που, προσωπικά θα ονόμαζα «πατερική ερμηνευτι­κή». «Είχα ως πρότυπο τα έργα των Αγίων Πατέρων, τα οποία, αν και είναι πράγματι βαθειά ως σκέψη, εί­ναι, όμως, εξίσου ζωντανά και πνευματικά ως βιώμα­τα. Η σκέψη που φτάνει έως το βάθος της υπάρξεως του Θεού δεν μπορεί παρά μόνο να είναι ζωντανή και πνευματική και συγκινητική. Ενώ η αυθεντική πνευματική βίωση αντλεί την θέρμη της από τη βαθειά και πραγματική κατανόηση του μυστηρίου του Θεού» (Ελληνική μετάφρ. σ. 11).
       Το δεύτερο σημαντικό σημείο αναφοράς στην Δογματική του π. Δημητρίου Στανιλοάε είναι η σύγ­χρονη εμπειρία της Εκκλησίας και οι προβληματι­σμοί του σύγχρονου ανθρώπου πάλι, σύμφωνα με την πατερική θεολογία: «Οδηγηθήκαμε από τον τρόπο, με τον οποίο κατανόησαν την διδασκαλία της Εκκλη­σίας οι Πατέρες, αλλά λάβαμε υπόψιν τη σημερινή εμπειρία των δογμάτων και τις πνευματικές ανάγκες της ψυχής που αναζητεί τη σωτηρία σήμερα, στην ε­ποχή μας, μετά το πέρασμα δια μέσου πολλών, και νέ­ων εμπειριών ζωής κατά την διάρκεια τόσων αιώνων που μας χωρίζουν από την εποχή των Πατέρων. Προ­σπαθήσαμε να κατανοήσουμε την διδασκαλία της Εκ­κλησίας σύμφωνα με το πνεύμα των Πατέρων, αλλά ταυτόχρονα, να την κατανοήσουμε έτσι όπως πι­στεύουμε ότι θα την κατανοούσαν εκείνοι σήμερα. Ε­πειδή, οι Άγιοι Πατέρες θα ελάμβαναν υπόψιν την εποχή μας, όπως έκαναν και με την δική τους» (Ελλη­νική μετάφρ., σ. 16).
      Ένας βασικός στόχος του στην Δογματική ήταν η αξιολόγηση της αλήθειας και της εμπειρίας της Εκ­κλησίας για το σημερινό άνθρωπο. Τον ενοχλούσε α­φάνταστα η αδιαφορία των συγχρόνων ανθρώπων α­πέναντι στην χριστιανική πίστη, γι' αυτό και κάνει προσπάθειες και αναζητεί τρόπους να πείσει αυτούς ότι μονάχα η χριστιανική πίστη δίδει αληθινό νόημα στην ύπαρξη του ανθρώπου και του κόσμου, νόημα που ούτε η επιστήμη είναι σε θέση να δώσει, όσο α­ναπτυγμένη και αν είναι σήμερα, ούτε καμιά σημερι­νή φιλοσοφία, η οποία σ' όλες τις μορφές και εκφρά­σεις της -γενικά πανθεϊστικές- περιορίζει κατηγορηματικά την ύπαρξη σ' αυτόν τον ορατό κόσμο, ο ο­ποίος πράγματι εκπλήσσει με την τέλεια οργάνωσή του, αλλά αδυνατεί να δώσει οριστική ικανοποίηση στον άνθρωπο και τελικό νόημα στην ύπαρξή του (Ελληνική μετάφρ. σ. 12).
        «Πιστεύω, συνεχίζει, πως η χριστιανική πίστη μπορεί με τον πλούτο και το βάθος της, να ανταποκρί­νεται σε κάθε εποχή στις πνευματικές ανάγκες της αν­θρωπότητας, χωρίς να αλλάξει τίποτα από την ουσία της...».
