Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

«Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι Πρωτόθρονη Εκκλησία, αναμφισβήτητα»ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΤΕΡΖΗΣ

 
Ο μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, αναφερόμενος στη ρήξη Φαναρίου και Μόσχας, κάνει λόγο για μια διάσπαση της εκκλησιαστικής κοινωνίας, η οποία ξεκίνησε από το Πατριαρχείο της Ρωσίας.

Η ένταση στις σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με το Πατριαρχείο της Μόσχας για την εκκλησία της Ουκρανίας, μία χώρα που βρίσκεται εκ των πραγμάτων στην... αυλή της Ρωσίας, αποτελεί ίσως το πιο σύγχρονο παράδειγμα για το πώς η ισορροπία ή η αλλαγή δυνάμεων στη γεωπολιτική σκακιέρα επηρεάζει και τις εκκλησιαστικές εξελίξεις. Για τον μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, έναν έμπειρο ιεράρχη, τα όσα συμβαίνουν μοιάζουν με σεισμό: «Οι σεισμολόγοι σε έναν σεισμό κάνουν λόγο για ρήγμα και σεισμικές δονήσεις και αναμένουν την εξέλιξή του. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην περίπτωση αυτή».
Ο 73χρονος ιεράρχης είναι καλός γνώστης του «συνοδικού και ιεραρχικού πολιτεύματος της Εκκλησίας», το οποίο διακρίνει ρητώς από το «παπικό πρωτείο» ή τις «προτεσταντικές συνομοσπονδίες». Τι συμβαίνει, λοιπόν, μεταξύ Φαναρίου και Μόσχας, μετά την απόφαση της δεύτερης να διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο; «Μερικοί το χαρακτήρισαν σχίσμα, άλλοι ρήγμα, ή ρήξη. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για μια διάσπαση της εκκλησιαστικής κοινωνίας, η οποία ξεκίνησε από το Πατριαρχείο της Ρωσίας. Στην κανονική παράδοση της Εκκλησίας, υφίσταται μια διαφορά μεταξύ αιρέσεως και σχίσματος. Η αίρεση είναι έκπτωση από τη δογματική αλήθεια, ενώ το σχίσμα είναι η “διαίρεσης γνωμών” για εκκλησιαστικά θέματα “και ζητήματα ιάσιμα”. Και τα δύο όμως είναι διάσπαση της ενότητας», σημειώνει ο επί 23 έτη μητροπολίτης Ναυπάκτου.
Σε όλη τη συζήτησή μας είναι σαφής η ανάλυσή του σχετικά με την ιστορική επιδίωξη του Πατριαρχείου Μόσχας να αμφισβητήσει τα πρωτεία της Κωνσταντινούπολης. Υπό αυτό το πρίσμα, άλλωστε, επιχειρεί να εξηγήσει και όσα συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα αλλά έχουν τις ρίζες τους κάποιους αιώνες πίσω. «Οι Κανόνες της Εκκλησίας δεν θεσπίστηκαν για να είναι “κανόνια” εναντίον των άλλων, αλλά για να συγκροτούν την ενότητα της Εκκλησίας και να θεραπεύουν τους πιστούς. Επομένως, στους Κανόνες πρέπει να βλέπουμε το πνεύμα τους, το εσωτερικό βάθος τους και να μην παραμένουμε στο γράμμα το οποίο σκοτώνει. Είναι πάντα θέμα ερμηνείας στο σύνολό τους», σημειώνει εισαγωγικά ο κ. Ιερόθεος. «Στη συγκεκριμένη περίπτωση της Ουκρανίας πρέπει να δούμε τους Κανόνες μέσα από δύο προοπτικές. Η πρώτη ότι, όπως λέγαμε πριν, το πολίτευμα της Εκκλησίας είναι συνοδικό και ιεραρχικό, και το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι Πρωτόθρονη Εκκλησία που προεδρεύει και έχει ηυξημένες αρμοδιότητες, πράγμα που δεν πρέπει να αμφισβητηθεί και να υπονομευθεί από κανέναν. Διαφορετικά το κάθε αυτοκέφαλο γίνεται “κακοκέφαλο” και ενδεχομένως “ξεροκέφαλο”. Η δεύτερη προϋπόθεση είναι ότι η Εκκλησία της Ουκρανίας σπαράσσεται από σχίσματα, διαιρέσεις και αντιπαλότητες και πρέπει να γίνει κάτι για την ενότητα της Εκκλησίας. Γι’ αυτό ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν πρέπει ούτε να αδιαφορεί ούτε και να αυτοϋπονομεύει τον ρόλο του» εξηγεί, και προσθέτει: «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο κινείται μέσα στα εκκλησιαστικά κανονικά πλαίσια».