       
Κατά κοινή ομολογία των ερμηνευτών της θεολο­γίας του π. Δημητρίου Στανιλοάε, αυτός πετυχαίνει πλήρως τους στόχους του. Η επιτυχία του δεν οφείλε­ται σε κάποιο εκσυγχρονισμό της θεολογίας, αλλά στην σωστή ερμηνεία της ίδιας αιώνιας αλήθειας, η οποία, εφόσον είναι ζωντανή, δυναμική, είναι πάντοτε καινούργια. Αυτή η Αλήθεια είναι ο ίδιος ο Χρι­στός. Και πράγματι, η ουσιαστική κίνηση που ενερ­γοποιεί ο π. Δημήτριος ήταν, χωρίς αμφιβολία, η επανατοποθέτηση της χριστολογίας στο κέντρο όλης της δογματικής του αναπτύξεως, και μάλιστα, της χριστολογίας της Χαλκηδόνος επεξηγημένη βάσει της παλα­μικής διακρίσεως θείας ουσίας και ενεργείας. Κατά την παρατήρηση του γνωστού Άγγλου ορθοδόξου θε­ολόγου και επισκόπου, Καλλίστου Ware, η Δογματική του πατρός Δημητρίου Στανιλοάε είναι η πρώτη ορθόδοξη Δογματική στην οποία η διάκριση αυτή θε­ωρείται θεμελιώδης για την ορθόδοξη κατανόηση του Θεού. Ο ίδιος διαπιστώνει ότι η Δογματική του Χρή­στου Ανδρούτσου αγνοεί πλήρως την παλαμική διδα­σκαλία και τη Δογματική του Π. Τρεμπέλα την ανα­φέρει πολύ λίγο. Το ίδιο και η Δογματική του Ρώσσου πατρός Μιχαήλ Πομαζάνσκυ, καθώς και η πα­λαιά Δογματική του Μητροπολίτου Μακαρίου Βουλγακόφ (βλ. Experienta lui Dumnezeu in Teologia Dogmatica a Parintelui Dumitru Staniloae στο τιμητικό τόμο Persoana si Comuniune  σ. 115).
       Το θεανθρώπινο πρόσωπο του Χριστού είναι στο κέντρο όλης της θεολογίας του π. Δημητρίου, ενώ η θεία αγάπη είναι το κλειδί της σωστής ερμηνείας του: «Επέμεινα να παρουσιάσω τον Τριαδικό Θεό των χρι­στιανών ως ένα Θεό της αγάπης και τον Ιησού Χρι­στό ως τον Υιόν του Θεού ενανθρωπίσαντα και σταυρωθέντα υπέρ ημών, ως ζωντανή μαρτυρία για την α­γάπη του Θεού, ο Οποίος από απέραντη αγάπη δη­μιούργησε τον άνθρωπο ως μέτοχο αιωνίου διαλόγου, αποδίδοντας, επομένως, σε κάθε ανθρώπινο πρόσωπο μοναδική και αιώνια αξία» (Ελληνική μετάφρ. σ. 12).
       Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός είναι η θύρα δια της οποίας ο π. Δημήτριος εισέρχεται στα άδυτα μυ­στήρια της Βασιλείας των Ουρανών, στα μυστήρια του κόσμου, του ανθρώπινου προσώπου και όλου του σύμπαντος. Αυτός είναι ο λόγος που στα τελευταία του χρόνια, ο π. Δημήτριος γράφει ακόμη μερικές χριστολογικές μονογραφίες, θέλοντας να επικεντρώ­σει οπωσδήποτε την προσοχή της ακαδημαϊκής θεο­λογίας, αλλά και της σύγχρονης ανθρώπινης σκέψεως επάνω στο πρόσωπο του Χριστού, ο οποίος είναι η μόνη οδός να αποφύγει τους πολλούς και διαφόρους κινδύνους, που απειλούν την αυθεντική χριστιανική πίστη. Ιδού οι τίτλοι αυτών των μονογραφιών. Η α­θάνατος εικών του Θεού, Craiova, 1987 (397 σελ.), Η ευαγγελική εικών του Ιησού Χριστού, Sibiu, 1992, (286 σελ.), Ο Ιησούς Χριστός στα αποστολικά έργα, Alba Iulia (1993).
        Δεν μπορούμε να κλείσουμε το κεφάλαιο περί της συγγραφικής δραστηριότητας του π. Δημητρίου, χω­ρίς να επισημάνουμε μερικά άλλα σημαντικά έργα του.
       Πρέπει να πούμε ότι η δογματική του σύνθεση ο­λοκληρώνεται σε μια πλήρη θεολογική ορθόδοξη σύνθεση, με δύο εργασίες της ίδιας αξίας. Η μια εί­ναι «Η Ορθόδοξη Πνευματικότητα», Bucuresti 1981 (320 σελ.), όπου βρίσκει κανείς την προέκταση της δογματικής θεολογίας στο χώρο της χριστιανικής η­θικής και η δεύτερη «Πνευματικότητα και κοινωνία στην Ορθόδοξη Λειτουργία», Craiova 1986 (440 σελ.), μία αξιολόγηση, της ίδιας δογματικής θεολο­γίας στο χώρο της ορθοδόξου λατρείας.
      Το μυστικό αυτής της πλούσιας θεολογικής συγ­γραφικής παραγωγής του π. Δημητρίου παραμένει η μόνιμος και εις βάθος μελέτη των Πατέρων, από την μια πλευρά, και οι προκλήσεις που προέρχονται από τους δύσκολους κοσμολογικούς κόσμους μας.
      Την τελευταία δεκαετία της ζωής του, και ενώ ήταν 80 χρονών, συμμετέχει στο φιλόδοξο εκδοτικό πρόγραμμα πατερικών έργων που εγκαινίασε ο λόγιος πατριάρχης Ιουστίνος (1977-1986), μεταφράζοντας δώδεκα τόμους από τους οποίους εννέα κυκλοφόρη­σαν αρχίζοντας από το έτος 1982 και φτάνουν συνολι­κά σε 3.500 σελίδες μεγάλου σχήματος, ενώ τρεις περιμένουν ακόμη στο τυπογραφείο. Πρέπει να σημειω­θεί ότι ο π. Δημήτριος μετέφρασε έργα Ελλήνων Πα­τέρων, που ήταν και μόνιμοι διδάσκαλοί του: τα κυ­ριότερα έργα των αγίων Μαξίμου του Ομολογητού, Αθανασίου του Μεγάλου, Γρηγορίου Νύσσης, Κυ­ρίλλου Αλεξανδρείας, Συμεώνος του Νέου Θεολόγου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Διονυσίου του Αρεοπα­γίτου. Η μετάφραση, όπως και στην περίπτωση της Φιλοκαλίας, συνοδεύεται από επιστημονικές εισαγω­γές και πλούσιους σχολιασμούς.
       Και ενώ θα περίμενε κανείς, έχοντας υπόψιν αυτό το τεράστιο συγγραφικό έργο, ο π. Δημήτριος Στανιλοάε να ήταν εντελώς κομμένος από την επικαιρότη­τα, εκπλήσσεται πραγματικά μόνο απαριθμώντας τις διαλέξεις του στα διάφορα πανεπιστημιακά κέντρα της Ευρώπης και της Αμερικής, τις συμμετοχές του στους θεολογικούς διάλογους της Ρουμανικής Εκκλη­σίας, και μάλιστα την παρουσία του, τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής και μετά τα γεγονότα του 1989, μέσα στην ταραγμένη ζωή της ρουμανικής κοινωνίας και Εκκλησίας. Ο βιογράφος του απαριθμεί πάνω α­πό 60 ομιλίες και συνεντεύξεις, που ο π. Δημήτριος εκφώνησε κυρίως από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, αυτή την περίοδο.

Ο θεολόγος της θείας αγάπης
       Τέλος, για να δικαιολογήσω τον τίτλο της παρού­σας μελέτης θα σταματήσω σ' ένα γενικό χαρακτηρι­στικό γνώρισμα που σφραγίζει και την Θεολογία, αλ­λά και την προσωπικότητα του π. Δημητρίου Στανιλοάε.
       Η Θεολογία του π. Δημητρίου Στανιλοάε είναι η Θεολογία της αγάπης και της προσωπικής κοινωνίας. Ο μόνος βέβαιος και σωστός τρόπος της περί του Θε­ού και ανθρώπου ομιλίας είναι η γλώσσα της αγάπης. Η αγάπη κατά την χαρακτηριστική έκφραση του π. Δημητρίου είναι «η κορυφή της υπάρξεως» και ο ί­διος είχε καταλάβει ότι μόνο φτάνοντας στην κορυφή μπορείς να έχεις μια πλήρη ολική προοπτική της υ­πάρξεως.
 Όπου ανοίγεις βιβλίο του π. Στανιλοάε θα συνα­ντήσεις τη λέξη αγάπη. Όλες οι θεολογικές έννοιες καθορίζονται σε σχέση και αναφορά με την αγάπη: Η Αγία Τριάς είναι η υπέρτατη δομή της αγάπης, ο Ιη­σούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού ο ενανθρωπήσας και σταυρωθείς από αγάπη για τον άνθρωπο. Ο κό­σμος , ολόκληρη η δημιουργία είναι δώρο της αγάπης του Θεού. Με τη γλώσσα αυτής της αγάπης ο π. Στα­νιλοάε ξεπερνάει κάθε διχοτόμηση ανάμεσα στον ου­ρανό και τη γη, στο Θεό και τον άνθρωπο, στο πνεύ­μα και την ύλη, στην Εκκλησία και την Ιστορία, στον χρόνο και στην αιωνιότητα, στο χώρο και το αχώρητο, στο τοπικό και το καθολικό.
       Ο χρόνος είναι, κατά τον π. Δημήτριο, η δυνατό­τητα ελεύθερης απαντήσεως στην αγαπητική κλήση του Θεού, είναι η χρονική απόσταση από την κλήση μέχρι την απάντηση. Ενώ η αιωνιότητα είναι η έλλειψη αυτής της απόστασης, όταν η κλήση και η απά­ντηση είναι ταυτόχρονες. Στην αρχή του κόσμου βρί­σκεται η αγάπη της Αγίας Τριάδος. Η Ιστορία είναι δρόμος της εν αγάπη γνωριμίας και κοινωνίας των αν­θρώπων και το τέλος της ιστορίας θα είναι η αιώνια αγάπη στην πλήρη ένωση με την Αγία Τριάδα. Δεν πρόκειται για μια απρόσωπη αφηρημένη αγάπη, αλλά για μια προσωπική αγάπη, η οποία προϋποθέτει την δυνατότητα πλήρους σχέσεως, διαλόγου, κοινωνίας και ενώσεως χωρίς την σύγχυση.
       Οι κριτικοί του π. Στανιλοάε κατηγορούν την ο­λοφάνερη αισιοδοξία του, μάλιστα μέσα σ' ένα κόσμο στον οποίο οι πόλεμοι δεν σταματούν και, γενικά, το κακό δείχνει μορφές ανυπολόγιστες και ρωτούν πώς είναι δυνατόν ο π. Στανιλοάε να συνεχίζει να ομιλεί για την παρουσία του Θεού, να είναι σαγηνευμένος α­πό την ομορφιά του κόσμου και να συνεχίζει πάλι να βλέπει στον σημερινό άνθρωπο, ο οποίος ενσαρκώνει τις πιο φοβερές μορφές του κακού, την αθάνατη εικό­να του Θεού.
       Διερωτάται κανείς πού βρίσκει ο π. Δημήτριος αυ­τήν τη δύναμη, και η απάντηση είναι στην ακράδαντη πίστη στον ενσαρκωμένο Λόγο και Υιό του Θεού και στην απέραντη αγάπη του Θεού, την οποία επιβεβαιώ­νει η ίδια η ενσάρκωση και μαρτυρεί η Εκκλησία α­νά τους αιώνες.
       Είναι η απεριόριστη εμπιστοσύνη στη δύναμη της θείας αγάπης η οποία κατά την έκφραση του αγ. Ιωάν­νου του Χρυσοστόμου μεταμορφώνει την πόρνη, την ανθρώπινη φύση μας δηλαδή, σε τίμια και ουράνια νύμφη.

π. Constantin Coman
Θεολογική Σχολή Βουκουρεστίου

Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΜΑΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