Ο μητροπολίτης Ιερόθεος, ο οποίος έχει μια εντυπωσιακή συγγραφική παραγωγή, με 96 πολυσέλιδα βιβλία εκ των οποίων τα 78 έχουν μεταφραστεί σε 24 γλώσσες, έρχεται να εξηγήσει τον αρχικό του συλλογισμό σχετικά με το ιστορικό υπόβαθρο της σημερινής κρίσης. «Εγκειται πρώτον, στις θεωρίες περί “Τρίτης Ρώμης”, ότι μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 η Μόσχα απέβη η “Τρίτη Ρώμη”. Ομως αυτό δεν ισχύει, γιατί στην Ιστορία υπάρχει Παλαιά και Νέα Ρώμη και όχι Πρώτη και Δεύτερη Ρώμη, και αφού δεν υπάρχει Δεύτερη Ρώμη, δεν μπορεί να υπάρξει Τρίτη Ρώμη». Το δεύτερο σημείο είναι το 2016 και η Σύνοδος της Κρήτης. Εκεί, όπου επρόκειτο να υπάρξει απόφαση για τον τρόπο χορήγησης της αυτοκεφαλίας, που θα προέβλεπε και τη σύμφωνη γνώμη της «μητέρας» Εκκλησίας, εν προκειμένω δηλαδή της Μόσχας για την Ουκρανία. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο κ. Ιερόθεος, «ενώ προετοιμαζόταν το σχετικό κείμενο, εν τούτοις αυτό υπονομεύθηκε από την Εκκλησία της Ρωσίας, η οποία έλαβε με το μέρος της και τις σλαβόφωνες Ορθόδοξες Εκκλησίες».
Σε όλη τη συζήτησή μας, ο μητροπολίτης Ιερόθεος επιδιώκει να κρατήσει την κουβέντα μας εντός των εκκλησιαστικών ορίων. Ακόμη κι όταν του θέτω το προφανές των γεωπολιτικών πτυχών της έντασης, αλλά και την προσωπική διάσταση που μπορεί να υπάρχει πίσω από την απόφαση της μιας ή της άλλης πλευράς. «Νομίζω ότι κυρίως είναι εκκλησιαστικό πρόβλημα, που ξεκίνησε από τη Σύνοδο Φεράρας -Φλωρεντίας το 1438-39 (σ.σ. για την ένωση των Εκκλησιών πριν από την Αλωση της Πόλης, που αποτέλεσε κατά τον συνομιλητή μου και την αφετηρία της επιδίωξης της Μόσχας να αναδειχθεί σε νέο κέντρο της Ορθοδοξίας) και φθάνει μέχρι τη Σύνοδο της Κρήτης». Δεν χρειάζεται να επανέλθω, όμως, και προσθέτει: «Επειδή η Εκκλησία πορεύεται στην Ιστορία και όχι έξω από αυτή, γι’ αυτό μερικές φορές τα εκκλησιαστικά εμπλέκονται με τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα ίσως και με τα προσωπικά. Εμείς οι εκκλησιαστικοί πρέπει να δούμε την κρίση αυτή με εκκλησιαστική προοπτική, ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες εκφράζονται στο εξωτερικό επίπεδό τους ως ελληνόφωνες, σλαβόφωνες και αραβόφωνες και πρέπει να αποβλέπουμε στην ενότητα της Εκκλησίας, αποβάλλοντας τον εθνοφυλετισμό. Γι’ αυτό δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως Πρωτόθρονη Εκκλησία».
Κλείνοντας τη συζήτηση, δεν μπορώ να μην τον ρωτήσω πού, μέσα σε αυτή την έντονη αντιπαράθεση, βρίσκεται το πνεύμα αγάπης που πρεσβεύει η Εκκλησία. «Η Εκκλησία μπορεί να χαρακτηρισθεί με την εικόνα της θάλασσας. Στην επιφάνεια υπάρχουν πολλά κύματα που πολλές φορές χαρακτηρίζουν τη θάλασσα άγρια, αλλά στο βάθος υπάρχει ηρεμία. Οι δύτες που εισέρχονται στoν βυθό της θάλασσας θαυμάζουν την ομορφιά της. Οποιος θέλει να δει την ομορφιά της Εκκλησίας, ας ψάξει λίγο βαθιά. Εκεί θα συναντήσει όχι μόνον μια συναισθηματική αγάπη, αλλά τον θείο έρωτα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου